Θ.ΒοήθειαςΘ.Βοήθειας   ΑναζήτησηΑναζήτηση   Εγγεγραμμένα μέληΕγγεγραμμένα μέλη   Ομάδες ΧρηστώνΟμάδες Χρηστών  ΕγγραφήΕγγραφή  ΠροφίλΠροφίλ 
Συνδεθείτε, για να ελέγξετε την αλληλογραφία σαςΣυνδεθείτε, για να ελέγξετε την αλληλογραφία σας   ΣύνδεσηΣύνδεση 

nnn
Μετάβαση στη σελίδα Προηγούμενο  1, 2, 3, 4, 5, 6  Επόμενο
 
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    www.filosofia.gr Αρχική σελίδα -> Κουβεντούλα
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας :: Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας  
Συγγραφέας Μήνυμα
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Νοέ 26, 2014 2:16 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

_


Μετανεωτερικότητα, Θρησκεία και Ορθόδοξη Θεολογία

του Δημήτρη Μπεκριδάκη, Θεολόγου - MPhil. Θρησκειολογίας

06-04-2002


Κριτική προσέγγιση της μεταξύ τους σχέσεως

Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρούμε να παρακολουθήσουμε τις μεταμορφώσεις της μετανεωτερικής θρησκευτικότητας, με απώτερο σκοπό να εντοπίσουμε τυχόν απηχήσεις των διαφόρων τύπων θρησκευτικότητας στον Ορθόδοξο χώρο. Τέλος, αποτολμούμε μια σύντομη αποτίμηση του έργου της θεολογίας ενόψει του μεταμοντέρνου. Προηγουμένως, όμως, χρειάζεται να προσδιορίσουμε κατά το δυνατόν το περιεχόμενο του όρου "μετανεωτερικότητα".


Η ΜΕΤΑΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

Το φαινόμενο που συμβατικά αποκαλείται μετανεωτερικότητα (postmodernity) είναι αμφίσημο και πολυσύνθετο και για το λόγο αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να οριστεί θετικά.

Πρόκειται περισσότερο για μια εκτεταμένη συζήτηση σχετικά με τα ελλείμματα, τις διαψεύσεις και τις αποτυχίες του σύγχρονου πολιτισμού, η οποία ελάχιστα φιλοδοξεί να εισηγηθεί μια συμπαγή ερμηνεία της πραγματικότητας με αξιώσεις καθολικής ισχύος.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η μετανεωτερική συνείδηση εκφράζεται ως κριτική αμφισβήτηση και υπέρβαση των γνωσιοθεωρητικών προϋποθέσεων της νεωτερικής σκέψης - χωρίς πάντοτε να αρθρώνονται ικανοποιητικές εναλλακτικές προτάσεις. Η μεταμοντέρνα φιλοσοφία είναι περισσότερο ένα παιγνίδι ερωτηματοθεσίας? κατά τούτο, είναι γνήσιο τέκνο του σκεπτικισμού και συγγενεύει με την αρχαία κυνική και σοφιστική παράδοση (1).
Ανάλογες τάσεις αμφισβήτησης των παραδεδομένων και αναζήτησης εναλλακτικών αντιλήψεων και τρόπων έκφρασης, ανιχνεύει κανείς σε όλα τα επίπεδα του ατομικού και συλλογικού βίου: στο χώρο της επιστήμης, της τέχνης, της πολιτικής, της θρησκείας, της τεχνολογίας, της οικολογίας, αλλά και στον τρόπο ζωής, στη διαμόρφωση της λαϊκής κουλτούρας και της ποιότητας των Μ.Μ.Ε.

Σε κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο, η μετανεωτερικότητα μπορεί να περιγραφεί ως φάση μετάβασης προς κάτι που δεν έχει διαφανεί ακόμη η ταυτότητά του. Πρόκειται για μια ενδιάμεση κατάσταση, όπου στοιχεία της νεωτερικότητας συνυπάρχουν με αντίρροπες δυνάμεις, οι οποίες στηρίζονται σε διαφορετικούς άξονες και στοχεύουν στη δημιουργία ενός νέου πολιτισμικού παραδείγματος.

Παρατηρείται τέτοια ποικιλία τάσεων, ρευμάτων και κινημάτων -αντιφατικών πολλές φορές- ώστε είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς για το κατά πόσο το μεταμοντέρνο ανατρέπει ριζικά το μοντέρνο ή απλώς συνιστά την επίτασή του.
Γι' αυτό ερευνητές, όπως ο Anthony Giddens, υιοθετούν μια πιο μετριοπαθή περιγραφή του μεταμοντέρνου, εκλαμβάνοντάς το ως "ύστερη" (late), "υψηλή" (high) ή "ριζοσπαστικοποιημένη" (radicalized) φάση της νεωτερικότητας (2).
Άλλοι πάλι, όπως ο Jurgen Habermas, υπερασπίζονται τον ανοιχτό και ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της νεωτερικότητας, στο εξελικτικό πλαίσιο της οποίας οι μεταμοντέρνες αιτιάσεις καταγγέλλονται ως λογικά αστήρικτες, ιδεολογικά ύποπτες και "νέο-συντηρητικές" (3).

Χωρίς να επεισέλθουμε εδώ σε λεπτομέρειες, αρκούμαστε να παρατηρήσουμε ότι ο στοχασμός για το μεταμοντέρνο είναι στο σύνολό του μια κριτική διερώτηση σχετικά με το μέλλον της νεωτερικότητας, που εκφράζει την υπαρξιακή αβεβαιότητα και ανησυχία του ανθρώπου των καιρών μας.



Η ταυτότητα, λοιπόν, της μετανεωτερικότητας δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Εντούτοις είναι δυνατόν να διακρίνουμε κάποια χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, τα οποία θεωρούμε ότι καταδεικνύουν αφενός τη συνέχεια και αφετέρου την απόσταση που επιχειρεί να πάρει από το νεωτερικό κεκτημένο.

1. Πρώτο γνώρισμα είναι η απαξίωση της παράδοσης του δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Ο ορθολογισμός, ο ουμανισμός, ο θετικισμός, ο ωφελιμισμός, καθώς και οι αντιλήψεις που συνδέθηκαν με την απελευθερωσιακή προοπτική της πολιτικής πράξης και την παντοδυναμία της επιστημονικής προόδου - μ' ένα λόγο, οι "μεγάλες αφηγήσεις" (grand narratives), όπως τις αποκάλεσε ο Francois Lyotard(4)- που σφράγισαν την ιδεολογική ταυτότητα της νεωτερικότητας και προσέφεραν μια καθολική ερμηνεία του κόσμου με αξιώσεις απόλυτης αυθεντίας, έχουν χάσει πλέον το κύρος τους.
Τη θέση τους, υποστηρίζει ο συγγραφέας της Μεταμοντέρνας Κατάστασης, τείνουν να πάρουν οι "μικρές αφηγήσεις" (little narratives), δηλαδή επιμέρους πρακτικές θεωρήσεις, που βασίζονται σε κριτήρια τα οποία ποικίλουν ανάλογα με την περίσταση και αποσκοπούν στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων μόνο προβλημάτων σε τοπικό επίπεδο, χωρίς αξιώσεις καθολικής ισχύος.


2. Δεύτερο γνώρισμα είναι η αμφισβήτηση της εξουσίας και των θεσμικών φορέων, που συνδέονται με τις μεγάλες αφηγήσεις.
Οι κατεστημένες αυθεντίες αμφισβητούνται σε όλα τα επίπεδα και η αξίωση που προβάλλουν για αποκλειστική κατοχή και εκπροσώπηση της αλήθειας επικρίνεται ως αυταρχισμός και ολοκληρωτισμός.
Το μετανεωτερικό ήθος επιδιώκει να είναι αντιεξουσιαστικό, απεχθάνεται τη θεσμοποίηση και τον δογματισμό, απορρίπτει την τυραννία του αυτονόητου και επιθυμεί να δυναμιτίσει την παραδεδομένη τάξη πραγμάτων. Ενθαρρύνει την αποκέντρωση της γνώσης και της εξουσίας, υπερασπίζεται το δικαίωμα της ατομικής επιλογής και αρνείται να συμμορφωθεί με την "επίσημη άποψη".


3. Τρίτο γνώρισμα, άμεσα συνδεδεμένο με τα δυο προηγούμενα, είναι ο πλουραλισμός. Κορυφαίες αξίες στην αξιολογική κλίμακα της μετανεωτερικότητας είναι η ελευθερία και η αυτονομία. Στο πλαίσιο που συνθέτουν, η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προβάλλεται ως η ύψιστη μέριμνα των δυτικών κοινωνιών, καθιερώνεται ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας σε κάθε επίπεδο, ενώ ενθαρρύνεται ο διάλογος και η έκφραση της διαφορετικής άποψης ή της προσωπικής εκτίμησης πάνω σε κάθε θέμα, όσο "ειδικό" κι αν είναι.

Εισερχόμενες στην μετανεωτερική φάση της ιστορίας τους, οι δυτικές κοινωνίες επιχειρούν να οικοδομήσουν μια πολυσυλλεκτική και πολυπολιτισμική ταυτότητα, να είναι κοινωνίες ανοικτές, φιλόξενες και ανεκτικές της ιδιοπροσωπίας του άλλου, του διαφορετικού.
Την ίδια στιγμή, παρατηρούνται αντίρροπες τάσεις, εκφραζόμενες κυρίως δια της αναβίωσης του ολισμού, της αδιάπτωτης έφεσης προς ενοποίηση και σύνθεση σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό, θρησκευτικό).

Ωστόσο, καταβάλλεται προσπάθεια η ενότητα να μην καταλύει την ιδιαιτερότητα, αλλά να την συμπεριλαμβάνει - όχι πλέον οργανικά, όπως παλαιότερα, αλλά κατά το πρότυπο του δικτύου των ηλεκτρονικών υπολογιστών, όπου κάθε μέρος συνδέεται απευθείας με το όλον, διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία του.
Έτσι, μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η παγκοσμιοποιημένη ανθρωπότητα στο μέλλον είναι να μπορέσει να συμβιβάσει αυτήν την ενοποιητική της διάθεση με τον σεβασμό της ετερότητας. Οι ενδείξεις που έχουμε έως τώρα είναι μάλλον απογοητευτικές• ωστόσο, μέλλει να αποδειχθεί αν το φιλόδοξο μετανεωτερικό πρόταγμα "ενότητα εν τη ποικιλία" θα μπορέσει να καρποφορήσει.


4. Τέταρτο γνώρισμα είναι η έκρηξη της υψηλής τεχνολογίας και οι επιπτώσεις της ιδιαίτερα στο χώρο της ψηφιακής εικόνας και επικοινωνίας.
Ένας από τους πιο εύστοχους χαρακτηρισμούς της παρούσας μετανεωτερικής περιόδου είναι "εποχή της πληροφορίας" (5).
Η πληροφορία είναι σήμερα η κινητήρια δύναμη του πολιτισμού, η αιτία των πολέμων του μέλλοντος, όπως υποστηρίζει ο Lyotard (6).

Σε φιλοσοφικό επίπεδο, η "εικονική πραγματικότητα" (Virtual Reality) ξεφεύγει από τα στενά όρια μιας επιμέρους τεχνολογικής πραγμάτωσης και θέτει τους όρους μιας νέας κοσμοθεωρητικής ερμηνείας (7). Συνιστώντας τη μεταμοντέρνα εκδοχή του "τεχνικού πνεύματος" ( 8 ), ο κυβερνοχώρος (Cyberspace) τείνει να αναδειχθεί σε κυρίαρχη πνευματική και πολιτισμική συνθήκη των δυτικών κοινωνιών.
Μέσω των ποικίλων εφαρμογών του, αλλά κυρίως μέσω του διαδικτύου (Internet), μεθοδεύεται η ψηφιακή μεταποίηση της ζωής, η αντικατάσταση των υλικών όρων της ύπαρξης από την άυλη πληροφορία.

Πρέπει να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό πως όταν μιλάμε για εικονικό (Virtual) δεν αναφερόμαστε στο είδος των προβαλλόμενων από τα Μ.Μ.Ε. εικόνων, αλλά σε μια νέα οντολογική προοπτική, η οποία εισάγει μια δομική αλλαγή στην αντίληψη που έχουμε για το ον, το Είναι, το φαίνεσθαι και την αλήθεια, το πρωτότυπο και το αντίγραφο, την εικόνα και το ομοίωμα (9).
Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, που ο Guy Debord εύστοχα αποκάλεσε "κοινωνίες του θεάματος" (10), η εικόνα διαμεσολαβεί την πραγματικότητα και ρυθμίζει την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων. Το θέαμα διαχέεται μολυσματικά στη μαζική κουλτούρα, προωθώντας την αντικατάσταση της ζωής από την οπτικοποιημένη προσομοίωσή της (11).
Το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής συνοψίζει ο Jean Baudrillard ως "εξαφάνιση της ιστορίας και του πραγματικού [μέσα] στο τηλεοπτικό" (12). Κατά την άποψή μας, η διαδικασία της προσομοίωσης, που λαμβάνει χώρα σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής συνιστά την αιχμή του δόρατος της μετανεωτερικότητας.


5. Πέμπτο γνώρισμα είναι ο καταναλωτισμός, ο συνδεδεμένος με την οικονομία της ελεύθερης αγοράς - δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που το μεταμοντέρνο έχει χαρακτηριστεί ως "η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού"(13).

Στην κλασική του ανάλυση για τις εκφάνσεις της μετανεωτερικότητας, ο Zygmunt Bauman συμπεραίνει ότι η κατανάλωση είναι "το πνευματικό και ηθικό επίκεντρο της ζωής, ο συνεκτικός δεσμός της κοινωνίας και η κύρια μέριμνα των διαχειριστών του συστήματος" (14).
Αυτό σημαίνει πρώτον, ότι η εμπορευματοποίηση έχει καταντήσει να είναι ο κυρίαρχος τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουμε τη ζωή και ανταποκρινόμαστε στις προκλήσεις της•
δεύτερον, ότι η αίσθηση της πληρότητας και ευτυχίας που προσπορίζουμε μέσω της κατανάλωσης τείνει να μεταβληθεί σε εσωτερικό κίνητρο των πράξεών μας, χαρίζοντας στην κατανάλωση διαστάσεις εκκοσμικευμένης σωτηριολογίας•
τρίτον, ότι η δυνατότητα προς κατανάλωση είναι απαράβατος όρος για την ένταξη του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο, ενώ όποιος δεν έχει την οικονομική ευχέρεια ή τη θέληση να αγοράζει διαρκώς νέα προϊόντα, εξοστρακίζεται αυτομάτως και στιγματίζεται κοινωνικά•
τέταρτον, ότι η οικονομική και πολιτική εξουσία, οι βασικοί, δηλαδή, διαχειριστές του συστήματος, υποδαυλίζουν δια της διαφήμισης την καταναλωτική βουλιμία, καθώς μονάχα έτσι διασφαλίζεται η απρόσκοπτη κυκλοφορία των κεφαλαίων στην αγορά. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι, σύμφωνα με τη θεμελιακή αρχή του καταναλωτισμού, όπως την συνοψίζει ο Jean Baudrillard, "δεν καταναλώνουμε ποτέ το αντικείμενο καθαυτό (στην αξία χρήσης του) - χειριζόμαστε πάντα τα αντικείμενα (με την ευρύτερη έννοια) ως σημεία που μάς διακρίνουν είτε εντάσσοντάς μας στην ομάδα μας ως ιδεατή αναφορά είτε διαφοροποιώντας μας από την ομάδα μας με αναφορά σε μιαν ομάδα ανώτερης καταστατικής θέσης" (15) .

Εφόσον, λοιπόν, το όλο σύστημα στηρίζεται ουσιαστικά στην κατανάλωση σημαινόντων γυμνών από σημαινόμενα (δηλαδή χωρίς αναφορικότητα σε κάποια πραγματικότητα, και άρα δίχως νόημα), η καταναλωτική ευμάρεια είναι μυθικής και φαντασιακής τάξεως μέγεθος.

Επιπλέον, η πολυθρύλητη "ελευθερία επιλογής" του σύγχρονου πολίτη-καταναλωτή δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, ουσιαστικά ένας φενακισμός της ύπαρξης που παραπαίει μέσα στον κυκεώνα των σημείων.
Τα τεράστια εμπορικά κέντρα των μητροπόλεων του δυτικού κόσμου είναι η μεταμοντέρνα "Γη της Επαγγελίας", είναι οι ιεροί τόποι του ύστερου καπιταλισμού, σύμβολα του "τέλους της ιστορίας" και του τέλους της επιθυμίας μέσα από την φαντασιακή εκπλήρωση κάθε επιθυμίας.



ΤΥΠΟΙ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Το γενικότερο κλίμα της αμφισβήτησης των παραδεδομένων επεκτείνεται και στο χώρο της θρησκευτικότητας. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού οι θρησκείες είναι πολυδύναμα ιστορικά μορφώματα, που μετεξελίσσονται σε στενή αλληλεπίδραση με το εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον.
Καθώς δεν είναι δυνατόν να επεισέλθουμε στο σημείο αυτό σε λεπτομέρειες, μάς ενδιαφέρει περισσότερο να καταγράψουμε τις δυο κυρίαρχες μορφές που λαμβάνει η θρησκεία ενόψει του μεταμοντέρνου (16). Η πρώτη συνδέεται με τη λεγόμενη "νέα θρησκευτική συνείδηση", ενώ η δεύτερη σχετίζεται με τον φονταμενταλισμό.
Ας τις δούμε αναλυτικότερα.

