Οσμές, αναθυμιάσεις και αρώματα της αρχαιότητας


Συγγραφέας εργασίας: Dr. Irene Lang-Γρυπάρη

Έκθεση στο Μουσείο Kestner Αννόβερο, 2 Φεβρουαρίου μέχρι 30 Απριλίου 2006

Μπορείτε να κατεβάσετε το αρχείο σε εκτυπώσιμη μορφή .rtf εδώ



Θέμα της εκθέσεως είναι η αίσθηση της όσφρησης στη καθημερινή ζωή της Αρχαιότητας. Με βάση συνταγές, απεικονίσεις, κείμενα και επιγράμματα παρασκεύασαν χημικοί αρωματοποιοί χιλιάδες δείγματα οσμών από αιθέρια έλαια, εκχυλίσματα και αποστάγματα. Ως γνωστό αρώματα, οσμές και αναθυμιάσεις δεν συλλέγονται ούτε εκθέτονται. Η έννοια του μουσείου, αυτή καθ’ αυτή, συλλογή, διατήρηση και έκθεση, αγγίζει εδώ τα όρια της. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει πώς η εν προκειμένω έκθεση χειρίζεται την αναπαραγωγή οσμών και κατορθώνει μέσα από κείμενα, απεικονίσεις αντικείμενα και σκεύη να συλλάβει το αισθησιακό βίωμα της όσφρησης. Ποια είναι τα στοιχεία της επιστημονικής μεθόδου η οποία καταφέρνει να υπερβεί την ιστορική απόσταση της Αρχαιότητας; Ο άνθρωπος περιβάλλεται από οσμές και η όσφρηση έχει ένα ιδιαίτερο στοιχείο αναγνώρισης της πραγματικότητας, λειτουργεί σα σύνθημα, και η διάσταση του στιγμιαίου συντελεί στη ένταση του βιώματος.

Η όσφρηση κατέχει στο αριστοτελικό σύστημα των πέντε αισθήσεων τη τρίτη θέση μετά από την όραση και την ακοή, τις κυρίως γνωσιολογικές αισθήσεις. Το επιστημονικό πείραμα στην εν προκειμένω έκθεση είναι, αριστοτελικά διατυπωμένο, μία μετάβαση εις άλλο γένος, δηλαδή, με βάση τη γνωσιολογία, κείμενα και αντικείμενα, μεταφέρεται ο σημερινός επισκέπτης της εκθέσεως μέσω της φυσιολογίας, της οσφρήσεως, στις συνθήκες ζωής των ανθρώπων της Αρχαιότητας και αναβιώνει την Αθήνα και τη Ρώμη. Η αναπαραγωγή του κοσμητικού περιβάλλοντος της Αθήνας είναι ένα πρωτότυπο επιχείρημα της αντιμετώπισης της κλασικής Αρχαιότητας και συγχρόνως πρωτότυπη εκδήλωση μουσείου. Με την υπάρχουσα συλλογή ελληνικής και ρωμαϊκής προελεύσεως και έρευνα γύρω από ένα ανθρωπολογικό θέμα, την αίσθηση της όσφρησης, παρέχει το μουσείο επιστημονική γνώση στο ευρύτερο κοινό και μία νέα αντίληψη της Αρχαιότητας. Και αυτό γιατί η οσμή συνδυάζει την αισθηματική διάσταση του ευχάριστου ή δυσάρεστου, τη πολιτισμική διάσταση των κανόνων της ευωδίας ή δυσοσμίας και τη κοινωνική διάσταση του περιβάλλοντος των ανθρωπίνων επαφών.

Αντίληψη των οσμών και των αρχαιολογικών ευρημάτων αποκτά κανείς μόνο εάν επισκεφτεί τη έκθεση. Αξίζει όμως και μία φευγαλέα αναφορά στη μεγάλη ποικιλία αττικών βάζων και αγγείων, εάν όχι για άλλο λόγο γιατί έχουν εύηχες ονομασίες όπως κοτύλη, λήκυνθο, αλάβαστρον, δακρυδόχο, σκαφίδα, εξάλειπτρον, σκύφο, πυξίδα, κύλικα, αρύβαλλο, αμφορέα, αρύταινα.

Θα εξετάσουμε παραδειγματικά ποια κείμενα μπορούν να πληροφορήσουν ειδικούς για τη σύνθεση χημικών ουσιών. Προφανώς πέραν από τον ερμηνευτικό φιλολογικό τρόπο μελέτης, περιέχουν αυτά τα κείμενα για τον ειδικό αρκετές πληροφορίες σχετικά με διάφορες ουσίες, ώστε να μπορεί να αναπαράγει τη σύσταση των οσμών.

Η έκθεση αναφέρεται σε τέσσερα μεγάλα θέματα μυθολογία, καθημερινή ζωή, ιατρική και θρησκεία. Η μυθολογία γνωρίζει τα μεθυστικά αρώματα στην ηδονική ζάλη και στην έκσταση. Η καθημερινή ζωή γνωρίζει τη μυρωδιά στο καλλωπισμό, στη καθαριότητα, και στη διατροφή. Η ιατρική γνωρίζει τη μυρωδιά στην υγιεινή, στην αναισθησία και στη νάρκωση. Η θρησκεία γνωρίζει την ευωδία στην ευλάβεια της τελετουργίας.

Λοιπόν πώς μύριζε η Αθήνα του 500 π.Χ; Μία από τις σημαντικότερες πηγές πληροφοριών είναι το κείμενο „Δειπνοσοφισταί“ του Αθήναιου εκ Ναυκράτιδος. Προέλευση του κειμένου είναι ο βυζαντινός κώδικας από τη βιβλιοθήκη της Κωνσταντινουπόλεως που εμφανίστηκε το 1423 στη Βενετία. Θέμα των „Δειπνοσοφιστών“ είναι μία ιδεατή συνεστίαση, συμπόσιο ή δείπνος, που λαμβάνει χώρα στον οίκο ενός Ρωμαίου, γνωστού ως P. Livius Larensis, το 228 μ.Χ.στη Ρώμη. Στο δείπνο παίρνουν μέρος τριάντα ιστορικές προσωπικότητες, Έλληνες και Ρωμαίοι, που συζητούν περί πολιτισμικής και κοινωνικής ζωής, περί εθίμων και ηθών, με αναφορά στη μυθολογία, στην ιστορία, στη φιλοσοφία και στη ποίηση. Επανειλημμένως κατά τη διάρκεια της συνεστιάσεως γίνεται λόγος για τη καθημερινή ζωή στην Αθήνα, και γι’ αυτό οι „Δειπνοσοφισταί“ είναι μεταξύ άλλων πηγή πληροφοριών για τις οσμές και τα αρώματα της πόλεως των Αθηνών. Έτσι μαθαίνουμε ότι στην Αθήνα της κλασικής εποχής εκτιμάτο η ευωδία, αλλά όχι τα μεθυστικά αρώματα της Ανατολής που εθύμιζαν τη περσική, λυδική χλιδή που θεωρείτο μη ελληνοπρεπής. Τα εξωτικά αρώματα της Ανατολής ήταν γνωστά όπως πληροφορούμεθα από το Θεόφραστο, φιλόσοφο, βοτανολόγο και συγγραφέα του βιβλίου „Περί Οσμών“. Για τους οικιακούς χώρους στην Αθήνα ίσχυε σχολαστική καθαριότητα. Τα δωμάτια και οι ιματιοθήκες μοσχοβολούσαν άρωμα λεμονιού, μήλο των Εσπερίδων, και το άρωμα του ροδάκινου, περσικό μήλο, προστάτευε τα ενδύματα από σκόρους και άλλα έντομα (Αθήν. Δειπν. 3, 83 ε-84 α). Η υπερβολική ευωδία θεωρήτο ματαιόδοξη, όμως της δόθηκε και μία θετική σημασία σε θεωρητικό επίπεδο. Έτσι ο Αριστοτέλης στα „Ηθικά Νικομάχεια“ θεωρεί ότι τα αρώματα των Χαρίτων που ακολουθούσαν την Αφροδίτης, συντελούσαν στις κοινωνικές επαφές των ανθρώπων (Ηθ. Νικ. 5, 1133 α 4-5). Αντιθέτως ο Αριστοφάνης γελοιοποιεί τα διάχυτα μύρα των Χαρίτων στη κωμωδία „Πλούτος“ (Πλ. 529/530). Και αυτό όχι μόνο μία φορά. Η υπερβολική χρήση αρωμάτων, αλοιφών και καλλυντικών, με μία λέξη η φιλαρέσκεια της Αφροδίτης, των Χαρίτων και του Άδονη, είναι συχνά θέμα γελοιοποιήσεως στις κωμωδίες. Στην ίδια διάσταση, στη κωμωδία „Πλούτος“ ο Αριστοφάνης διακωμωδεί τη σχέση Αφροδίτης και γαμηλίου τελετής και τη χρήση των μύρων στο καλλωπισμό της νύφης (Αριστοφ.Πλούτ. 529-530). Και ο Ξενοφώντας στο έργο του „Οικονομικός“ αναφέρεται στο διάλογο μεταξύ του Σωκράτη και του συνομιλητή του Ισχόμαχου, ο οποίος περιγράφει τη μανία καλλωπισμού της νεαρής συζύγου του με ζωηρά χρώματα (Ξεν. Οικ. 10,2).