Ως νέα θρησκευτική συνείδηση (new religious consciousness) ορίζεται συνοπτικά το ευρύτατο και πολυεπίπεδο φαινόμενο που συνδέεται με την εμφάνιση πολυάριθμων νέων θρησκευτικών κινημάτων (new religious movements) σε παγκόσμια κλίμακα, κυρίως από τα μέσα του 20ού αιώνα και εξής (17).

Στις δυτικές κοινωνίες, που εν προκειμένω μας ενδιαφέρουν, η επικράτηση μιας νέας πνευματικότητας (new spirituality) συνυφάνθηκε ιστορικά με την κατάρρευση του νεωτερικού μύθου και την έναρξη μιας διαδικασίας "επαναμάγευσης" του κόσμου.

Η φρίκη των δυο παγκοσμίων πολέμων και η ψυχροπολεμική "ισορροπία του τρόμου" που ακολούθησε, συντέλεσε στην εδραίωση ενός κλίματος απογοήτευσης, σύγχυσης, ανασφάλειας και φόβου, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η εκκοσμικευμένη Δύση δοκιμάστηκε (και συνεχίζει να δοκιμάζεται), καθώς τα ιδεώδη της -οι μεγάλες αφηγήσεις της νεωτερικότητας, για τις οποίες κάναμε λόγο παραπάνω- διαψεύστηκαν με τον τραγικότερο τρόπο.

Αναζητώντας επειγόντως νόημα βίου, οι νέοι κυρίως άνθρωποι στράφηκαν προς εναλλακτικά κοινωνικά κινήματα (οικολογικό, ειρηνιστικό, φεμινιστικό κ.α.). Εγκατέλειψαν τον Χριστιανισμό, αποδοκιμάζοντας τις δογματικές αγκυλώσεις και τις χειραγωγικές διαθέσεις της θεσμοποιημένης Εκκλησίας, αλλά και διότι τον θεωρούσαν, κι όχι άδικα, ως τη θρησκευτική μήτρα της νεωτερικότητας, που τόσα δεινά είχε επισυσσωρεύσει στην ανθρωπότητα. Κάθε ιερατική διαμεσολάβηση στη σχέση του ατόμου με τον Θεό καταγγέλθηκε και αναζητήθηκαν δρόμοι άμεσης εμπειρίας του Ιερού.

Η αναζήτηση αυτή οδήγησε αφενός στην αναβίωση της εσωτεριστικής και αποκρυφιστικής παράδοσης της ίδιας της Δύσης, όσο και στην εισροή ποικίλων μορφών Ανατολικής πνευματικότητας. Με τον καιρό, δίπλα στην τεράστια ελεύθερη αγορά των αγαθών και των υπηρεσιών, αναπτύχθηκε μια εξίσου γιγαντιαία αγορά θρησκευτικών μεθόδων και ιδεών, που απευθύνονται στην καταναλωτική δυνατότητα κάθε υποψήφιου πελάτη.

Η αντικατάσταση του Χριστιανισμού από τη νέα πνευματικότητα, υπήρξε κομβικής σημασίας γεγονός, καθώς προσέδωσε νέες ποιότητες στη θρησκευτική εμπειρία του δυτικού ανθρώπου. Η θρησκεία ταυτίστηκε ολοκληρωτικά πλέον με τη μυστική εμπειρία. Έχασε την ιστορικότητα και τον κοινωνικό χαρακτήρα της και μεταβλήθηκε σε αυστηρά ιδιωτική υπόθεση.
Επιπλέον, απέκτησε συγκρητιστικό περιεχόμενο, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος θεωρεί πλέον αναφαίρετο δικαίωμά του να επιλέγει κατά βούληση στοιχεία από τις διάφορες πνευματικές παραδόσεις και να τα αναμειγνύει, προκειμένου να δημιουργήσει μια θρησκεία που να "του ταιριάζει". Επιπλέον, αυτού του είδους η θρησκευτικότητα αφομοίωσε εξαρχής τη χρησιμοθηρική νοοτροπία του καπιταλιστικού συστήματος, επιχειρώντας να συνδυάσει τη μεταφυσική της λύτρωσης με καθαρά εγκοσμιοκρατικές επιδιώξεις, όπως απόκτηση ψυχικής ηρεμίας και ισορροπίας, επαγγελματική επιτυχία, προσωπική ευτυχία, κοινωνική καταξίωση και τα παρόμοια.

Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η νέα θρησκευτικότητα φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του μετανεωτερικού πνεύματος.
Αμφισβητεί την αυθεντία των θεσμικών φορέων της πίστης, υπερασπιζόμενη έναν ιδιότυπο "εκδημοκρατισμό" του μυστικού βιώματος.
Έχει ατομοκεντρικό και ιδιωτικό προσανατολισμό.
Ενθαρρύνει τη σύνθεση και τον πλουραλισμό, προωθώντας ταυτόχρονα ένα ολιστικό και ενοποιητικό όραμα για την ανθρωπότητα.
Τέλος, επιβάλλει μια εργαλειακή και καταναλωτική αντίληψη της πνευματικότητας.

Δεν είναι άξιο απορίας, επομένως, που η νέα θρησκευτική συνείδηση είναι ευρύτατα διαδεδομένη σήμερα στη Δύση, επηρεάζοντας σε μεγάλο βαθμό (συνειδητά ή ασυναίσθητα) τον τρόπο με τον οποίο θρησκεύεται ο σύγχρονος άνθρωπος -ανεξαρτήτου ομολογιακής ένταξης ή θρησκευτικής παράδοσης.


Αν η νέα πνευματικότητα είναι το μεταφυσικό προϊόν του μεταμοντέρνου πνεύματος, ο φονταμενταλισμός είναι το υποπροϊόν του. Εκφράζει την αντανακλαστική αντίδραση των κοινωνιών μπροστά στις εξελίξεις• αντίδραση που μεθοδεύει μια αναδίπλωση στους άξονες της νεωτερικότητας και της προνεωτερικότητας (18 ).

Στους κόλπους κάθε φονταμενταλιστικού κινήματος καλλιεργείται μια θεολογία του μίσους, η οποία με τη σειρά της πηγάζει από ένα βαθύ αίσθημα φόβου μπροστά στις επερχόμενες αλλαγές. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια ανασύστασης της καταρρέουσας μέσα στην μεταμοντέρνα ασάφεια προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας, οι φονταμενταλιστές όλων των θρησκειών δεν διστάζουν να μετατρέψουν την πίστη σε ιδεολογία, με σαφή εθνικιστικό και ρατσιστικό προσανατολισμό.
Εκλαμβάνοντας καθετί το νέο ως απειλή, οι απανταχού ζηλωτές αγκιστρώνονται στο παρελθόν
, το οποίο εξιδανικεύουν και ωραιοποιούν συλλήβδην, αποδίδοντάς του μυθικές διαστάσεις. Η επιθυμία επανάληψης και αναπαραγωγής των παραδοσιακών θρησκευτικών μορφωμάτων φανερώνει τον ανιστορικό χαρακτήρα του φονταμενταλισμού, και, στην ουσία, διαστρεβλώνει την παράδοση, καθώς προωθεί τη δουλική μίμηση και όχι τη δημιουργική επαναπρόσληψη των στοιχείων της, ώστε ν' αντιμετωπιστούν λυσιτελώς οι προκλήσεις του παρόντος. Έτσι, οι περισσότεροι ζηλωτές περιορίζονται σε μανιχαϊστικούς αφορισμούς, καταστροφολογικά κηρύγματα και αφελείς αντιδυτικές κορώνες.


Συμπερασματικά, η συντηρητική και αντιδραστική κατάθεση του φονταμενταλισμού επιχειρεί να εκμεταλλευθεί τον δυναμισμό της πίστης προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολιτικές σκοπιμότητες και να διατηρηθούν συσχετισμοί εξουσίας. Το αποτέλεσμα είναι να ταυτίζεται η θρησκεία με την καταπίεση και τον ολοκληρωτισμό.

Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι ο φονταμενταλισμός αποτελεί σύμπτωμα της παρούσας πολιτισμικής και πνευματικής κρίσης, όχι μόνο στο βαθμό που εκφράζει μια αναζήτηση βεβαιοτήτων και σημείων αναφοράς μέσα σε ένα περιβάλλον αστάθειας και ρευστότητας, αλλά και διότι συμμερίζεται με τον τρόπο του την ανιστορικότητα, την απολυτοποίηση του εαυτού (ατομικού ή συλλογικού δεν έχει σημασία) και την αποσπασματική χρήση της παράδοσης, που χαρακτηρίζουν τη μεταμοντέρνα θρησκευτικότητα.


(συνεχίζεται...)



Αναφορές
1. Συστηματικότεροι εκφραστές του μεταμοντέρνου στο χώρο της φιλοσοφίας θεωρούνται ο Francois Lyotard, ο Jacques Derrida και ο Jean Baudrillard, οι οποίοι επηρεάστηκαν άμεσα από τις αναλύσεις στοχαστών όπως ο Michel Foucault, ο Roland Barthes, ο Claude Levi Strauss και ο Jacques Lacan, (για να σημειώσουμε μερικούς μόνο κορυφαίους). Ο Jurgen Habermas, από την πλευρά του, εντοπίζει τις ρίζες της μεταμοντέρνας κριτικής στον Nietzsche. Για τη μεταμοντέρνα φιλοσοφία βλ. εισαγωγικά, STUART SIM, Postmodernism and Philosophy, στο STUART SIM (ed.), Postmodernism, London - New York, ROUTLEDGE, 2001, 3-14

2. Βλ. ANTHONY GIDDENS, Οι Συνέπειες της Νεωτερικότητας, μτφρ. Γιώργος Μερτίκας, ΚΡΙΤΙΚΗ, Αθήνα 2001, 64-74, 168-174, 181-182

3. Λογικώς αστήρικτες, διότι, κατά τον Habermas, κάθε θεωρία που φιλοδοξεί να περιγράψει την κοινωνική πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να αρθρώνεται με λογικά επιχειρήματα και συνεπώς όταν η μετανεωτερική κατάθεση αμφισβητεί το κύρος του ορθολογισμού στην ουσία αυτοαναιρείται ως παράλογη και αναληθής. "Νέο-συντηρητικούς" χαρακτηρίζει ο Habermas τους Γάλλους φιλοσόφους του μεταμοντέρνου (Lyotard, Derrida, Baudrillard, Foucault) επειδή θεωρεί ότι με την επίθεση που εξαπολύουν ενάντια σε ιδέες και αξίες, που κατά τη γνώμη του, έχουν καθολικό (σχεδόν μεταφυσικό) κύρος και επαναστατική ποιότητα, προδίδουν την ελπίδα για κοινωνική απελευθέρωση μέσω της πολιτικής πράξης. Από την άλλη, οι Γάλλοι στοχαστές διακρίνουν στον κοινωνικό ιδεαλισμό του Habermas σπέρματα ολοκληρωτισμού και για το λόγο αυτό προτιμούν την ανάλυση και την αποδόμηση (deconstruction) ως εργαλεία σκέψης, από τη συνθετική και κανονιστική μεθοδολογία του Habermas. Για τις θέσεις του γερμανού φιλοσόφου σχετικά με το μεταμοντέρνο βλ. JURGEN HABERMAS, Ο Φιλοσοφικός Λόγος της Νεωτερικότητας, μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου - Αναστασία Καραστάθη, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1993

4. Βλ. JEAN FRANCOIS LYOTARD, Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, ΓΝΩΣΗ, Αθήνα 19932, καθώς και την κλασική ανάλυση του DANIEL BELL, The End of Ideology, PENGUIN HARMONDSWORTH, 1962 Οι μεγάλες αφηγήσεις ή "μετα-αφηγήσεις" (metanarratives) βρίσκονται στη βάση όλων των εκφάνσεων του νεωτερικού πνεύματος, όπως η δημοκρατία, το φυσικό δίκαιο, η εκκοσμίκευση της κοινωνίας, η πολιτική οικονομία, ο εξορθολογισμός του κράτους και της καθημερινής ζωής, η αυτονόμηση της επιστήμης από την τέχνη και την ηθική, καθώς και οι διάφορες μορφές της ιδεολογίας (σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός).

5. Βλ. MANUEL CASTELLS, The Information Age (three volumes 1996, 1997, 1998) Oxford and Malden, BLACKWELL

6. Βλ. JEAN FRANCOIS LYOTARD, ό.π. 29-37

7. Βλ. εισαγωγικά MICHAEL HEIM, The Metaphysics of Virtual Reality, OXFORD UNIVERSITY PRESS, 1993, PIERRE LEVY, Δυνητική Πραγματικότητα, Η Φιλοσοφία του Πολιτισμού και του Κυβερνοχώρου, μτφρ. Μιχάλης Κραχάλιος, ΚΡΙΤΙΚΗ, Αθήνα 1999, ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, Cyberculture, trans. Robert Bononno, UNIVERSITY OF MINNESOTA PRESS, Mineapolis - London, 2001

8. Βλ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, Η Καταγωγή του Τεχνικού Πνεύματος, Αθήνα 1965, 15εξ.

9. Περισσότερα για την προβληματική αυτή βλ. στο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Η Αναστήλωση των Ειδώλων, Εικονική Πραγματικότητα και Ορθόδοξη Εικονογραφία, περ. ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ /ΙΕΡΑ-ΒΕΒΗΛΑ, τ.1, 113-122

10. Βλ. GUY DEBORD, Η Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας - Νίκος Αλεξίου, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αθήνα 1986

11. Για την έννοια της προσομοίωσης και την κοινωνική σημασία της βλ. εισαγωγικά SEAN CUBITT, Simulation and Social Theory, SAGE PUBL. London, 2001

12. Βλ. JEAN BAUDRILLARD, Αμερική, απόδοση Ν.Χρηστάκης, FUTURA, Αθήνα 2000, 153

13. Πρβλ. FREDERIC JAMESON, Postmodernism, or, The Cultural Logic of Late Capitalism, Durham NC, DUKE UNIVERSITY PRESS, 1991

14. Βλ. ZYGMUNT BAUMAN, Intimations of Postmodernity, London, ROUTLEDGE, 1992, 49

15. Βλ. JEAN BAUDRILLARD, Η Καταναλωτική Κοινωνία, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, ΝΗΣΙΔΕΣ, Αθήνα 2000, 60-61

16. Για τη μορφή που προσλαμβάνει σήμερα η θρησκευτική εμπειρία στις δυτικές κοινωνίες εν όψει του μεταμοντέρνου, βλ. DAVID LYON, Jesus in Disneyland, Religion in Postmodern Times, POLITY PRESS, 2001

17. Εισαγωγικά για το φαινόμενο βλ. C.GLOCK and R.BELLAH (ed), The New Religious Consciousness, University of California Press, 1976, Β.WILSON and J.CRESSWELL (ed.), New Religious Movements, Challenge and Response, London&New York, Routledge, 1999, ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ, Οι Νέες Θρησκείες, Ιστορική Επισκόπηση και Συστηματική Θεώρηση, στον τόμο Δοκίμια Ιστορίας των Θρησκειών, ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Αθήνα 1994, 143-179, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Ο Ανακυκλωμένος Εαυτός, Η Αγιότητα στη Νέα Εποχή, στο συλλογικό τόμο Αγιότητα, Ένα Λησμονησμένο Όραμα, ΑΚΡΙΤΑΣ, Αθήνα 2001, 191-206

18. Εισαγωγικά βλ. KAREN ARMSTRONG, The Battle for God, Fundamentalism in Judaism, Christianity and Islam, London, HARPERCOLLINS PUBL. 2001 και GILLES KEPEL, Η Επιστροφή του Θεού, μτφρ. Γ.Φασουλάκης, ΛΙΒΑΝΗΣ 1992






_


Έχει επεξεργασθεί απο τον/την antanion στις Τετ Νοέ 26, 2014 2:44 am, επεξεργάσθηκε 1 φορά συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Νοέ 26, 2014 2:37 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

_


Μετανεωτερικότητα, Θρησκεία και Ορθόδοξη Θεολογία



(συνέχεια…)



Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Καθώς η Νεοελληνική κοινωνία έρχεται όλο και περισσότερο σε επαφή με το μετανεωτερικό πνεύμα, συμπαρασυρόμενη από το ισχυρό ρεύμα της παγκοσμιοποίησης (χωρίς, εντούτοις, να έχει προηγουμένως αφομοιώσει δημιουργικά την ίδια τη νεωτερικότητα - αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία), σημειώνονται ενστικτώδεις αντιδράσεις στο χώρο της θρησκευτικότητας. Οι δυο τύποι μεταμοντέρνας θρησκευτικής έκφρασης που είδαμε παραπάνω, τουτέστιν η ατομοκεντρική, ιδιωτική νέα πνευματικότητα και η ιδεολογικοποιημένη, μαζική φανατική θρησκευτικότητα βρίσκουν τα αντίστοιχά τους στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Μια απλή ματιά στην σημερινή κατάσταση αρκεί για να οδηγηθούμε σε κάποια πρώτα συμπεράσματα.

Ένα μεγάλο μέρος του εκκλησιαστικού πληρώματος, άνθρωποι που ζουν κυρίως στα αστικά κέντρα και βρίσκονται υπό την άμεση επίδραση του πνεύματος της εκκοσμίκευσης, δεν διστάζουν να ενδώσουν στη συγκρητιστική τάση του καιρού μας, υποστηρίζοντας ότι η πατρώα πίστη τους είναι συμβατή με αντιλήψεις και πρακτικές του συρμού όπως, για παράδειγμα, η μετενσάρκωση, η αστρολογία, η γιόγκα, το Feng-Sui ή ό,τι άλλο περιέχει το "πανέρι" του New Age. Έκαστος μοιάζει να υιοθετεί μια ατομική εκδοχή "Ορθοδοξίας", ανυποψίαστος για το τι πραγματικά σημαίνει να είναι κανείς μέλος του Σώματος του Χριστού.
Περιττό να σημειώσουμε ότι η ευρύτατα διαδεδομένη αυτή τάση εναρμονίζεται απόλυτα με τη νέα θρησκευτική συνείδηση, που περιγράψαμε παραπάνω, καθώς εξατομικεύει την πίστη και την υποτάσσει στις υποκειμενικές προτιμήσεις και ανάγκες, δίχως καμιά κοινωνική προοπτική.


Μια άλλη μερίδα βαπτισμένων Ορθοδόξων, λιγότερο εκκοσμικευμένη (φαινομενικά τουλάχιστον), δεν θέλει να έχει καμιά σχέση με οτιδήποτε "μη Ορθόδοξο", εκκλησιάζεται τακτικά, αρέσκεται να ασχολείται με "πνευματικά" ζητήματα, καταφεύγει στην καθοδήγηση πεφωτισμένων γερόντων και τα παρόμοια.
Ωστόσο, και η μερίδα αυτή των ευσεβών παραμένει έκθετη στον ατομικισμό, στο βαθμό που η συμμετοχή στη λατρεία έχει καταντήσει στείρα τυπολατρία, φολκλορικού χαρακτήρα εκδήλωση, ανίκανη να ανακαινίσει το σύνολο του βίου. Στο βαθμό που η υπερβολική ενασχόληση με τα πνευματικά συνοδεύεται από παχυλή αδιαφορία για τις υλικές παραμέτρους της ζωής, στο βαθμό που η αναζήτηση πνευματικού υπακούει σε μια ευθυνόφοβη ανάγκη ετεροκαθορισμού.

Τα πάντα ενδέχεται να κινούνται κι εδώ γύρω από την επιδίωξη της ατομικής ανακούφισης και σωτηρίας• πάλι απουσιάζει η αγωνιώδης μέριμνα για τις ανάγκες του πλησίον. Η Εκκλησία εκλαμβάνεται στην περίπτωση αυτή ως ιδιωτικό θεραπευτήριο, όπου μεθοδεύεται η πνευματική αναμόρφωση των ατόμων, ώστε να βρουν μεταφυσική κάλυψη και να ισορροπήσουν την ψυχική φθορά που συνεπάγεται ο σύγχρονος τρόπος ζωής.
Φαινομενολογικά μιλώντας, η αντίληψη αυτή εντάσσεται επίσης στο ρεύμα της μεταμοντέρνας θρησκευτικότητας, καθώς αντιμετωπίζει την πίστη ως αυστηρά ιδιωτική υπόθεση, ως αναζήτηση τρόπου διαφυγής από τη δυστυχία του πολιτισμού.


Μια τρίτη τάση, διαφορετική αλλά όχι ασύμβατη με τις παραπάνω, είναι εκείνη που αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως θεσμικό καθίδρυμα, που δικαιούται εξ ορισμού να ασκεί αυξημένη πνευματική και πολιτική εξουσία, υπό την αιγίδα του κράτους.
Στις χειρότερες, μάλιστα, στιγμές της, η συντηρητική τούτη νοοτροπία διαπλέκεται με έναν ναρκισσιστικό εθνοκεντρισμό και μια ρατσιστικού τύπου ελληνολατρία - δηλαδή, με ιδεολογικές κατασκευές ακραιφνώς νεωτερικές.
Επιχειρείται, έτσι ένα αντιστάθμισμα στις ισχυρές τάσεις σχετικοποίησης του έθνους-κράτους και αποδυνάμωσης του θεσμικού ρόλου της θρησκείας, που εισηγείται η παγκοσμιοποίηση.
Εντούτοις, οι εξουσιαστικές αξιώσεις που εγείρονται από κύκλους της εκκλησιαστικής διοίκησης με το πρόσχημα της διάσωσης της Ορθόδοξης ιδιοπροσωπίας είναι αποκλειστικά ιδεολογικής υφής και κανένα θεολογικό έρεισμα δεν έχουν.
Κατά την άποψή μας, δεν είναι παρά το εγχώριο σύστοιχο της διεθνούς φονταμενταλιστικής αναβίωσης, που καθηλώνει την Εκκλησία σε εγκοσμιοκρατικά σχήματα του παρελθόντος και ακυρώνει τον δυναμισμό της μαρτυρίας της.



Τα παραπάνω αποκαλύπτουν, νομίζουμε, πως η ζωή του Ορθοδόξου πληρώματος έχει επηρεαστεί σε σημαντικό βαθμό από το ρεύμα της μεταμοντέρνας θρησκευτικότητας. Εντούτοις, η επίδραση αυτή δεν έχει γίνει ακόμα συνειδητή, δεν έχει επαρκώς διαγνωστεί ούτε το εύρος, ούτε η ποιότητά της, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης του εκκλησιαστικού φρονήματος.

Τον κίνδυνο αυτό καλείται να υποδείξει η θεολογία, ως έκφραση της κριτικής και προφητικής συνείδησης της Εκκλησίας par excellence. Ωστόσο, μοιάζει να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε τούτο το χρέος.
Πλην ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων διεισδυτικού και τολμηρού θεολογικού λόγου, η τρέχουσα θεολογική παραγωγή περιορίζεται στο να υποβαστάζει με βιβλιογραφικές παραπομπές τις θρησκευτικές τάσεις, που περιγράψαμε παραπάνω. Μοιάζει να μην έχει συνειδητοποιήσει το τι συμβαίνει. Ατενίζει αμήχανα τις αλλαγές σε κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο, ανίκανη εν πολλοίς να αναλύσει και να αξιολογήσει τις παραμέτρους τους ώστε στη συνέχεια να τοποθετηθεί επί των προκλήσεων.
Δυσκολεύεται να παρακολουθήσει το εύρος και τις μεταμορφώσεις του μεταμοντέρνου πνεύματος σε φιλοσοφικό, επιστημονικό, τεχνολογικό, θρησκευτικό και κοινωνικό επίπεδο, γι' αυτό και εμμένει πεισματικά στην μηχανική αναπαραγωγή θέσεων παρωχημένων και κοινότοπων.
Αυτό εν πολλοίς συμβαίνει διότι έχει προσκολληθεί δουλικά σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Εξαντλείται στην σχολαστική ενασχόληση με το γράμμα των Πατερικών έργων, ενώ τής διαφεύγει το πνεύμα που έκανε αυτά τα έργα μεγάλα και που αν διατηρηθεί ζωντανό μπορεί να δώσει νέες απαντήσεις σε νέα προβλήματα. Εμμένει σε μια προσπάθεια θεολογικής δικαίωσης του βυζαντινοκεντρισμού που καταδυναστεύει τις τελευταίες δεκαετίες τον εκκλησιαστικό μας βίο σε κάθε επίπεδο (λατρεία, τέχνη, διοίκηση), αντιμετωπίζοντας φετιχιστικά, δηλαδή, ειδωλολατρικά την παράδοση.
Επιπλέον, μια μερίδα θεολόγων έχει εσχάτως αναλάβει να υποστηρίξει τις διπλωματικές επιλογές της εκκλησιαστικής διοίκησης. Οι τακτικές αυτές όμως όχι μόνο δεν διευρύνουν αλλά αντιθέτως στενεύουν απελπιστικά τους ορίζοντες της θεολογίας και δεν της επιτρέπουν να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις της εποχής. Μια τέτοια θεολογία δεν είναι λόγος περί της αλήθειας της Εκκλησίας, αλλά αντιδραστική ιδεολογική προπαγάνδα -η οποία, μάλιστα, δεν διστάζει να αυτοσυστήνεται ως αυθεντική ερμηνεία της παράδοσης. Διότι, είναι αλήθεια πως οι σύγχρονοι θεολόγοι ελάχιστα έχουν συνειδητοποιήσει τη χρεοκοπία τους, αλλά συνεχίζουν να βαυκαλίζονται περιβαλλόμενοι από νέφη ψευδαισθήσεων σχετικά με το κύρος και την απήχηση του λόγου τους.
Η πραγματικότητα, φυσικά, είναι ωμή: μη μπορώντας να εκφέρει λόγο σωτηρίας (που σημαίνει λόγο νοήματος) προς τον σύγχρονο άνθρωπο, μη μπορώντας να ανταποκριθεί στις (ευτυχώς υψηλές) απαιτήσεις του, η θεολογία έχει δικαίως περιθωριοποιηθεί, αφήνοντας αδιάφορους ακόμη και τους φοιτητές των θεολογικών σχολών.

Από την άλλη, τα ζητήματα που ανοίγει η μεταμοντέρνα κατάσταση είναι από πολλές απόψεις εντελώς νέα.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι θεολόγοι σήμερα δυσκολεύονται να εφαρμόσουν την προσφιλή τους "μέθοδο του copy-paste", όπως την αποκαλώ, δηλαδή της αποδελτίωσης και παράθεσης των σχετικών με το εκάστοτε θέμα Πατερικών χωρίων, δια της οποίας συνήθιζαν να επιλύουν (όπως τουλάχιστον νομίζουν) όποιο πρόβλημα προέκυπτε έως τώρα.
Διότι, ποια τσιτάτα να επιστρατεύσει κανείς για να αποτιμήσει θεολογικά ζητήματα όπως η έκρηξη της πληροφορικής, η εικονική πραγματικότητα των ΜΜΕ και του Internet, οι εξελίξεις στο χώρο της βιοτεχνολογίας, ή η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος; Κι όσες αναφορές μπορούν να εντοπιστούν είναι έμμεσες και γενικού χαρακτήρα.
Το πράγμα βέβαια είναι απολύτως φυσικό, καθώς τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο μεσαιωνικός άνθρωπος δεν είναι ίδια μ' αυτά που αντιμετωπίζουμε εμείς σήμερα. Είναι ευκαιρία, λοιπόν, σήμερα η θεολογία να τολμήσει επιτέλους να στοχαστεί ελεύθερα και με πρωτοτυπία, ώστε να αναδιατυπώσει την αλήθεια του Ευαγγελίου κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών, αποδεικνύοντας ότι έχει αφομοιώσει το Ορθόδοξο φρόνιμα των Πατέρων της και είναι ικανή όχι απλώς να αντιγράφει, αλλά και να δημιουργεί την παράδοση.


Εδώ μπορεί να αντιτείνει κανείς ότι η θεολογική κατάθεση, κυρίως από τη δεκαετία του '60 και εξής, συνιστά μια επιτυχημένη προσπάθεια αναμέτρησης με το μεταμοντέρνο πνεύμα.
Πράγματι, αξιόλογες τάσεις όπως η θεολογία του προσώπου, η γνωσιολογική ανάδειξη του αποφατισμού, η επανεύρεση του ησυχαστικού νεύρου της Ορθοδοξίας, η έμφαση στον θεραπευτικό χαρακτήρα της εκκλησιαστικής εμπειρίας και η εσχατολογική και υπαρξιακή ερμηνεία της λατρείας εναρμονίζονται ως ένα βαθμό με το γενικό κλίμα της μεταμοντέρνας πνευματικότητας, όπως το περιγράψαμε στην πρώτη ενότητα.
Αυτό όμως δεν εγγυάται αυτόχρημα και τη θεολογική τους ποιότητα. Γιατί όπως είδαμε, υπάρχει προοδευτικός και αντιδραστικός μεταμοντερνισμός, τάσεις απελευθέρωσης της συνείδησης και κριτικής αναδιαπραγμάτευσης του υπάρχοντος υπό την προοπτική του μέλλοντος, αλλά και τάσεις ανιστορικές και αντικοινωνικές, που ανακυκλώνουν τη ζωής στα όρια της ατομικότητας και προωθούν την αναπαλαίωση της θρησκευτικής εμπειρίας.


Σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα δικαιούμαστε, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, να υποστηρίξουμε ότι δυστυχώς η ελπιδοφόρα κατά τα άλλα θεολογική αναγέννηση που συντελέστηκε από το '60 και εξής δεν κατόρθωσε να αποφύγει τις παγίδες του μεταμοντέρνου -κι έτσι ως ένα βαθμό η δυναμική της ακυρώθηκε.
Βέβαια, πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι για το αποτέλεσμα αυτό δεν ευθύνονται τόσο οι εισηγητές της θεολογίας αυτής, όσο οι περιορισμένης εμβέλειας επίγονοί τους. Καθώς δεν είναι εδώ δυνατή μια εκτεταμένη ανάλυση της παρούσας κατάστασης, θα περιοριστούμε σε μερικές μόνο επισημάνσεις (19).

Τις τελευταίες δεκαετίες η θεολογία του προσώπου είναι η έμμονη ιδέα (obsession) της Ορθόδοξης θεολογίας - κατά τον ίδιο τρόπο που η βυζαντινή χιλιετία είναι η έμμονη ιδέα της εκκλησιαστικής διοίκησης.
Οι επιμέρους κατηγορίες της (έρωτας, σχέση, κοινωνία προσώπων, υπαρκτική ετερότητα και τα παρόμοια) έχουν μεταβληθεί σε στερεότυπα, τα οποία αναπαράγονται μονότονα στην πλειονότητα των θεολογικών γραπτών, προβαλλόμενα ως θεμελιώδεις άξονες της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Κι αυτό ίσως να μην ήταν επιλήψιμο, εάν οι παραπάνω κατηγορίες δεν κατανοούνταν σε μεγάλο βαθμό ανιστορικά και ουσιοκρατικά, αν δεν είχαν απογυμνωθεί από την εσχατολογική δυναμική τους και δεν είχαν καταλήξει ψηφίδες διαμόρφωσης μιας κλειστής ανθρωπολογίας.
Ενδεικτικό της κατάστασης αυτής είναι το αντιφατικό φαινόμενο, η σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία που τόσο φλυαρεί περί προσώπου, να στέκεται βουβή μπροστά στα μείζονα κοινωνικά προβλήματα του καιρού μας, να παραμένει απαθής μπροστά στην οδύνη και στα δεινά των αδελφών μας και μάλιστα των ελαχίστων. Ερμηνευμένη με τρόπο άχρονο και στατικό, η θεολογία του προσώπου κινδυνεύει, λοιπόν, να μεταβληθεί σε πλαδαρή ερωτολογία για κατηχητόπουλα, δικαιώνοντας μεταφυσικά την ελιτίστικη αυταρέσκεια και τον ατομικισμό που ενδημούν στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα.


Ο αποφατισμός, πάλι, αντί να αναδειχθεί σε γνωσιολογικό θεμέλιο μιας αυτοκριτικής λειτουργίας στο εσωτερικό του εκκλησιαστικού σώματος (άρση των βεβαιοτήτων, αντίσταση στη ροπή προς εκκοσμίκευση, προάσπιση της ανοιχτότητας και της ανεκτικότητας) αξιοποιήθηκε ως άλλοθι του ανορθολογισμού και της γνωσιομαχίας που μαστίζει τη σύγχρονη θεολογία.
Γιατί κατά τα άλλα το αποφατικό νεύρο της Ορθοδοξίας παραμένει ανενεργό. Επικρατεί παντού ένα κλίμα απόλυτης αυτάρκειας και δαιμονικής αυτοδυναμίας αναφορικά με την κατοχή της αλήθειας και τη διαχείριση της αυθεντίας - γι' αυτό κι απουσιάζει ο ειλικρινής διάλογος με ότι δεν είναι (ακόμη) Εκκλησία.
Ο αποφατισμός κατανοείται πρωτίστως ουσιοκρατικά, ως αντανάκλαση του οντολογικού ελλείμματος μεταξύ κτιστού - Ακτίστου στο χώρο της γνωσιολογίας και όχι εσχατολογικά, ως υπεράσπιση του αναφαίρετου δικαιώματος του Κυρίου να αποκαλύψει τη δόξα του προσώπου του με πληρότητα στο μέλλον.
Όμως ο αποφατισμός δεν είναι ένα δόγμα ανάμεσα στα άλλα (τι αντίφαση!)• είναι ο ορθός τρόπος προσέγγισης όλων των δογμάτων, που προστατεύει την Εκκλησία από τον δογματισμό. Εκφράζει το ταπεινό φρόνημα των μελών της Εκκλησίας καθώς πορεύονται προς τα Έσχατα, τη διαρκή διάθεσή τους για μετάνοια και αυτοκριτική ενόψει του ερχομού της Βασιλείας του Τριαδικού Θεού (20).


Ο ησυχασμός, με τη σειρά του, προβάλλεται από τη σύγχρονη θεολογία κατά τρόπο που μάλλον απεργάζεται τον εφησυχασμό των πιστών, απογυμνωμένος από το κυριότερο γνώρισμά του, την εσχατολογική ένταση και εγρήγορση.
Η νηπτική παράδοση της Ανατολής κατανοείται με νεοπλατωνικές προϋποθέσεις, γεγονός που έχει εδραιώσει ένα κλίμα νοσηρής μυστικοπάθειας και ανιστορικού εσωτερισμού στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Αναπτύχθηκε, στο πλαίσιο αυτό, μια θεολογία ( ή μήπως τεχνολογία; ) της θέωσης, η οποία καθηλώνει τον άνθρωπο σε μια σχεδόν αυτιστική ενασχόληση με τον εαυτό του, υπό το πρόσχημα της αυτοκάθαρσης και του αγιασμού.
Χαμένη μέσα σε παραληρήματα περί φωταψιών, εκστατικών βιωμάτων και οραμάτων, αυτού του είδους η θε(ωση)ολογία μοιάζει να λησμονεί πως το μέτρο της πνευματικής τελείωσης του πιστού είναι πάντοτε το μέτρο της αγάπης που δείχνει προς τον αδελφό του. Όμως, "των δε φθασάντων την τελειότητα τούτο έστι το τεκμήριον. Εάν καθ' ημέραν δεκάκις εις καύσιν παραδοθώσιν υπέρ της αγάπης των ανθρώπων, ου κορέννυνται εκ τούτου", υπενθυμίζει ο Ισαάκ ο Σύρος.