Η αγορά είχε και μυρωδιές και αρώματα. Κρασιά και μούστος εξέπεμπαν το δικό τους άρωμα, της Ρόδου, της Θάσου, της Σάμου, της Χίου, της Θράκης, και η μέθη, όπως λέει ο Ξενοφώντας στο Συμπόσιο γαληνεύει τη ψυχή (Ξεν. Συμπ. 2, 24). Οι φούρνοι έβγαζαν ψωμί άσπρο και μελόπιτα για τους εύπορους, κριθαρένιο για το λαό, τη λεγόμενη „μάζα“, προερχόμενη από χυλό κριθαρένιου αλευριού, νερό και λάδι. Ο „σίτος“ όπως μαθαίνουμε από τον Αριστοτέλη στο περί „Φυσικής Ακροάσεως“ έργο του (Φυσικ. Ακροασ. Ε 230 β, 2) συμπληρωνόταν από τον „όψο“, τυριά, μέλι, ξηρούς καρπούς, όσπρια και μία μεγάλη ποικιλία χορταρικών, μαρούλια, σέλινα, ραπάνια, φασόλια, μολόχες, κρεμμύδια. Μυρωδικά βότανα και φρούτα σκόρπιζαν μυρωδιές και αρώματα. Οι Αθηναίοι έτρωγαν σπανίως κρέας, χοιρινό, αίγα και μοσχάρι, και όταν έτρωγαν κρέας προέρχετο από θυσιαζόμενα ζώα. Ο Μένανδρος σε ένα απόσπασμα του περί δεισιδαιμονίας και θρησκοληψίας στιγματίζει την μικροψυχία των πιστών που αφιερώνουν στους θεούς τα απομεινάρια των ζώων, χολή, εντόσθια και κόκαλα, τα δε καλλίτερα κομμάτια τα καταναλώνουν οι ίδιοι.

Αλλά να μην ξεχνάμε τα ψαρικά. Η ευωδία των ψαρικών ήταν θεσπέσια. Η αγορά ευωδίαζε από ψάρια όλων των ειδών, φρέσκα, καπνιστά, παστά, μικρά και μεγάλα, γλώσσες, λαβράκια πέρκες, χέλια από τη Λίμνη της Κοπαϊδας, καβούρια, αστακούς, στρείδια και μύδια.

Γενικά η αγορά και τα τρόφιμα είναι συχνά θέμα των κωμωδιών του Μενάνδρου και του Αριστοφάνη κυρίως μέσα από το ρόλο του φαφλατά μάγειρα. Το δε κείμενο „Δειπνοσοφισταί“ είναι στη κυριολεξία εγχειρίδιο συνταγών μαγειρικής και διαιτητικής, αν και όχι το μοναδικό, γιατί υπάρχουν πολλές πηγές, ολόκληρα βιβλία μαγειρικής της Αρχαιότητας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των „Δειπνοσοφιστών“ θέμα των συζητήσεων των συνδαιτυμόνων είναι η ετοιμασία και το σερβίρισμα των εδεσμάτων, η ποικιλία των ποτών και των καρυκευμάτων, με μία λέξη, η ευωχία. Στην κυριολεξία η ευωδία των γευστικών αρωμάτων γίνεται πραγματικότητα μέσω της λαμπρότητας και της παραστατικότητας του κειμένου του Αθήναιου.

Απαραίτητα στις συνεστιάσεις και στις εορταστικές τελετές των ευπόρων ήταν οι στέφανοι από κισσό, δάφνη, μυρτιά, κωνοφόρα, σέλινο, άνηθο, δυόσμο, τριαντάφυλλα, μενεξέδες και άνθη εποχής. Τα στεφάνια βαπτίζονταν επί πλέον σε αρωματικά έλαια και από ιατρικής απόψεως η ευωδία και οι αναθυμιάσεις τους δρούσαν κατά του πονοκεφάλου, της ζάλης του κρασιού, της δυσοσμίας του στόματος, και της δυσπεψίας, όπως αναφέρει ο Αθήναιος (Αθήν. Δειπν.15, 686 cd).

Όσο αφορά το ανθρώπινο σώμα έπρεπε υγεία και καλλωπισμός να συμβαδίζουν. Ο άνθρωπος έπρεπε να είναι ωραίος και καθαρός. Μετά το λουτρό στη καθημερινή ζωή, μετά το λουτρό των ξένων και μετά το λουτρό των αθλητών ακολουθούσε τριβή του σώματος με ελαιώδεις αρωματικές ουσίες όπως μαθαίνουμε από τον Αθήναιο (Αθήν. Δειπν. 15, 686), αλλά αυτό πάντα εν μέτρω. Το σαπούνι δεν ήταν γνωστό. Στο νερό του λουτρού προστίθετο νάτριο και άλλα άλατα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι στο νερό του λουτρού που προέρχετο από τη πηγή Καλλιρρόη προστίθετο ελαιόλαδο, αμυγδαλέλαιο και καρυδέλαιο (Θουκ. 2,15).

Γύρω από τη γαμήλια τελετή μία σειρά εθίμων υπαγόρευε ευωδίες για τη περιποίηση του σώματος του γαμπρού και της νύφης, των χώρων, του επιθαλαμίου και του γεύματος. Στους „Αχαρνείς“ του Αριστοφάνη έχουμε μία ακριβή περιγραφή της περιποιήσεως του μέλλοντος γαμπρού Δικαιόπολη (Αριστ. Αχαρν. 1057-1066). Λουτρά με ευωδιαστά βότανα, ίριδες, νάρκισσους ρόδα, κρίνους για τη περιποίηση του σώματος, στέφανοι από μυρτιά για τη τελετή, αρωματικά φρούτα, κυρίως κυδώνια, για τους νεόνυμφους, ευωδιαστές αναθυμιάσεις για το περιβάλλον του εορτασμού.

Στις παλαίστρες και στο γυμναστήριο είχε το ελαιόλαδο θρησκευτική και ιατρική σημασία, χαλάρωμα των μυώνων, αποφυγή τραυματισμών του δέρματος, προστασία από τον ήλιο και τη σκόνη, αυτά κατά το Θουκυδίδη (Θουκ. 1,6, 5-6 Φιλόστρ. γυμ. 43). Μετά την άθληση ακολουθούσε καθαριότητα πάλι με ελαιώδεις ουσίες. Η ίδια η Αθηνά, θεά της φρόνησης, του νου και της αρετής, εν αντιθέσει προς τα μύρα, τα ρόδα και το λιβάνι της Αφροδίτης, αλείφετο κυρίως με ελαιόλαδο μετά την άθληση (Αθην. Δειπν. 15 687 δ).