Άμεσα συνδεδεμένος με την αναβίωση του μυστικισμού, ο θεραπευτισμός που έχει εσχάτως ενσκήψει στους χώρους της ποιμαντικής κυρίως θεολογίας, έχει αναλάβει να συνεχίσει το έργο του οργανωσιακού ηθικισμού, με διαφορετικό, πιο "μοντέρνο" και "εναλλακτικό" αυτή τη φορά, προσωπείο.
Αναπαράγοντας σε άλλο επίπεδο τα ενοχικά σύνδρομα και την πουριτανική νοοτροπία του προτεσταντίζοντος προκατόχου του, ο σύγχρονος Ορθόδοξος θεραπευτισμός λειτουργεί ως εργαστήρι παραγωγής υποταγμένων συνειδήσεων, καθώς υπόσχεται μεν να ανακουφίσει τον άνθρωπο από την ψυχική και πνευματική φθορά που του προκαλεί ο σύγχρονος τρόπος ζωής, αφήνοντας ταυτόχρονα στο απυρόβλητο το απάνθρωπο σύστημα που τον καταπιέζει και τον αλλοτριώνει.
Στο βαθμό, επομένως, που απουσιάζει κάθε διάθεση ουσιαστικής κοινωνικής κριτικής και παρέμβασης, ο υπερτονισμός του θεραπευτικού χαρακτήρα της Εκκλησίας δεν έχει άλλο ρόλο παρά να στηρίζει την κρατούσα τάξη πραγμάτων, αναλαμβάνοντας την περίθαλψη και τον σωφρονισμό των θυμάτων της. Εξατομικεύοντας πλήρως την ελπίδα για λύτρωση από τη δυστυχία του πολιτισμού, η μεταμοντέρνα θεραπευτική θεολογία συμβάλει στην άμβλυνση του προφητικού και ανατρεπτικού φρονήματος της Εκκλησίας, μεταβαλλόμενη για το λόγο αυτό σε αιχμή του δόρατος της συντήρησης και του κομφορμισμού.


Τέλος, η ελπιδοφόρα εσχατολογική διαπραγμάτευση της λατρείας, παρά τη θεολογική της πληρότητα και τη φιλοσοφική της διεισδυτικότητα, δεν κατόρθωσε να διαγνώσει την ολική έκλειψη του κοινωνικού που έχει ήδη συντελεστεί στις μετανεωτερικές κοινωνίες.
Έτσι βρέθηκε να εκπροσωπεί έναν τυπολατρικό λειτουργισμό και έναν φαντασιακό κοινοτισμό, ο οποίος μεταθέτει και απωθεί το απολεσθέν κοινωνικό σε ένα μυστηριακό και ιδεαλιστικό επίπεδο. Όλη η εσχατολογική δυναμική της ευχαριστιακής σύναξης μοιάζει να εξαντλείται στην κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, αφήνοντας ανεπηρέαστες τις υπόλοιπες εκδηλώσεις του βίου των ενοριτών. Από τη στιγμή, όμως, που συμβαίνει αυτό, ανοίγεται διάπλατα ο δρόμος για την καθολική ταύτιση της Εκκλησίας με τη Βασιλεία του Θεού...


Δεν θα επεκταθούμε άλλο. Η κακοδαιμονία της Ορθόδοξης θεολογίας σήμερα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι ελάχιστη επαφή έχει με το πνεύμα της εποχής μας. Αποτολμώντας έναν γενικό χαρακτηρισμό, θα λέγαμε ότι διέπεται στο σύνολό της από έναν "αποκαταστασιακό ρομαντισμό", όπως τον ορίζει ο Michael Lovy στην τυπολογία του (21), δηλαδή, από μια νοσταλγική διάθεση επιστροφής σε ένα προ-νεωτερικό (βυζαντινό ως επί το πλείστον) παρελθόν. Είναι μια θεολογία των κειμένων και όχι της ζωής, που παλεύει ασθμαίνοντας να καλύψει την ανεπάρκειά της, οικειοποιούμενη τα επιτεύγματα του παρελθόντος και προβάλλοντάς τα ως δικά της. Στεγνή από έμπνευση και πρωτοτυπία, με μηδαμινή κοινωνική απήχηση και ανίκανη να πείσει ακόμη και την ακαδημαϊκή κοινότητα ή τους ανθρώπους των πνεύματος για τη σοβαρότητά της, η θεολογία μαστίζεται από μια πρωτοφανή κρίση ταυτότητας, τη μεγαλύτερη που έχει γνωρίσει από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους.


Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια νέα θεολογία ενόψει της μεταμοντέρνας κατάστασης. Μια θεολογία αυτοκριτική, ευρύχωρη, συζητήσιμη και ανεκτική, με υψηλό βαθμό προφητικής τοξικότητας, διαβρωτική των κάθε λογής ειδώλων - εντός ή εκτός της Εκκλησίας.
Οι άξονες μιας τέτοιας θεολογίας υπάρχουν ήδη στην παράδοσή μας. Ο πρώτος είναι η εσχατολογική συνείδηση, η οποία συνδέεται με την διαλεκτική πρόσληψη της Ιστορίας υπό την ανακαινιστική προοπτική της Βασιλείας του Τριαδικού Θεού.
Ο δεύτερος είναι η κοινωνική παρέμβαση στο πλευρό των πασχόντων, των αδικημένων και των ηττημένων.
Ο τρίτος, τέλος, άξονας είναι η οικουμενικότητα, ως ορίζοντας της εκκλησιαστικής μέριμνας και προοπτικής.
Όλες οι επιμέρους τάσεις που, όπως είδαμε παραπάνω, έχει αναδείξει η σύγχρονη θεολογική έρευνα πρέπει, κατά την άποψή μας, να ενταχθούν και να επανερμηνευθούν στο πλαίσιο που ορίζουν οι τρεις αυτοί άξονες.
Θα αξιοποιηθούν με τον τρόπο αυτό οι γόνιμες αφορμές που αναμφισβήτητα παρέχουν, ενώ ταυτόχρονα θα απαλειφθούν τα αντιδραστικά ή αναχρονιστικά στοιχεία τους, ώστε η Ορθόδοξη θεολογία να κατορθώσει να αποφύγει τις παγίδες τόσο της νέας πνευματικότητας όσο και του φονταμενταλισμού, σχοινοβατώντας με επιτυχία ανάμεσα στο προνεωτερικό παρελθόν, στο νεωτερικό παρόν και στο μετανεωτερικό της μέλλον.




Αναφορές
19. Εκτενέστερη κριτική αποτίμηση της κατάστασης που επικρατεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία και θεολογία σήμερα, καθώς και ορισμένες προτάσεις προς την κατεύθυνση μιας εσχατολογικής κατανόησης της πίστης, μπορεί να βρει κανείς στο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΚΑΔΑΣ και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Λόγος Σκληρός, Κεφάλαια Τοξικής Θεολογίας, ΕΞΑΝΤΑΣ, Αθήνα 2001

20. Μια κριτική αναφορά στον αποφατισμό υπό το πρίσμα της εσχατολογίας βλ. στο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΟΥΛΗΣ, Ορθός Λόγος και Διαφωτισμός, Αποφατισμός και Εσχατολογία, περ. ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ - ΙΕΡΑ/ΒΕΒΗΛΑ, τ.3, Απρ-Ιουν.2002, 171-183

21. Βλ. MICHAEL LOVY και ROBERT SAYRE, Εξέγερση και Μελαγχολία, Ο Ρομαντισμός στους αντίποδες της Νεοτερικότητας, μτφρ. Δ.Καββαδία, ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, Αθήνα 1999, 154εξ.




_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Σαβ Ιαν 03, 2015 1:21 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

-



Η Μετα-φυσική ως αρρώστια και ως Γιορτή

Χρ. Γιανναρά

14-08-2011


Γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου – «καλή Παναγιά» εύχονται στα νησιά μας, το γλωσσικό ομόλογο του «καλή Ανάσταση» ή «καλά Χριστούγεννα».

Όσοι καταλαβαίνουν ασυμβίβαστη τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία (κατανόηση που όριζε κάποτε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του Ελληνα), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς τη «Θεοτόκο»: τη γυναίκα που έδωσε σάρκα στην ελευθερία του Θεού από την ίδια τη θεότητά του, ελευθερία μανικού έρωτα για το πλάσμα του – να υπάρξει άνθρωπος ο Θεός χωρίς να καταλύεται το «όλως έτερον» της θεότητας. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», ψέλνει η Εκκλησία γι’ αυτή τη γέννα του Θεού από άνθρωπο, πρώτη και μοναδική στην Ιστορία ταύτιση της ελευθερίας με την Αιτιώδη Αρχή του υπαρκτικού γεγονότος.

Όσοι δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία, την αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος όταν θρησκειοποιείται (αλλοτρίωση που όρισε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα της μεταρωμαϊκής Δύσης), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς κυρίως την «Παρθένο» (the Virgin, la Vierge). Θέλουν να ξορκίσουν τον πρωτόγονο ενοχικό φόβο για τη σεξουαλικότητα. Φόβο που ακόμα φυλακίζει τη γυναίκα στην «μπούργκα», να κρυφοβλέπει τον κόσμο αόρατη ως φύλο, τον ίδιο φόβο που στα θρησκευτικά περιβάλλοντα θέλει να κρύψει, να εξαφανίσει τη γυναικεία χάρη, ιδιαίτερα τα μαλλιά (γιατί άραγε τα μαλλιά; ), ακόμα και να τα ξυρίσει, όπως οι φανατικοί Εβραίοι στις γυναίκες τους.
Την ιεροποίηση της βιολογικής παρθενίας, περίπου λατρεία, τη γεννάει η φυσική θρησκεία, το τυφλό ένστικτο θωράκισης του εγώ απέναντι στον φόβο για το άγνωστο υπερβατικό.

Την Εκκλησία τη γεννάει μια κλήση (το λέει η λέξη) για μετοχή σε σχέσεις κοινωνίας, συνύπαρξης. «Κλήση» και «σχέση» είναι περίπου ο ορισμός της ελευθερίας. Αλλά την ελευθερία οι άνθρωποι σπάνια μέσα στην Ιστορία την άντεξαν ως αρχή κοινού τρόπου του βίου
– είναι άθλημα επίπονο, απαιτεί να ξεπεράσεις το εγώ, να ρισκάρεις τη χρησιμότητα για χάρη της αλήθειας.

Έτσι και η Εκκλησία δεν αυτο-ορίστηκε ποτέ ως συντελεσμένο κατόρθωμα, αυτο-εικονίστηκε καταγωγικά σαν χωράφι με σιτάρι μεν, αλλά και με «ζιζάνια»: Συνυπάρχει με την Εκκλησία πάντοτε, σαν σύμπτωμα ή τάση, η θρησκειοποίησή της - όπως παραμονεύει πάντα και στη μητρική αγάπη ο εγωκεντρικός αυταρχισμός ή στον έρωτα η καμουφλαρισμένη ιδιοτέλεια της ηδονής.

Όταν θρησκειοποιείται ο εκκλησιαστικός βίος αλλοτριώνεται συνολικά: Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας, το ευ-αγγέλιο, εκλαμβάνεται σαν ιδεολογία, η πίστη σαν ατομική πεποίθηση, η ηθική σαν αξιόμισθο ατομικό κατόρθωμα. Τότε παίρνει τα πάνω του και ο πρωτόγονος ενοχικός φόβος για τη σεξουαλικότητα
: Η Παναγία ενδιαφέρει (και τιμάται) όχι γιατί σάρκωσε τον Ασαρκο και χώρεσε τον Αχώρητο, αλλά γιατί παρέμεινε «και μετά τόκον παρθένος». Έσωσε τη βιολογική παρθενία, που ενδιαφέρει ασύγκριτα περισσότερο από τη μητρότητα.

Στον εκκλησιαστικό μοναχισμό το Αγιον όρος λογαριάζεται «Περιβόλι της Παναγιάς», η παρθενία άλμα απόλυτης ερωτικής αυτοπροσφοράς, κορύφωμα ελευθερίας της αγάπης. Στον θρησκειοποιημένο μοναχισμό το ερωτικό άθλημα της παρθενίας αλλοτριώνεται σε νομική υποχρέωση «αγαμίας».

Η αγαμία αυτονομείται και από τον μοναστικό βίο και από την «αναχώρηση», βιώνεται χωρίς μετοχή σε κοινότητα - αδελφότητα - οικογένεια εκκλησιαστική, ή χωρίς ασκητικό ερημητισμό. Επιλέγεται η αγαμία ως προαπαιτούμενο καριέρας: στη μεν Δύση γενικά ιερατικής, στον δε Ορθοδοξισμό ειδικά επισκοπικής.

Η αγαμία καριέρας, στα καθ’ ημάς, προϋποθέτει τη σεξουαλικότητα εξ ορισμού ως μολυσματική, αφού αυτή και μόνη αποκλείει αξιωματικά και τον αγιότερο των εγγάμων πρεσβυτέρων από την επισκοπική ευθύνη. Αποδείχνει η εξαναγκαστική αγαμία των επισκόπων ότι είναι υποκριτικές φλυαρίες όλα όσα παραλλήλως κηρύσσονται για τον γάμο ως μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Αν «μυστήριο» σημαίνει τη φανέρωση και δυναμική πραγμάτωση της Εκκλησίας (τον εικονισμό του υπαρκτικού τρόπου της Τριαδικής Θεότητας και της «κένωσης» του Χριστού), πώς είναι δυνατό το «μυστήριο» του γάμου να συμβιβάζεται μεν με το μυστήριο της ιερωσύνης του πρεσβυτέρου, όχι όμως και με αυτό του επισκόπου! Ή να αποκλείει η ιερωσύνη το μυστήριο (δεύτερου) γάμου πρεσβυτέρων που χήρεψαν!

Στα σημερινά δεδομένα της ατομοκεντρικής συλλογικότητας, η αγαμία καριέρας συνιστά ολοφάνερη πια απειλή της ψυχικής υγείας και της ηθικής ακεραιότητας.

Η μοναξιά ρημάζει τον δίχως ένταξη σε μοναστήρι άγαμο και η αναπότρεπτη υποταγή του στις τρέχουσες συνθήκες του βίου (καθημερινό συμφυρμό με το απρόσωπο πλήθος, τηλεόραση, έντυπα, βίντεο, διαδίκτυο) και τον καταιγισμό προκλήσεων αισθησιακού ηδονισμού που συνεπάγονται, οδηγούν αδήριτα στη μεγιστοποίηση των ενδεχομένων ψυχικής ανωμαλίας, σεξουαλικών διαστροφών, νευρωτικών ή και ψυχωτικών διαταραχών. Ή ευνοούν οι συνθήκες την καταφυγή του αγάμου στη διπλοπροσωπία, τη μεθοδική υποκρισία, τις σχιζοειδείς συμπεριφορικές αντιφάσεις.

Τα φρικώδη σκάνδαλα παιδεραστίας, που συγκλονίζουν τον ρωμαιοκαθολικό κλήρο τα τελευταία χρόνια ή, οι σιωπηρά καθιερωμένες, στον ίδιο κλήρο, άγαμες «συζυγίες» ιερέων, κυρίως στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, με τις γυναίκες σαν πορνικά ανδράποδα δίχως κοινωνική ένταξη. Είναι πτυχές τραγωδίας που τη διαιωνίζει ο πρωτογονισμός του ενοχικού φόβου για τη σεξουαλικότητα παγιωμένος σαν «χριστιανική» στάση.
Αλλά και στις «εθνικές εκκλησίες» του ιδεολογικού Ορθοδοξισμού, τα επισκοπικά σώματα και οι «αυλές» των αγάμων που τα πλαισιώνουν εμφανίζουν δραματικό πληθωρισμό συμπτωμάτων ψυχοπαθολογίας, απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, καθήλωσης της νοημοσύνης σε παιδαριώδες επίπεδο. Καθόλου τυχαία η εμπειρία της Εκκλησίας θεσμοθέτησε τη μοναστική οδό ως προϋπόθεση της ασκητικής παρθενίας.

Ο ίδιος εκκλησιαστικός εμπειρισμός υμνεί την Παναγιά ως «ζωής μητέρα». Της ζωής που είναι ελευθερία από την αρρώστια, τη διαστροφή, το κάτσιασμα. Και κορυφώνεται στη Γιορτή.




-
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Ιούλ 12, 2015 12:33 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.


Η Αριστερά απέναντι στην κρίση

Του Μήτσου Γκορίτσα

27.09.2010

Η Αριστερά έχει κρίσιμο ρόλο να παίξει, πρωτοστατώντας στους αγώνες και ταυτόχρονα προβάλλοντας ένα μεταβατικό πρόγραμμα πάλης, που δείχνει έμπρακτα ότι υπάρχει διέξοδος από την κρίση. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξεπεραστεί άμεσα η διάσπαση δυνάμεων και να υπάρξει η μεγαλύτερη δυνατή κοινή δράση απέναντι στη μάχη του μνημονίου. Γιατί, πριν από το ζήτημα της ανάλυσης και των προτάσεων διεξόδου από την κρίση, υπάρχει το ζήτημα της πράξης. Τα μέτρα που προβλέπει το μνημόνιο κυβέρνησης-ΔΝΤ-ΕΚΤ, οδηγούν σε μια δραματική ανατροπή τη ζωή των εργαζόμενων και γενικότερα των «από κάτω». Τα μέτρα αυτά πρέπει να ανατραπούν και μόνο ένας κοινωνικός ξεσηκωμός μπορεί να τα σαρώσει.

Η στάση των διαφόρων δυνάμεων της Αριστεράς δεν μπορεί να κριθεί μόνο θεωρητικά, με βάση απλά την ορθότητα ή μη των αναλύσεων και των προτάσεών τους, αλλά από το κατά πόσο είναι πρόθυμες να συμβάλουν στον αναγκαίο κοινωνικό ξεσηκωμό για την ανατροπή των μέτρων. Κάθε άλλη στάση, είτε γιατί αρνείται την κοινή δράση στο όνομα της «καθαρότητας», είτε γιατί αντιμετωπίζει τα μέτρα με τη λογική «ό,τι έγινε, έγινε», είναι στάση άχρηστη ή ακόμα και βλαπτική για το εργατικό κίνημα.
Όμως η κοινή δράση δεν θα είναι αποτελεσματική, χωρίς την παράλληλη καταπολέμηση της σύγχυσης και των λάθος αντιλήψεων, που υπάρχουν μέσα στην Αριστερά σήμερα. Δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απολύτως αναγκαία η συντροφική και αυστηρή κριτική, ώστε να μπορέσει να ηγεμονεύσει στο κίνημα μια πραγματικά αποτελεσματική πολιτική κατεύθυνση που θα θέλει να δώσει τη μάχη ενάντια στην επίθεση του κεφαλαίου.

Μια τέτοια αριστερή πολιτική, ικανή να συσπειρώσει και να στηρίξει τους κοινωνικούς αγώνες, οφείλει να συνδυάζει δυο στοιχεία τα οποία να έχουν συνέπεια και συνοχή:
α) Στόχο και όραμα για το ποια διέξοδο από την κρίση επιδιώκουμε.
β) Αιτήματα και συγκεκριμένη πολιτική και τακτική, καθώς και τα αναγκαία μέσα και μορφές πάλης που μπορούν να εμπνεύσουν την ταξική αντίσταση και να οδηγήσουν στους επιδιωκόμενους στόχους.

Επιπλέον, για να είναι αποτελεσματική, για να μπορεί να πείσει τις πλατιές μάζες, η πολιτική αυτή οφείλει να είναι ρεαλιστική. Όχι βέβαια με τον υποκριτικό «ρεαλισμό» όσων μας καλούν να αποδεχθούμε σαν «μονόδρομο» την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική του μνημονίου, την ίδια στιγμή που μας λένε ότι είναι «ακραίο» να υπερασπίζουμε τις στοιχειώδεις ανάγκες των εργαζομένων για ψωμί, εργασία, παιδεία, υγεία, ελεύθερο χρόνο, αξιοπρέπεια, ελευθερία...

Μια αριστερή πολιτική οφείλει να είναι ρεαλιστική με την έννοια της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, με τη λογική να κατανοήσουμε την «καταστροφή που μας απειλεί και πώς θα την καταπολεμήσουμε», με τη λογική να παλέψουμε «by any means necessary» (με όποιο μέσο είναι απαραίτητο).

Η Αριστερά δεν μπορεί να κρίνει με βάση της επιθυμίες της, με κριτήριο, για παράδειγμα, το αν μας αρέσουν τα μικρά βήματα ή οι μεγάλες συγκρούσεις, αν προτιμάμε τη μεταρρύθμιση του καπιταλισμού ή την ανατροπή του. Η Αριστερά, για να αξίζει το όνομά της, οφείλει να «προτιμήσει» το ρεαλιστικό δρόμο, αυτόν δηλαδή που επιβάλλει η σημερινή ακραία πραγματικότητα, όσο δύσκολος κι αν είναι αυτός. Κάθε άλλη προσέγγιση οδηγεί σε ουτοπίες και καθιστά την Αριστερά μια άχρηστη πολιτική δύναμη.


«Έξοδος της χώρας από την κρίση»;

Η συζήτηση που γίνεται μέσα στην ελληνική Αριστερά σήμερα, εστιάζεται κυριαρχικά στα αιτήματα, στην τακτική, στα μέσα πάλης. Αντίθετα, για το ζήτημα του τελικού στόχου και του οράματος η συζήτηση, για το μεγαλύτερο τμήμα της Αριστεράς, φαίνεται να έχει τελειώσει πριν καν αρχίσει. Μια μειοψηφία της άκρας Αριστεράς (που συμμετέχει είτε στον ΣΥΡΙΖΑ είτε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ) μιλάει για το στόχο της σοσιαλιστικής ανατροπής του καπιταλισμού. Αντίθετα, η πλειοψηφία της Αριστεράς, ενώ σωστά απορρίπτει (τουλάχιστον στα λόγια) τη «συναίνεση» και καλεί για την ανατροπή του μνημονίου, στο ζήτημα του στόχου που θέτει, φαίνεται να βρίσκει σημεία επαφής με την άρχουσα τάξη και τους πολιτικούς της εκπροσώπους, ακολουθώντας το: «Να βγει η χώρα μας από την κρίση».

Πρόκειται για έναν στόχο που είναι λάθος όχι μόνο για το μέλλον και το όραμα που προτείνει η Αριστερά, αλλά επιπλέον είναι ένας στόχος χωρίς ταξικό προσανατολισμό (αφού η χώρα «είμαστε όλοι») και γι’ αυτό ακριβώς συσκοτίζει και αποπροσανατολίζει τη συζήτηση για τα αιτήματα και την αναγκαία πολιτική τακτική της Αριστεράς σήμερα. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να πείσει τις ευρύτερες μάζες ότι αποτελεί ρεαλιστικότερη πολιτική από την αστική, όσα φιλολαϊκά μέτρα και αν προτείνει, γιατί απλούστατα περιορίζεται από την ίδια την πραγματικότητα: Η χώρα «μας» είναι μια καπιταλιστική χώρα, ενταγμένη σε ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα.

Με άλλα λόγια, αν στόχος της Αριστεράς είναι «να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση», χωρίς αυτό να περιλαμβάνει την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος, τότε ο στόχος αυτός καταλήγει στο να βγάλουμε τον ελληνικό καπιταλισμό από την κρίση. Τότε το μάξιμουμ της πολιτικής, που προτείνουμε, δεν μπορεί να πηγαίνει πέρα από τη, φιλολαϊκή έστω, διαχείριση του υπάρχοντος συστήματος, με δεδομένους τους περιορισμούς που συνεπάγεται αυτό το σύστημα, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Όμως, έστω και μετριοπαθής, είναι εφικτός ο στόχος της φιλολαϊκής «εξόδου της χώρας από την κρίση»; Σε αυτό το ερώτημα εμφανίζονται πολλές και διάφορες απαντήσεις στο χώρο της Αριστεράς, που θα μπορούσαν όμως, με μια αναγκαία δόση αυθαιρεσίας αναγκαστικά, να συνοψιστούν σε τρεις κύριες προσεγγίσεις. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τη μια ως «ευρωπαϊκή», τη δεύτερη «αντιευρωπαϊκή», ενώ η τρίτη είναι η στάση ενός ιδιόμορφου «αναχωρητισμού» και «στρουθοκαμηλισμού».


Ευρωπαϊσμός...

Η «ευρωπαϊκή» είναι η άποψη που κυριαρχεί στην ηγεσία του ΣΥΝ. Η άποψη αυτή θεωρεί ότι η ΕΕ και το ευρώ αποτελούν αποκούμπι για την Ελλάδα μέσα στη δίνη της διεθνούς κρίσης κι ότι συνεπώς η οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να αναζητηθεί μέσα στην ΕΕ και κατηγορεί κάθε άλλη προοπτική ως πολιτική «εθνικού απομονωτισμού». «Διεθνές το πρόβλημα, διεθνής και η λύση», όπως συνηθίζει να λέει ο Γ. Δραγασάκης, βασικός οικονομικός αναλυτής του ΣΥΝ.

Όμως η αναγνώριση του διεθνούς χαρακτήρα της κρίσης από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα, αντίθετα το μεγεθύνει. Γιατί, όταν παραμένει στόχος η «έξοδος της Ελλάδας από την κρίση», η επιδίωξη συνεργασίας με το «διεθνές περιβάλλον» κλιμακώνει τη δυσκολία της απάντησης. Δεν είναι πια απλά το ζήτημα αν είναι εφικτή η «έξοδος της Ελλάδας από την κρίση», αλλά και αν μπορούν παράλληλα να βγουν η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ευρώπη ολόκληρη.

Με άλλα λόγια, μια τέτοια λογική οδηγεί την Αριστερά στο να αναζητά διεξόδους, που ούτε λίγο ούτε πολύ βάζουν στόχο τη διαχείριση του παγκόσμιου συστήματος, ώστε να βγει από την κρίση του, ή έστω από την ευρωπαϊκή κρίση του σε επίπεδο ΕΕ, και να γίνει πιο φιλολαϊκό. Είναι μια πολιτική νεοκεϊνσιανισμού που ενδύεται ένα «διεθνιστικό» μανδύα.
Ο κεϊνσιανισμός δεν έβγαλε ποτέ και ούτε σήμερα μπορεί να βγάλει τον καπιταλισμό από την κρίση. Ο «διεθνιστικός» κεϊνσιανισμός προσθέτει μερικές δυσκολίες ακόμα: Μέχρι να υπάρξει «διεθνής συνεργασία» για τη φιλολαϊκή ρύθμιση του καπιταλισμού, τι θα γίνει με την οικονομία της κάθε χώρας; Πώς θα απαντήσουν οι εργαζόμενοι απέναντι στις επιθέσεις του κεφαλαίου; Τι θα κάνουν οι εργαζόμενοι συγκεκριμένα στην Ελλάδα που στενάζουν από τη δικτατορία του μνημονίου; Γίνεται φανερό ότι και μόνο η διατύπωση ενός τέτοιου στόχου δείχνει πόσο ουτοπικός είναι και γιατί αδυνατεί να πείσει τις πλατιές μάζες ότι η Αριστερά έχει να προτείνει ρεαλιστικές διεξόδους.

Έτσι αναπόφευκτα η «φιλοευρωπαϊκή» προσέγγιση καταλήγει συνεχώς σε μετριοπαθείς προτάσεις, ψαλιδισμένες από τα «ρεαλιστικά» όρια που θέτει ο ευρωπαϊκός και διεθνής περίγυρος της Ελλάδας. Στο ζήτημα του χρέους αρχικά πρότειναν την έκδοση «λαϊκού ομολόγου». Δηλαδή να αναλάβουν το ρίσκο της πιθανής χρεοκοπίας της Ελλάδας οι καταθέτες των τραπεζών και επιπλέον με υψηλό αναγκαστικά επιτόκιο, ώστε να υπερβαίνει τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων των τραπεζών. Η πρόταση αυτή δεν υλοποιήθηκε, αλλά μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η προσδοκία ότι οι Έλληνες καταθέτες και μικροκαταθέτες θα έτρεχαν να δεσμεύσουν τα χρήματά τους σε πενταετή και δεκαετή ομόλογα του ελληνικού δημοσίου με υψηλή πιθανότητα να μην τα πάρουν ποτέ πίσω, ήταν μια προσδοκία χωρίς ίχνος ρεαλισμού.

Στις αρχές Μάρτη, σε συνέντευξή του ο Γ. Δραγασάκης πρότεινε: «Επιμονή –ει δυνατόν και συντονισμένη με άλλες χώρες που έχουν το ίδιο πρόβλημα– προς την κατεύθυνση ότι από τη στιγμή που έχουμε κοινό νόμισμα δικαιούμαστε να απαιτούμε ένα κοινό μηχανισμό δανεισμού, ένα κοινό ταμείο αλληλεγγύης στην ΕΕ, στην Ευρωζώνη ειδικότερα»[1].

Δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι αυτή ακριβώς η πρόταση υλοποιήθηκε πλήρως με τη δημιουργία του μηχανισμού στήριξης για την Ελλάδα αρχικά και στη συνέχεια για όλη την ευρωζώνη. Σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο ευρώ δανείστηκαν ή δεσμεύτηκαν να δανειστούν οι ευρωπαϊκές χώρες (με επιτόκια «ευρωομολόγου») για να τα διαθέσουν σε όποια χώρα αντιμετωπίζει πρόβλημα δανεισμού της από τις «αγορές». Στην ένσταση ότι ο μηχανισμός αυτός δεν είναι εκείνος που θα έπρεπε, γιατί συμμετέχει το ΔΝΤ, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη: Τα υψηλότερα επιτόκια του δανείου των 110 δισ. προς την Ελλάδα τα επιβάλλει η ΕΕ, ενώ τα επιτόκια του ΔΝΤ είναι μικρότερα!

Στην ίδια συνέντευξη ο Δραγασάκης έλεγε: «Νομίζω ότι μια μερική σεισάχθεια, δηλαδή μια απορρόφηση μέρους των χρεών από τις κεντρικές τράπεζες και τελικά διαγραφή τους θα καταστεί αναγκαία ως παγκόσμια κίνηση για την άμβλυνση των προβλημάτων». Και αυτή η πρόταση υλοποιείται σήμερα στο ακέραιο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που αποφορά σταδιακά τα εθνικά «τοξικά» ομόλογα της Ελλάδας και άλλων χωρών, είτε δανείζοντας στις τράπεζες με εγγύηση αυτά τα ομόλογα είτε αγοράζοντάς τα κατευθείαν η ίδια.

Σήμερα ο ΣΥΝ προτείνει δειλά μια πολιτική «επαναδιαπραγμάτευσης» του χρέους σε συνεννόηση πάντα με την ΕΕ και τους δανειστές, αλλά εξακολουθεί να αρνείται το αίτημα της μονομερούς παύσης πληρωμών και πολύ περισσότερο τη διαγραφή του χρέους, αφού αυτό προφανώς θα μας φέρει σε σύγκρουση με τους «οικονομικούς μας εταίρους», οι οποίοι μπορεί να διώξουν την Ελλάδα από το ευρώ και να πάρουν μια σειρά άλλα αντίποινα.

Η εμμονή της ηγεσίας του ΣΥΝ στον «φιλοευρωπαϊσμό» αποδεικνύεται όλο και περισσότερο ότι αφοπλίζει πλήρως από επιχειρήματα τον αγώνα για την ανατροπή του μνημονίου. Είναι αδύνατον η «φιλοευρωπαϊκή» πολιτική να απαντήσει στο δίλημμα της κυβέρνησης που λέει ότι κατάργηση του μνημονίου σημαίνει και κατάργηση του ευρωδανεισμού στην Ελλάδα και συνεπώς χρεοκοπία.

Το τελευταίο επιχείρημα που χρησιμοποιεί η ηγεσία του ΣΥΝ για να δικαιολογήσει την άρνησή της να συγκρουστεί με την ΕΕ και την επιμονή της για παραμονή στο ευρώ, είναι ότι «έξω από αυτό θα είναι χειρότερα», ότι ακόμα και έτσι όπως είναι σήμερα τα πράγματα, η ΕΕ και το ευρώ αποτελούν μια μερική έστω «προστασία για τη χώρα».
Το προφανές είναι ότι το ευρώ δεν απέτρεψε την Ελλάδα από το να βρεθεί προ των πυλών της χρεοκοπίας. Ακόμα και τα δάνεια, που συνοδεύουν το μνημόνιο, έδωσαν μια παράταση, χωρίς να υπάρχει καμιά εγγύηση ότι θα αποφευχθεί η χρεοκοπία στο μέλλον. Επιπλέον τι σόι προστασία είναι το ευρώ, όταν η κρίση χρέους μιας χώρας (και μάλιστα μιας μικρής χώρας όπως η Ελλάδα) απειλεί να τινάξει όλο το οικοδόμημα του ευρώ και της ΕΕ στον αέρα; Ας υποθέσουμε ότι με κάποιο μαγικό τρόπο η κρίση στην Ελλάδα ξεπερνιόταν και η οικονομία της γινόταν «υγιής». Αν μια άλλη κρίση ξεσπάσει σε μια άλλη χώρα, δεν θα κινδυνεύσει πάλι το ευρώ με κατάρρευση; Δεν θα πληγούν και οι «υγιείς» οικονομίες αυτόματα;

Ο λόγος που το ευρώ και η ΕΕ δεν προσφέρουν κανενός είδους «ασφάλεια» από την κρίση, είναι ότι η ΕΕ δεν είναι «ένωση λαών», είναι ένωση καπιταλιστών και η συνεργασία μεταξύ τους υπάρχει στο βαθμό και μόνο που τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης της κάθε χώρας ωφελούνται από αυτή τη συνεργασία. Στην περίοδο της κρίσης, όπου γίνεται ακόμα πιο έντονος ο ανταγωνισμός των καπιταλιστών, καμιά σταθερότητα δεν μπορεί να έχει ένα τέτοιο οικοδόμημα
.

Αλλά ακόμα κι αν ήταν εφικτή η ουτοπία της οικονομικής και πολιτικής ένωσης της ΕΕ και η μετατροπή της σε ένα ομοσπονδιακό κράτος όπως οι ΗΠΑ, και πάλι καμιά προστασία δεν θα υπήρχε απέναντι στην κρίση του καπιταλισμού. Στις ΗΠΑ, πολιτείες όπως η Καλιφόρνια (όγδοη οικονομία στον κόσμο) αντιμετωπίζουν τεράστια ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους και η λιτότητα, που ακολουθούν, είναι συχνά πιο άγρια και από των ευρωπαϊκών χωρών[2]. Η σημερινή κρίση οφείλεται σε εγγενείς αιτίες του συστήματος και όχι σε λάθος πολιτικές διαχείρισης και στην έλλειψη οικονομικής ενοποίησης της ΕΕ.