Υγιεινή και ιατρική, δύο αλληλένδετα θέματα, αναφέρονται στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών σε μία ισορροπία μεταξύ μαγείας και φαρμακολογίας, μέσα από ιατρικά κείμενα πρωταρχικής σημασίας, όπως την „Ιπποκράτειο Συλλογή“ του Ιπποκράτη, τη „Περί φυτών ιστορία“ του Θεόφραστου , το „Περί ιατρικής ύλης“ έργο του Διοσκουρίδη, και τα πολλαπλά έργα του Γαληνού περί φυσιολογίας, ανατομίας, χειρουργικής, και θεραπευτικής. Αλλά και μη ιατρικά κείμενα όπως οι „Περιηγήσεις Ελλάδος“ του Παυσανία αναφέρονται στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών (Περ. Ελλ. 9, 41,7).

Στη γυναικολογία, στην οφθαλμολογία, στη χειρουργική, βότανα, ρίζες καρποί, φύλλα και οι ανάλογες οσμές χρησιμοποιούντο ως αντιπυρετικά, παυσίπονα, εμετικά, ψυχοφάρμακα, υπνωτικά και ναρκωτικά. Πέραν από τις γνωστές ευωδίες από μύρα, ρόδα, εσπεριδοειδή, δυόσμο, ορίγανο, νάρκισσο, κύμινο, άνηθο, κάρδαμο, ρητίνη και μαστίχα, τα ιατρικά συγγράμματα αναφέρονται στις θεραπευτικές ιδιότητες του οπίου, του κωνείου, του μανδραγόρα, συχνά τονίζοντας τη σημασία τους ως πανάκεια.

Όσον αφορά το πένθος και τη ταφή, κατά το Πλούταρχο οι νόμοι του Σόλωνος, επέτρεπαν για λόγους λιτότητας τη χρήση ενός μείγματος μόνο από οίνο και έλαιον και απαγόρευαν ακριβά αρώματα, που σημαίνει ότι η πόλις επέμβαινε περιοριστικά στη πιθανή επιδεικτικότητα ευπόρων οικογενειών κατά τη „πρόθεση“ και „εκφορά“ του νεκρού (Πλούτ. Σόλων 12,21). Κατ’ άλλες πηγές, ναι μεν δεν απαγορευόταν η χρήση ακριβών αρωμάτων, όμως η πόλις δεν έπαυε να μεριμνά για τη τήρηση της δημόσιας ευπρέπειας.

Η αφήγηση θα μπορούσε να συνεχιστεί στο απεριόριστο. Οι κλασικοί συγγραφείς όπως βλέπουμε είναι ανεξάντλητοι. Οι οσμές αναδύονται μέσα από τα κείμενα και η αναπαραγωγή τους είναι προφανώς για τους χημικούς εφικτή. Κλείνουμε τη τρόπον τινά καταγραφή των κλασικών γνωρίζοντας ότι η αναφορά στην έκθεση παραμένει τελείως επιφανειακή. Σκοπός ήταν να γνωρίσουμε με ποιο τρόπο επιμελήθηκε και παρουσιάστηκε έξω από την Ελλάδα ένα θέμα που αφορά την ελληνική Αρχαιότητα, και αυτό ακριβώς γιατί η έκθεση παρακάμπτει τη συνήθη μεγαλειώδη απόσταση αναλόγων παρουσιάσεων της Αρχαιότητας και στρέφεται προς τον άνθρωπο της Αρχαιότητας.





  





© 2002-2013 filosofia.gr - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του.

Κατασκευη ιστοσελιδων