Το τελευταίο διάστημα εμφανίζεται, κυρίως μέσα από την αρθρογραφία της «Αυγής» και της «Εποχής» (Μηλιός, Καλλωνιάτης και άλλοι ακαδημαϊκοί), μια επιχειρηματολογία που, ενώ αναγνωρίζει ότι η ΕΕ είναι μια αντιδραστική συμμαχία, καταλήγει στο ότι η σύγκρουση με τον ευρωπαϊσμό δεν είναι σωστή αυτή τη στιγμή, χρησιμοποιώντας υποτιθέμενα αντικαπιταλιστικά και διεθνιστικά επιχειρήματα.

Συγκεκριμένα ο Μηλιός αναφέρει ότι δεν υπάρχει «κρίση της χώρας», αλλά τρεις κρίσεις με «σχετική αυτονομία» μεταξύ τους: η κρίση του κεφαλαίου, η κρίση χρέους και η κρίση της εργασίας. Η αριστερά πρέπει να επικεντρωθεί υποστηρίζει αυτή η άποψη στη διέξοδο από την κρίση της εργασίας σε σύγκρουση με τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Και πως θα γίνει αυτό; “Η αντικαπιταλιστική έξοδος από την κρίση δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνο από μία πολιτική στρατηγική που θα έχει ως αφετηρία την άμβλυνση και το ξεπέρασμα της κρίσης της εργασίας”. (3) Με άλλα λόγια με την πάλη για την “αναδιανομή του πλούτου”. Πρόκειται για ουτοπία.
Η εργατική τάξη δεν ζει σε μια παράλληλη κοινωνία, ζει μέσα στην κοινωνία της καπιταλιστικής κρίσης. Δεν έχει τον έλεγχο της οικονομίας και δεν μπορεί να βελτιώνει το βιοτικό της επίπεδο την ίδια στιγμή που η κρίση του καπιταλισμού θα οξύνεται, η ύφεση θα βαθαίνει και η ανεργία θα αυξάνεται. Η ευημερία της εργατικής τάξης και η κρίση του κεφαλαίου και του χρέους δεν μπορούν να βρίσκονται ούτε σε “ειρηνική συνύπαρξη” ούτε σε “παράλληλα σύμπαντα”. Η περίοδος της κρίσης σημαίνει ότι ο συνολικός πλούτος συρρικνώνεται και τα συνολικά κέρδη επίσης. Ο μόνος τρόπος να κάνεις “αναδιανομή”, είναι η απαλλοτρίωση του συσσωρευμένου πλούτου από το παρελθόν: τέτοια μέτρα είναι η διαγραφή του χρέους (δήμευση των κεφαλαίων των πιστωτών) και οι κρατικοποιήσεις χωρίς αποζημίωση των τραπεζών και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων.

Ο Κ. Καλλωνιάτης, κάνοντας κριτική στους “αντιευρωπαϊστές” προβάλει την ένσταση ότι “είναι μέγα σφάλμα να θεωρούνται αντικαπιταλιστικά μέτρα οι κρατικοποιήσεις” και ότι είναι “αριστερός κεϊνσιανισμός”. (4) Προφανώς μέσα στον καπιταλισμό δεν μπορούν να υπάρχουν αντικαπιταλιστικές νησίδες -η πρώτη αντικαπιταλιστική πράξη που μπορεί να κάνει η εργατική τάξη είναι η επανάσταση και η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Όμως αυτή η σωστή παρατήρηση δεν αναιρεί το γεγονός ότι τέτοιες διεκδικήσεις έχουν έναν μεταβατικό χαρακτήρα σκληρής σύγκρουσης των εργαζομένων με το κεφάλαιο, προστατεύουν όσο είναι δυνατό την εργατική τάξη από τις συνέπειες της κρίσης άμεσα και ενισχύουν την αυτοπεποίθησή της να παλέψει για το σοσιαλισμό.
Κάνει διαφορά το ότι η ΔΕΗ είναι κρατική: μια ιδιωτική εταιρία δεν θα είχε ποτέ τιμολόγιο κάτω του κόστους για το οικιακό ρεύμα ή για το ρεύμα που πάει με πολύ υψηλό κόστος στις απομακρυσμένες περιοχές. Αν τα ελλειμματικά μέσα μαζικής μεταφοράς ήταν ιδιωτικά, είναι προφανές ότι θα ήταν πολύ πιο συρρικνωμένα, πιο ακριβά ή και θα είχαν κλείσει ολόκληρα τμήματα. Είναι πολύ πιο μεγάλη και πολύ πιο πολιτικά στοχευμένη η πίεση που μπορεί να ασκεί η εργατική τάξη στην κυβέρνηση που είναι ο εργοδότης μιας κρατικής επιχείρησης για το αν θα κάνει απολύσεις ή αν θα ακριβύνει τις τιμές των προϊόντων από ότι σε μια ιδιωτική επιχείρηση (αν μη τι άλλο, τουλάχιστον η κυβέρνηση υποχρεούται να κάνει εκλογές ενώ τα διοικητικά συμβούλια των εταιριών όχι).
Ο Τρότσκι έγραφε στο Μεταβατικό πρόγραμμα: “σε απάντηση στην παθιασμένη θρηνολογία των κυρίων δημοκρατών για τη δικτατορία των “60 οικογενειών” στις ΗΠΑ ή των “200 οικογενειών” στη Γαλλία, αντιτάσσουμε τη διεκδίκηση της απαλλοτρίωσης αυτών των 60 ή 200 φεουδαρχών καπιταλιστών υπερλόρδων”. (5) Μάλλον και ο Κ. Καλλωνιάτης θα συμφωνούσε ότι ο Τρότσκι δεν ήταν “αριστερός κεϊνσιανός”.

Επιπλέον, καλή η κριτική στον “αριστερό κεϊνσιανισμό”, αλλά από που κι ως αποτελεί αντικαπιταλιστική και ταξική απάντηση ο ...δεξιός ή ο πιο μετριοπαθής κεϊνσιανισμός; Ο Γ. Μηλιός, πρότεινε πριν το μνημόνιο ότι περίπου και ο Γ. Δραγασάκης: “θα υπήρχε η λύση του απευθείας δανεισμού, η Ε.Ε. να εκδώσει ένα ευρωομολόγο ή τα κράτη να εκδώσουν ένα λαϊκό ή εθνικό ομόλογο -πως θα το πούμε- ώστε με μικρότερα επιτόκια να δανειστούν από την εσωτερική και τη διεθνή αγορά, ή να κρατικοποιηθεί ολόκληρο ή ένα σημαντικό μέρος του τραπεζικού συστήματος. Αυτός ο συνδυασμός μέτρων θα έσπαγε την κυριαρχία των αγορών.” (6) Τώρα ο Κ. Καλλωνιάτης υποστηρίζει την αναδιαπραγμάτευση εντός του ευρώ ώστε να υπάρχει αναδιάρθρωση και μείωση του χρέους στο μισό. Στην ουσία αυτό σημαίνει επιδίωξη συμφωνίας με τους δανειστές και την Ε.Ε. σε ένα πιο “φιλολαϊκό” μνημόνιο.
Ο Μηλιός είχε πει χαρακτηριστικά: “Καταρρέει τότε αυτό το [νεοφιλελεύθερο] μοντέλο. Έρχεται ένας Ρούσβελτ στη θέση του Χούβερ.” (7) Όμως ο Ρούσβελτ ούτε τον καπιταλισμό έβγαλε από την κρίση, ούτε πολύ περισσότερο ήταν αντικαπιταλιστής και ταξικός πολέμιος του κεφαλαίου. Μέτρα αναδιανομής και τόνωσης της ζήτησης εφάρμοσε και ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1981 αλλά ούτε τότε η κρίση ξεπεράστηκε, ούτε η αναδιανομή κράτησε (το 1983 ήρθε το άρθρο 4 και το 1985 το “πρόγραμμα σταθερότητας” του Σημίτη). Γιατί μια τέτοια πολιτική θα έχει καλύτερη τύχη σήμερα; Η ταξική σύγκρουση με τον καπιταλισμό που επικαλούνται οι παραπάνω συγγραφείς, αν θέλουν να την υπηρετήσουν με συνέπεια οφείλουν να στραφούν σε πολύ πιο ριζοσπαστικές πολιτικές, σε σύγκρουση μάλιστα με τους όποιους Ρούσβελτ, παλιούς και σύγχρονους.

Η άποψη αυτή ισχυρίζεται επιπλέον, ότι η αντίθεση στον “ευρωπαϊσμό” σημαίνει κατ' ανάγκην και εγκατάλειψη του διεθνισμού και υποταγή στα πατριωτικά ιδεολογήματα της άρχουσας τάξης. Γράφει χαρακτηριστικά ο Μηλιός:
“Η αποτελεσματικότητα των ιδεολογικών σχημάτων του μονοδρόμου, σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με την κυριαρχία των καταστατικών αρχών της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας μέσα στην ίδια την Αριστερά, με αποτέλεσμα να γίνεται αντιληπτή κάθε κοινωνική αντίθεση και σύγκρουση, ακόμα και η σημερινή ανοικτή ταξική επίθεση του κεφαλαίου εναντία στην εργασία, με όρους "εθνικού συμφέροντος" και "πάλης" της "αδούλωτης Ελλάδας" με σκοτεινές "ξένες" δυνάμεις, χώρες και κεφάλαια.” ( 8 )

Γενικά αυτό είναι σωστό, όμως το θέμα είναι να εφαρμόζουμε την γενική αυτή τοποθέτηση στην συγκεκριμένη πραγματικότητα κάθε φορά. Προφανώς και οι πατριωτικές κορώνες δεν βοηθάνε στον ταξικό και διεθνιστικό προσανατολισμό των εργαζομένων. Όμως ο πατριωτισμός δεν είναι ένας αφηρημένος κίνδυνος για την αριστερά. Έχει συγκεκριμένη πολιτική έκφραση: τη συμμαχία με την αστική τάξη, την υποταγή στην “εθνική ενότητα” που επιβάλλουν οι πολιτικές της άρχουσας τάξης. Όταν έγινε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος η αριστερά χωρίστηκε σε διεθνιστική και σοσιαλπατριωτική όπως την αποκαλούσε ο Λένιν. Κριτήριο δεν ήταν το πόσες πατριωτικές κορώνες πετάει κάποιος αλλά το αν υποστηρίζει την αστική τάξη της χώρας “του” στον πόλεμο ή όχι, αν υπηρετεί την “εθνική ενότητα” που επιβάλλουν οι καπιταλιστές ή όχι. Αυτοί που υποστήριζαν ή ανέχονταν τον πόλεμο ήταν οι κατεξοχήν σοσιαλπατριώτες, δηλαδή οι σύμμαχοι της αστικής τάξης, ακόμα κι αν μερικοί από αυτούς δεν χρησιμοποιούσαν καθόλου πατριωτικά επιχειρήματα (π.χ. Κάουτσκι) για να δικαιολογήσουν αυτή την πολιτική.
Σήμερα οι αντίστοιχοι “σοσιαλπατριώτες”, οι προδότες δηλαδή των ταξικών συμφερόντων των εργαζομένων και υποστηρικτές της αστικής τάξης, είναι αυτοί που υποστηρίζουν τον σημερινό ταξικό πόλεμο της αστικής τάξης, δηλαδή την πολιτική του μνημονίου, ανεξάρτητα πόσες φορές αναφέρουν τη λέξη πατρίδα ή τη λέξη διεθνισμός. Η κύρια σημερινή πατριωτική αριστερά, η αριστερά που υπερασπίζει την αστική τάξη της Ελλάδας στον πόλεμο του μνημονίου, είναι η αριστερά του Κουβέλη, σπλάχνο από τα σπλάχνα του ΣΥΝ. Όσοι παλεύουν ενάντια στο μνημόνιο και στην κυβέρνηση, ακόμα κι αν θεωρούν τον αγώνα τους εθνικοανεξαρτησιακό, είναι αντικειμενικά πολύ πιο κοντά σε μια ταξική και γι' αυτό εν δυνάμει σε μια διεθνιστική πολιτική, τουλάχιστον στη σημερινή συγκυρία.

Μια άποψη που αρνείται να συγκρουστεί με τον “φιλοευρωπαϊσμό”, δεν είναι καθόλου “διεθνιστική”, όπως αυτοπαρουσιάζεται για να κρύψει τη δειλία της απέναντι στον καπιταλισμό, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Διεθνισμός δεν σημαίνει να χαράζεις πολιτική, παίρνοντας υπόψη σου “τι θα πει ο κόσμος” των τραπεζιτών που δανείζουν την Ελλάδα, να παίρνεις υπόψιν σου την στάση των κυβερνήσεων και των καπιταλιστών στις διάφορες χώρες της Ε.Ε., να προσαρμόζεις την πολιτική σου στην ανάγκη σωτηρίας της Ε.Ε. και του ευρώ. Διεθνισμός θα πει να παίρνεις υπόψη σου πρώτα και κύρια τι θα πουν και τι θα κάνουν οι εργαζόμενοι στις άλλες χώρες. Μια πολιτική σύγκρουσης με τους καπιταλιστές, στην Ελλάδα και στην Ε.Ε., σίγουρα θα βρει εχθρικό το διεθνή καπιταλισμό, αλλά θα δώσει έμπνευση και θα βρει συμμάχους στον αγώνα, τους εργάτες των άλλων χωρών που στενάζουν κάτω από την επίθεση του κεφαλαίου σε όλη την Ευρώπη αλλά και τον κόσμο γενικότερα.

Χωρίς σύγκρουση με την “φιλοευρωπαϊκή” πολιτική, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ταξική, ούτε αντικαπιταλιστική, ούτε διεθνιστική πολιτική. Τέτοια επιχειρήματα το μόνο που καταφέρνουν είναι να δίνουν αριστερό άλλοθι και να καταλήγουν σε υπεράσπιση της κεϊνσιανής, διαχειριστικής, φιλοευρωπαϊκής και μετριοπαθούς πολιτικής της ηγεσίας του ΣΥΝ.


Αντιευρωπαϊσμός...

Η δεύτερη, η “αντιευρωπαϊκή” προσέγγιση για την “έξοδο της χώρας από την κρίση”, εκφράζεται από πολιτικές δυνάμεις που συμμετέχουν στο σχήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και, με πιο μετριοπαθή τρόπο, από ένα τμήμα του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ (Λαφαζάνης, Αλαβάνος, κλπ.). Στην πολιτική αυτού του ρεύματος σκέψης, υπάρχει μια πραγματική διάθεση ρήξης με την πολιτική της άρχουσας τάξης και της Ε.Ε. και οι διεκδικήσεις που προτείνει περιλαμβάνουν πράγματι ριζοσπαστικά αιτήματα (στάση πληρωμών του χρέους, κρατικοποίηση των τραπεζών κ.ά.).
Όμως η εθνοκεντρική και πατριωτική προσέγγιση που κυριαρχεί σε αυτό το ρεύμα, έχει συνέπειες όχι μόνο στη λάθος ανάλυση της κρίσης αλλά και στην κατάληξη σε λανθασμένες διεκδικήσεις και σε αυτοϋπονόμευση των ριζοσπαστικών μέτρων πάλης. Στο ρεύμα αυτό, υπάρχουν βέβαια σημαντικές αποκλίσεις αλλά υπάρχουν κάποια βασικά κοινά στοιχεία που διαπερνάνε την πολιτική του.

Το πρώτο είναι η υποβάθμιση ή και η πλήρης αποσύνδεση της διεθνούς κρίσης από την κρίση στην Ελλάδα. Η διεθνής κρίση υπάρχει κάπου μακριά σαν φόντο αλλά η ελληνική κρίση παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα “εθνικών ιδιαιτεροτήτων” με κύρια “ιδιαιτερότητα” την ένταξη της ελλάδας στο ευρώ (χωρίς να λείπουν και αναφορές σε “ιδιαιτερότητες” όπως π.χ. η υποτιθέμενη “ανύπαρκτη παραγωγική βάση της χώρας” που αναλύσαμε πιο πριν).
Ο Κ. Λαπαβίτσας έχει αρθρογραφήσει πιο αναλυτικά από όλους πάνω σε αυτή την άποψη προτείνοντας ότι το εργατικό κίνημα και η αριστερά πρέπει να έχουν κεντρική διεκδίκηση την έξοδο από το ευρώ. Όπως γράφει χαρακτηριστικά: “Τα ζητήματα του ευρώ και του χρέους είναι απολύτως αλληλένδετα. Ή, για να γίνω ακριβέστερος, το βαθύτερο πρόβλημα είναι το ευρώ, που οδήγησε στον τεράστιο όγκο χρέους των περιφερειακών χωρών της Ευρωζώνης.”. (9)
Η πρώτη προφανής αδυναμία αυτής της άποψης είναι να εξηγήσει γιατί, ενώ το ευρώ (και πριν σαν ECU) υπάρχει περισσότερο από μια δεκαετία, η κρίση χρέους χτύπησε την Ελλάδα τώρα και όχι πέρυσι, πρόπερσι ή τρία χρόνια πριν; Γιατί ενώ το χρέος κυμαίνεται για χρόνια γύρω από το 110% του ΑΕΠ και αυτό ήταν εν γνώση των “αγορών” (εκτός κι αν τις θεωρήσουμε “παραπλανημένες” από τα “μαγειρεμένα” στατιστικά), αυτές συνέχιζαν να δανείζουν την Ελλάδα στο παρελθόν;
Η δεύτερη αντίφαση αυτής της άποψης, είναι ότι το χρέος δεν δημιουργήθηκε επί ευρώ, αλλά βρίσκεται σε παρόμοια με τα σημερινά επίπεδα από τη δεκαετία του 90, πολύ πριν μπει η Ελλάδα στην ευρωζώνη (από το 1993 έως το 1997 ήταν γύρω στο 110% του ΑΕΠ). Επιπλέον η μεγάλη αύξηση του χρέους, από 28% σε 111% του ΑΕΠ, έγινε από το 1980 έως το 1993, πολύ πριν υπάρξει ευρώ, ενώ αντίθετα την περίοδο συμμετοχής της Ελλάδας στο ευρώ, το ύψος του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν γνώρισε ιδιαίτερα μεγάλες διακυμάνσεις. (10)

Σύμφωνα με τον Λαπαβίτσα, το ευρώ ως σκληρό νόμισμα εμπόδιζε την δυνατότητα υποτιμήσεων του νομίσματος για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας, οδήγησε έτσι σε εμπορικά πλεονάσματα τον ευρωπαϊκό βορά και εμπορικά ελλείμματα τις χώρες του νότου που ήταν λιγότερο ανταγωνιστικές και συνεπώς τα εμπορικά ελλείμματα μετατράπηκαν σε χρέη.
Καταρχήν η Ελλάδα είχε εμπορικά ελλείμματα, πολλά χρόνια πριν μπει στο ευρώ. Επιπλέον στα πέντε πρώτα χρόνια συμμετοχής της Ελλάδας στο ευρώ, δεν υπήρξε καμιά αξιοσημείωτη αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της Ελλάδας, συνεπώς το ευρώ από μόνο του δεν δημιουργεί αυτόματα εμπορικά ελλείμματα.
Όσο για την διαφορά ανταγωνιστικότητας αυτή οφείλεται πρώτα και κύρια στην πολύ αποτελεσματικότερη συμπίεση του εργατικού κόστους από τις κυβερνήσεις Σρέντερ και Μέρκελ στη Γερμανία και όχι απλά και μόνο στην ύπαρξη του ενιαίου νομίσματος. Αν είχαν περάσει οι επιθέσεις του Σημίτη στις αρχές της δεκαετίας (π.χ. ασφαλιστικό Γιαννίτση), τότε η “ανταγωνιστικότητα” του ελληνικού καπιταλισμού θα ήταν καλύτερη ανεξαρτήτως του ευρώ (αυτό δείχνει και πόσο λάθος εν γένει είναι η υποστήριξη από την αριστερά της “ανταγωνιστικότητας”)
.
Ένα παράδειγμα από τον διεθνή χώρο είναι επίσης χαρακτηριστικό. Το νόμισμα της Κίνας, το γουαν, είναι κλειδωμένο πολλά χρόνια τώρα σε σταθερή ισοτιμία με το δολάριο, λειτουργεί δηλαδή στις εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας παραπλήσια όπως λειτουργεί το ευρώ για τις χώρες της ευρωζώνης. Όμως ο χαμένος στην ανταγωνιστικότητα από αυτή τη σταθερή ισοτιμία, δεν είναι η πιο αδύνατη οικονομία της Κίνας αλλά η πολύ πιο δυνατή οικονομία των ΗΠΑ η οποία αντιμετωπίζει τεράστιο εμπορικό έλλειμμα.
Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός των διαφόρων καπιταλιστικών χωρών και η ανισομέρεια στην ανάπτυξη και στην ανταγωνιστικότητά τους, οφείλεται στην ταξική πάλη και σε διάφορες αιτίες που έχουν να κάνουν με την άναρχη φύση του καπιταλισμού και όχι σε κάποια φετιχιστική δύναμη του εκάστοτε νομίσματος. Τέλος, όπως αναφέραμε και πριν, το να έχει ένα κράτος χρέος δεν έχει ευθεία σχέση με το εμπορικό ισοζύγιο (η Ιαπωνία π.χ. συνδυάζει και τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα και το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος στον κόσμο).

Το νόμισμα είναι ένα όπλο στη φαρέτρα των καπιταλιστικών χωρών στον μεταξύ τους ψυχρό πόλεμο για την αναβάθμισή τους στο διεθνή ανταγωνισμό, όπως ακριβώς είναι τα κανόνια και τα αεροπλάνα σε περίπτωση που αυτός ο ανταγωνισμός πάρει στρατιωτικά χαρακτηριστικά θερμού πολέμου. Η εργατική τάξη και η αριστερά δεν έχουν κανένα λόγο να προτιμήσουν το ένα ή το άλλο νόμισμα όπως δεν έχουν κανένα λόγο να υποστηρίξουν την μια ή την άλλη πολεμική μηχανή σε καιρό πολέμου.
Ουσιαστικά η πρόταση για έξοδο από το ευρώ και για επαναφορά της δραχμής υποστηρίζει ότι έτσι θα δοθεί η δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματος και η τόνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και των εξαγωγών. Και γιατί αν είναι τόσο απλό, να μην ακολουθήσουν αυτό το δρόμο και άλλες χώρες της Ευρώπης, του νότου ή και του βορά; Και γιατί η πορτογαλική, η ισπανική ή ακόμα και η γερμανική αριστερά να μην πει το ίδιο για τη χώρα της (έξοδο από το ευρώ και υποτίμηση) ώστε να γίνει η κάθε χώρα “ανταγωνιστική”; Γιατί η Αριστερά να υποστηρίξει μέτρα νομισματικού πολέμου και ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, μέτρα που φέρνουν τους εργάτες της κάθε χώρας σε αντιπαράθεση μεταξύ τους, αυτο-θυσιαζόμενοι για το ποιοι θα κάνουν τη χώρα “τους” πιο “ανταγωνιστική”;

Οι υποστηρικτές της διεκδίκησης εξόδου από το ευρώ, εμφανίζουν τις συνέπειες μιας τέτοιας προοπτικής ως ήπιες σε σχέση με τις θυσίες που επιβάλλει το μνημόνιο. Δεν υπάρχει καμιά εγγύηση γι' αυτό. Και μόνο η υποτίμηση της νέας δραχμής θα σημάνει άμεση μείωση των πραγματικών μισθών των εργαζομένων αφού θα ακριβύνουν τα εισαγόμενα προϊόντα. Πολύ περισσότερο μια τέτοια εθνική νομισματική “τρίπλα” υιοθέτησης της δραχμής και αποκοπής από το ευρώ, δεν έχει καμιά πιθανότητα να αποκόψει τον ελληνικό καπιταλισμό από τη διεθνή κρίση.
Στη δεκαετία του '80 η ελληνική οικονομία μπήκε επίσης σε κρίση, πάλι σαν μέρος της τότε διεθνούς κρίσης του συστήματος. Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ υιοθέτησε δυο διαδοχικές υποτιμήσεις το 1983 και το 1985, 15% και 15%, καθώς και μια πολιτική διολίσθησης της δραχμής με στόχο και τότε την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και την μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Τα αποτελέσματα ήταν από τη μια θυσίες για τους εργαζόμενους και από την άλλη συνέχιση της κρίσης στην οικονομία. Η δραχμή όταν μπήκε στο ευρώ ήταν υποτιμημένη κατά 90% σε σχέση με την αξία που είχε το 1980! (11) Κι όμως ο ελληνικός καπιταλισμός μπήκε σε τροχιά σημαντικής ανάκαμψης μόλις τη δωδεκαετία 1995-2007, όταν η δραχμή “σκλήρυνε” και στη συνέχεια κλειδώθηκε στο ευρώ (η ανάκαμψη οφειλόταν βέβαια στην παράλληλη διεθνή ανάκαμψη εκείνη την εποχή, στην λιτότητα για τους εργαζόμενους και στην επέκταση του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια και όχι φυσικά στη “μαγική” δύναμη του ευρώ). Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι η αποτυχημένη πολιτική του Παπανδρέου τη δεκαετία του 80, μπορεί να εφαρμοστεί με επιτυχία σήμερα στην πολύ πιο βαθιά κρίση του διεθνούς καπιταλισμού και να “βγάλει την Ελλάδα από την κρίση”
.

Τα νομίσματα και οι ισοτιμίες τους επηρεάζουν τους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στα κεφάλαια μέσα σε κάθε χώρα και ανάμεσα στις ανταγωνιζόμενες καπιταλιστικές χώρες, αλλά σε καμιά περίπτωση οι νομισματικές ισοτιμίες δεν είναι καθοριστικές για την δημιουργία ούτε της ανάκαμψης ούτε της κρίσης μέσα στον καπιταλισμό. Είναι ουτοπικό να υπόσχεται η Αριστερά στους εργαζόμενους, ότι η σημερινή συστημική κρίση του καπιταλισμού είναι δυνατόν να ξεπεραστεί με νομισματικές “τρίπλες”, είτε στην Ελλάδα, είτε σε οποιαδήποτε άλλη χώρα.
Όσο αυταπάτη είναι ότι το ευρώ αποτελεί προστασία από την κρίση, άλλο τόσο αυταπάτη είναι ότι η δραχμή αποτελεί προστασία. Προφανώς πρέπει να απαντάμε στην κινδυνολογία ότι αν συγκρουστούμε με το μνημόνιο θα μας διώξουν από την Ε.Ε., αλλά αυτό δεν γίνεται με το να εξωραΐζουμε τη δραχμή σαν καλύτερη. Είναι άλλο να λες ότι “αδιαφορούμε για το αν θα μας πετάξουν έξω από το ευρώ” που είναι σωστό, και άλλο να λες ότι “η δραχμή θα μας σώσει” που είναι εντελώς λάθος. Είναι τελείως αντιφατικό για μια αριστερή πολιτική να καλεί τον κόσμο να μην αποδεχτεί καμιά θυσία για το ευρώ και την ίδια στιγμή να τον καλεί στην ουσία να αποδεχτεί θυσίες για τη νέα δραχμή. Συνοψίζοντας, η διεκδίκηση της εξόδου από το ευρώ και η υιοθέτηση της νέας δραχμής, δεν δίνει απάντηση στην καπιταλιστική κρίση και δεν μπορεί να αποτελέσει διεκδίκηση που να συσπειρώσει τις μάζες στον αγώνα για την ανατροπή του μνημονίου σήμερα, στην προοπτική του σοσιαλισμού αύριο.

Ένα μέρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, επιχειρηματολογεί ότι το αίτημα εξόδου από το ευρώ και την Ε.Ε., δεν έχει χαρακτήρα εθνικό, δεν εντάσσεται δηλαδή σε μια άλλη πολιτική για την έξοδο του ελληνικού καπιταλισμού από την κρίση, αλλά έχει χαρακτήρα “αντικαπιταλιστικό” με στόχο την δημιουργία μιας επαναστατικής κυβέρνησης για να το υλοποιήσει. Το επιχείρημα συνοψίζεται στο ότι “δεν μπορούμε να κάνουμε σοσιαλισμό εντός της Ε.Ε., άρα το αίτημα εξόδου είναι αντικαπιταλιστικό”. Μια προφανής παρατήρηση είναι ότι σοσιαλισμό δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε πειθαρχώντας σε οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό υπάρχει σήμερα. Αν είναι προωθητικό για το κίνημα σήμερα και την σοσιαλιστική αλλαγή να προβάλλουμε το αίτημα για έξοδο από την Ε.Ε., τότε με την ίδια λογική γιατί να μην προβάλλουμε σαν κεντρικά αιτήματα απέναντι στην κρίση, την έξοδο της Ελλάδας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, από το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα, ακόμα και από τον ΟΗΕ;
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι είναι τελείως λάθος να προβάλλουμε διεκδικήσεις που η προοδευτικότητά τους εξαρτάται από το ποια κυβέρνηση θα τις υλοποιήσει. Για παράδειγμα η διεκδίκηση εξόδου από το ΝΑΤΟ είναι φιλειρηνικό μέτρο και το διεκδικούμε άμεσα ανεξάρτητα αν θα υλοποιηθεί από μια αστική ή μια επαναστατική κυβέρνηση.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι ότι μια επαναστατική κυβέρνηση θα υποχρεωθεί επίσης να επιβάλλει το κρατικό μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο ώστε να εξασφαλίζει π.χ. την διατροφική επάρκεια της κοινωνίας και ότι δεν θα εξάγονται τρόφιμα μόνο και μόνο επειδή έχουν καλές τιμές στο εξωτερικό. Είναι προφανές ότι αν ένα αίτημα για κρατικό μονοπώλιο του εμπορίου προβληθεί σήμερα, δεν θα έχει καμιά σχέση με σοσιαλισμό αλλά θα σημαίνει απλά την υποστήριξη μιας πολιτικής κρατικού καπιταλιστικού προστατευτισμού.
Το ίδιο ισχύει με τα αιτήματα εξόδου από το ευρώ και την Ε.Ε.
: όσα αντικαπιταλιστικά επίθετα και αν τα συνοδεύουν, στις σημερινές καπιταλιστικές συνθήκες τέτοια αιτήματα σημαίνουν διεκδίκηση μιας άλλης, “πολυδιάστατης”, νομισματικής, εμπορικής και εξωτερικής πολιτικής για τον ελληνικό καπιταλισμό και όχι την ανατροπή του. Έτσι γίνονται αντιληπτά για την εργατική τάξη, καθόλου δεν την προσανατολίζουν σε σοσιαλιστική κατεύθυνση και παρέχουν “όπλα” στην αστική προπαγάνδα να κατηγορεί την αριστερά ότι επιδιώκει τον “εθνικό απομονωτισμό”. Στην ουσία με τέτοια αιτήματα εμφανίζεται η αριστερά σαν να έχει τη μαγική λύση ώστε ο ελληνικός καπιταλισμός να αποκοπεί από τη διεθνή κρίση του συστήματος (π.χ. τέτοιες διεκδικήσεις μοιάζουν απελπιστικά με δεξιές προτάσεις για στροφή της Ελλάδας προς τη Ρωσία και την Κίνα) και καμιά αντικαπιταλιστική κατεύθυνση δεν χαράζουν για το εργατικό κίνημα.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που κυριαρχεί στην μεγάλη πλειοψηφία του “αντιευρωπαϊκού” ρεύματος, είναι η κατανόηση του αγώνα ενάντια στο μνημόνιο με όρους πατριωτικούς και όχι με όρους ταξικούς και διεθνιστικούς. Η μόνη κριτική που κάνουν στον “νέο πατριωτισμό” του Παπανδρέου είναι ότι είναι ψεύτικος και αντιμετωπίζουν το μνημόνιο περίπου ως εθνική προδοσία και παράδοση της χώρας σε μια νέα κατοχή από τους “ξένους”. Η εικόνα αυτή δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα.
Βλάπτονται άραγε τα συμφέροντα των ελληνικών τραπεζών από το μνημόνιο; Η απάντηση είναι όχι -το μνημόνιο τις προστατεύει από τη χρεωκοπία μια και κατέχουν σημαντικό μέρος του ελληνικού κρατικού χρέους (περίπου 50 δισ. ευρώ θα έχαναν οι ελληνικές τράπεζες αν έπαυε να πληρώνεται το χρέος). Βλάπτονται άραγε από το μνημόνιο και τη λιτότητα που τη συνοδεύει, οι Έλληνες βιομήχανοι ή οι εφοπλιστές; Η απάντηση είναι και πάλι όχι – είναι αντίθετα χρυσή ευκαιρία γι' αυτούς να περιορίσουν το λεγόμενο “εργατικό κόστος” χτυπώντας βάναυσα το βιωτικό επίπεδο των εργαζομένων και των συνταξιούχων.
Η πολιτική του μνημονίου που ακολουθεί η κυβέρνηση δεν υπερασπίζεται “ξένα” αλλά πρώτα και κύρια ελληνικά συμφέροντα: τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου στην Ελλάδα και την επέκτασή του στην ευρύτερη περιοχή. Το μνημόνιο δεν θίγει τα συμφέροντα γενικά και αόριστα της “πατρίδας”, θίγει τα συμφέροντα των εργαζομένων στην Ελλάδα (ντόπιων και μεταναστών) και μόνο σε ταξική βάση μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική πάλη εναντίον του.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σε πόσο λάθος πολιτική μπορεί να οδηγήσει την αριστερά η πατριωτική αντίληψη για την αντιμετώπιση της κρίσης και του μνημονίου αποτελούν οι απόψεις του Δ. Καζάκη, ο οποίος έχει προβάλλει (και σωστά) με τον πιο αποφασιστικό τρόπο την ανάγκη διεκδίκησης πλήρους διαγραφής του χρέους και όχι απλά την αναδιαπραγμάτευσή του. Όμως η αντίληψή του ότι το πρόβλημα είναι ζήτημα “απώλειας της εθνικής κυριαρχίας” τον οδηγεί σε τελείως λάθος πολιτική. Το αίτημα για διαγραφή του χρέους προβάλλεται με εθνικά επιχειρήματα του τύπου ότι είναι “ληστρικό” και “απεχθές” για την Ελλάδα. Όμως με τέτοια λογική καμιά γέφυρα δεν μπορεί να χτιστεί π.χ. με τους Γερμανούς εργαζόμενους που η κυβέρνηση τους υποστηρίζει ότι πληρώνουν τα σπασμένα των “τεμπέληδων Ελλήνων”. Το χρέος είτε είναι “ληστρικό και απεχθές” (γιατί ωφελεί τους καπιταλιστές) για όλες τις χώρες ή δεν είναι για καμιά. Είτε οι εργάτες όλων των χωρών πρέπει να παλέψουν σε διεθνιστική κατεύθυνση για διαγραφή όλων των κρατικών χρεών, είτε αλλιώς κατευθύνονται από την κυρίαρχη προπαγάνδα να μπουν σε πόλεμο μεταξύ τους ώστε να μην φορτώνονται τα χρέη της μιας χώρας οι φορολογούμενοι της άλλης.

Σε πρόσφατο άρθρο του, ο Δ. Καζάκης εκθειάζει την στάση της νέας δεξιάς κυβέρνησης της Ουγγαρίας που δεν έκανε βέβαια καμιά διαγραφή χρέους αλλά απλά διέκοψε τις συνομιλίες με το ΔΝΤ για το τί οικονομική πολιτική πρέπει να ακολουθηθεί: “Το σίγουρο είναι ότι ο Όρμπαν, αν και τυπικός δεξιός δημαγωγός, αποδείχτηκε πολύ πιο συνεπής για τη χώρα του από όλους μαζί τους σοσιαλιστές και τους κεντροαριστερούς που συνωστίζονται σήμερα στις κυβερνήσεις της ΕΕ.” (12) Η λύση στο πρόβλημα είναι μια κυβέρνηση να δείξει “πυγμή” απέναντι στους “ξένους” και στις “αγορές” και τότε όλα θα μπουν στο σωστό δρόμο, αυτή περίπου είναι η κεντρική ιδέα του Δ. Καζάκη.
Μόνο που η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική
: Το έλλειμμα της Ουγγαρίας έπεσε το 2010 στο 3,8% από 9% που ήταν το 2007, ενώ και η οικονομία μοιάζει να σταθεροποιείται φέτος σε σύγκριση με ύφεση -6,3% το 2009. Αυτά τα νούμερα επιτρέπουν στην Ουγγαρία να μπορεί να δανειστεί από τις “αγορές” σε υποφερτά επιτόκια και όχι η “πυγμή” της δεξιάς κυβέρνησης. Και αυτά τα νούμερα είναι αποτέλεσμα της πολιτικής σκληρής λιτότητας που εφάρμοσε τα προηγούμενα δυο χρόνια η τότε σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση που προσέφυγε στο ΔΝΤ για να αντιμετωπίσει την κρίση. Με δυο λόγια αυτό που συνέβη είναι αυτό που θέλει να κάνει και η κυβέρνηση Παπανδρέου στην Ελλάδα: “θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από το μνημόνιο μόνο όταν το εφαρμόσουμε”! Η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας δεσμεύτηκε ότι θα κρατήσει το έλλειμμα κάτω από το 3,8% και υποσχέθηκε ότι θα δημιουργήσει 1 εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας, επιβάλλοντας από τη μια έκτακτο φόρο στις (κυρίαρχα ξένης ιδιοκτησίας) τράπεζες και ταυτόχρονα υποσχόμενη φοροαπαλλαγές τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στα πιο πλούσια νοικοκυριά (με την επιβολή ενιαίου φορολογικού συντελεστή 16% σε όλα τα νοικοκυριά, πλούσια και φτωχά). (13)
Είναι αυτά τα μέτρα μια πολιτική που σιγουρεύει την ανάκαμψη και “θωρακίζει” την ουγγρική οικονομία από ένα νέο ξαναχτύπημα της κρίσης; Φέρνουν οι φοροαπαλλαγές προς τους πλούσιους βελτίωση της ζωής των εργαζομένων και αναπλήρωση των απωλειών από το προηγούμενο πρόγραμμα λιτότητας; Οφείλουν οι εργαζόμενοι να στηρίξουν την “πατριωτική” πολιτική της κυβέρνησης απέχοντας από αγώνες και διεκδικήσεις; Η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα είναι αρνητική: ούτε η ύφεση είναι οριστικά παρελθόν μέσα στο περιβάλλον της διεθνούς κρίσης, ούτε οι εργαζόμενοι ωφελούνται αλλά αντίθετα πρέπει να παλέψουν για να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους απέναντι στην πολιτική της νέας κυβέρνησης.
Αυτά τα ερωτήματα, ούτε τα θέτει, ούτε τα απαντάει ο Δ.Καζάκης. Κι όμως οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα είναι ο μόνος τρόπος να χαραχθεί μια αριστερή ταξική πολιτική για τους εργαζόμενους της Ουγγαρίας και η πατριωτική προσέγγιση δεν μπορεί να τα απαντήσει. Και φυσικά όχι μόνο της Ουγγαρίας αλλά και κάθε χώρας. Οι άρχουσες τάξεις και οι κυβερνήσεις που τις υπηρετούν, δεν είναι “προδότες της πατρίδας” αλλά αντίθετα υπηρετούν τα συμφέροντα του καπιταλισμού των χωρών τους. Και αν μπορούν μια φορά κυβερνήσεις όπως της Ουγγαρίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας να απειθαρχούν στην Ε.Ε. και στο ΔΝΤ, η ελληνική άρχουσα τάξη, με την κυβέρνηση Παπανδρέου σήμερα ή του Σαμαρά αύριο, έχει τη δύναμη να απειθαρχήσει πολύ περισσότερο αν κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου.
Αν μια φορά σήμερα οι πατριωτικές αντιλήψεις στην Αριστερά δυσκολεύονται να απαντήσουν στον “νέο πατριωτισμό” του Παπανδρέου που μας καλεί σε θυσίες “για να σώσουμε τη χώρα”, θα οδηγήσουν σε πλήρη αφοπλισμό του εργατικού κινήματος σε μια ενδεχόμενη “απεμπλοκή” από το μνημόνιο (με ή χωρίς αναδιαπραγμάτευση του χρέους) και σε μια πιο “εθνικά ανεξάρτητη πολιτική” που όμως ταξικά θα είναι το ίδιο φιλοκαπιταλιστική και το ίδιο ή και περισσότερο εχθρική προς τους εργαζόμενους.

Ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είναι “εξαρτημένος” όπως ισχυρίζονται τέτοιες πατριωτικές προσεγγίσεις, αλλά αλληλεξαρτημένος με τον παγκόσμιο καπιταλισμό όπως και κάθε χώρα στον κόσμο. Συμμετέχει σαν μια μεσαία δύναμη στην διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα, παίρνει υπόψη του τους διεθνείς συσχετισμούς για να χαράσσει τις συμμαχίες του και τις αντιπαλότητές του, αλλά πάντα με στόχο την εξυπηρέτηση των “εθνικών” συμφερόντων της άρχουσας τάξης και την ενίσχυση του ρόλου του διεθνώς. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με την υπογραφή του “μνημονίου” κυβέρνησης-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Αυτό δίνει μια ευκαιρία στην αριστερά και στο εργατικό κίνημα να τραβήξει με το μέρος της μικροαστικά στρώματα και να τα ξεκολλήσει από την ουρά των καπιταλιστών και της αστικής πολιτικής. Αυτό προϋποθέτει όμως μια ταξική πολιτική ενάντια στο κεφάλαιο, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, και όχι μια “πατριωτική” πολιτική που αφήνει στο απυρόβλητο το ελληνικό κεφάλαιο που δήθεν “υποδουλώνεται”.

Τέλος μια τέτοια “πατριωτική” προσέγγιση αν την τραβήξουμε ως τις τελικές της συνέπειες, δεν οδηγεί σε καμιά πραγματική διέξοδο από την κρίση. Γιατί χωρίς το χτίσιμο της διεθνιστικής αλληλεγγύης με τους εργαζόμενους σε άλλες χώρες δεν μπορούμε μόνο στην Ελλάδα να γίνουμε “γαλατικό χωριό”. Γιατί δεν είναι διέξοδος η αντιδραστική ουτοπία της “εθνικής αυτάρκειας” και του καπιταλισμού σε μια μόνη χώρα ή ακόμα και του “σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα”. Καμιά χώρα, όσο μεγάλη κι αν είναι δεν μπορεί να αποκοπεί από τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και να έχει μια οικονομία που να παράγει στο εσωτερικό της το δικό της πετρέλαιο, τα δικά της αυτοκίνητα, τα δικά της κομπιούτερ, τα δικά της πλοία, αεροπλάνα κλπ.


Και ο αναχωρητισμός

Η τρίτη βασική πολιτική προσέγγιση απέναντι στην κρίση είναι η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ, η οποία μοιάζει να απέχει από αυτή τη συζήτηση και να ακολουθεί ένα δικό της ιδιότυπο δρόμο “αναχωρητισμού” και “στρουθοκαμηλισμού”. Η ηγεσία του ΚΚΕ άρχισε τελευταία να αντιλαμβάνεται ότι εκτός από το Μάαστριχ του 1992, υπάρχουν και σύγχρονες εξελίξεις που καθορίζουν την αστική πολιτική. Αλλά ενώ αποδέχεται την ύπαρξη της κρίσης, μοιάζει να μην έχει αντιληφθεί τίποτα από το πόσο έκτακτες συνθήκες δημιουργεί αυτή στην ταξική πάλη. Αρκείται στο ότι “ο καπιταλισμός φταίει” (σωστό αλλά δεν αρκεί) και κατά τα άλλα συνεχίζει την πεπατημένη πολιτική του. Ακολουθεί διασπαστική πολιτική στο εργατικό κίνημα (ενώ στα λόγια μιλάει για ξεσηκωμό) και στο δια ταύτα προτείνει την “αλλαγή των συσχετισμών”, δηλαδή την εκλογική ενίσχυση του ΚΚΕ σαν την μόνη ουσιαστική αντίδραση που μπορούν να έχουν οι εργαζόμενοι, περιορίζοντας έτσι τους αγώνες στο επίπεδο της διαμαρτυρίας, αρνούμενο τη δυνατότητα του εργατικού κινήματος να συγκρουστεί με τα μέτρα εδώ και τώρα.

Στο επίπεδο των αιτημάτων, με εξαίρεση το (σωστό) αίτημα για φορολόγηση του κεφαλαίου, η ηγεσία του ΚΚΕ μοιάζει να απέχει πλήρως, αρνούμενο να προβάλλει ακόμα και αιτήματα που κάποτε ήταν στην προμετωπίδα του όπως η “έξοδος από την Ε.Ε.”. Το αίτημα αυτό είναι λάθος όπως εξηγήσαμε παραπάνω, αλλά το αναφέρουμε για να τονίσουμε αυτή την ιδιότυπη τάση “αναχωρητισμού” που δείχνει η ηγεσία του ΚΚΕ απέναντι στις έκτακτες συνθήκες που διαμορφώνει η κρίση και στην ανάγκη η Αριστερά να αντιδράσει αναλόγως.
Το ΚΚΕ κατακεραυνώνει κάθε συζήτηση για διατύπωση συγκεκριμένων αιτημάτων από την αριστερά (και ειδικά το αίτημα της στάσης πληρωμών και της διαγραφής του χρέους) ως “ρεφορμιστικά αιτήματα διαχείρισης του καπιταλισμού”. Τελευταία έχει υπάρξει μια στροφή από την ηγεσία του ΚΚΕ με δηλώσεις όπως “ο λαός δεν πρέπει να αναγνωρίσει το χρέος”. Αλλά και πάλι αυτό δεν τίθεται σαν αίτημα διεκδίκησης των αγώνων τώρα αλλά μόνο σε μια άλλη εξουσία που θα έρθει όταν αλλάξουν οι συσχετισμοί υπέρ του ΚΚΕ. Και ποια είναι αυτή η άλλη εξουσία και η άλλη κοινωνία; Μια κοινωνία χωρίς υποτίθεται καπιταλισμό (!), ένα κοινωνικό στάδιο με απροσδιόριστο το ποια τάξη θα έχει την εξουσία, που το περιγράφει ως “λαϊκή εξουσία και λαϊκή οικονομία”. (14) Όμως τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει, είναι ουτοπία. Μια κοινωνία χωρίς σοσιαλισμό, χωρίς εξουσία των εργατών δηλαδή, δεν μπορεί να είναι παρά μια κοινωνία καπιταλιστική, έστω με φιλολαϊκή διαχείριση.

Με δυο λόγια, το ΚΚΕ κατακεραυνώνει και απέχει από την διατύπωση αιτημάτων πάλης απέναντι στην κρίση, λειτουργεί συντηρητικά και διασπαστικά στην προσπάθεια για έναν κοινωνικό ξεσηκωμό ανατροπής των μέτρων αναμένοντας απλά την αύξηση των ψήφων του στις εκλογές, συμφωνεί κι αυτό στην πατριωτική λογική να “σώσουμε τη χώρα από την κρίση” και θέτει ως στόχο μια ουτοπική οικονομική και πολιτική διέξοδο, μια διέξοδο εντός του καπιταλισμού, όσα “λαϊκά” επίθετα κι αν χρησιμοποιεί για να την μεταμφιέσει σε αντικαπιταλιστική.


Διεθνιστική, σοσιαλιστική πολιτική

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω θα λέγαμε ότι ο στόχος “να σώσουμε τη χώρα”, δεν μπορεί να είναι η σημαία της Αριστεράς απέναντι στην κρίση, δεν μπορεί να απαντήσει στους “ρεαλισμούς” και στους περιορισμούς που θέτει ο καπιταλισμός και δεν μπορεί να γίνει οδηγός για ένα ταξικό πρόγραμμα δράσης που να οδηγεί αποτελεσματικά τους εργαζόμενους στην πάλη για την ανατροπή των μέτρων του “μνημονίου” κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ. Αν και είναι μειοψηφική αυτή τη στιγμή μέσα στην Αριστερά, η μόνη σωστή προοπτική που μπορεί να δώσει διέξοδο δεν είναι το να “σώσουμε τη χώρα”, αλλά το να σώσουμε την κοινωνία από την κρίση, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, με τη συμμαχία των εργαζομένων των άλλων χωρών, παλεύοντας για την προοπτική του σοσιαλισμού.

Ένας τέτοιος στόχος μοιάζει και είναι δύσκολος, όμως είναι ο μόνος ρεαλιστικός. Δεν υπάρχει καμιά πιο εύκολη και πιο σύντομη “παράκαμψη” από την σημερινή κρίση του συστήματος. Κάθε πολιτική που αναζητεί λύσεις "εθνικές" η "ευρωπαϊκές" μέσα στον καπιταλισμό είναι ουτοπική.

Είναι ουτοπικό να καλεί η ελληνική αριστερά σε "έξοδο της Ελλάδας από την κρίση", η πορτογαλική αριστερά σε "έξοδο της Πορτογαλίας από την κρίση", η γερμανική αριστερά σε "έξοδο της Γερμανίας από την κρίση", η αμερικάνικη αριστερά σε "έξοδο της Αμερικής από την κρίση" κλπ. Είναι ουτοπικό η αριστερά κάθε χώρας να ισχυρίζεται ότι έχει ένα πρόγραμμα εξόδου της χώρας "της" από την κρίση. Η κρίση είναι παγκόσμια και είναι συστημική. Η ταξική πάλη διεξάγεται βέβαια πρώτα και κύρια μέσα σε κάθε χώρα και οι κοινωνικές συγκρούσεις και πολύ περισσότερο μια σοσιαλιστική ανατροπή δεν μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα παντού. Αλλά ο στόχος της ταξικής πάλης και κάθε κοινωνικής ανατροπής δεν μπορεί να προχωρήσει αν δεν έχει διεθνιστικό προσανατολισμό από την αρχή και αν δεν εξαπλωθεί και σε άλλες χώρες μέχρι την πλήρη ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ζούμε ιστορικές στιγμές. Η κατά κοινή ομολογία μεγαλύτερη κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού μετά το 1930 και ο εκρηκτικός χαρακτήρας που παίρνει σε χώρες όπως η Ελλάδα, οδηγεί σε μια ραγδαία ανατροπή κάθε τι που θεωρούνταν σταθερό τις τελευταίες δεκαετίες, όχι μόνο στην οικονομία αλλά και στην κοινωνία, στην πολιτική, στις ιδέες. Ζούμε σε μια εποχή που ο κόσμος αλλάζει, αυτό είναι ένα σημείο αφετηρίας για τη δράση μας σήμερα. Το πότε το κίνημα θα πάρει διαστάσεις ξεσηκωμού απέναντι στην επίθεση του κεφάλαιου δεν μπορούμε να το προβλέψουμε. Μπορούμε όμως να προβλέψουμε ότι η ταξική πάλη το επόμενο διάστημα δεν θα είναι “ομαλή”, θα έχει αμπώτιδες και παλίρροιες, θα έχει εκρήξεις και νηνεμίες, θα έχει νίκες και ήττες. Η Αριστερά, δεν μπορεί να περιμένει να λύσει τις αδυναμίες της, οφείλει να ριχτεί στη μάχη τώρα. Η κοινή δράση ενάντια στην επίθεση του κεφάλαιου είναι το μόνο έδαφος που μπορούν να λυθούν αυτές οι αδυναμίες, που μπορούν να ηγεμονεύσουν οι σωστές απόψεις, που μπορούν να χτιστούν ισχυρές πολιτικές οργανώσεις, που μπορεί η αριστερά να προβάλλει με μαζικούς όρους ξανά σαν αντίπαλο δέος του συστήματος, σαν ηγεσία στον αγώνα για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και την κοινωνική απελευθέρωση.




1. Συνέντευξη Δραγασάκη στο TVXS
(01/03/2010), http://www.dragasakis.gr/keimeno.php?id=686&eidos=mme
2. http://socialistworker.org/2010/08/26/rotten-choice-in-california και http://personalmoneystore.com/moneyblog/2010/05/14/california-budget-crisis-2010/
3. Εντός Εποχής 9/5/2010, http://entosepoxhs.wordpress.com/2010/07/06/oikonomikh-krish-evrwph/
4. Αυγή 04/07/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=553880
5. http://www.marxistbooks.gr/metavatiko_b.htm
6. Συνέντευξη Δραγασάκη και Μηλιού στον Ιό της Ελευθεροτυπίας 14/2/2010,
http://www.iospress.gr/ios2010/ios20100214-a.htm
7. Ιός ό.π.
8. Εντός Εποχής, ό.π.
9. Αυγή 11/7/2010, http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=554991
10. Η Ελληνική Οικονομία 1961-1997, μελέτη του Ι. Σιδηρόπουλου, Υπουργείο Εθνικής
Οικονομίας, όπως παρουσιάζεται στο Έψιλον της Ελευθεροτυπίας
9/5/2010, http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=159717
11. Ριζοσπάστης 23/1/2000, http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=87730&publDate=
12. Ποντίκι 5/8/2010, http://www.topontiki.gr/articles/view/8597
13. The Wall Street Journal 2/8/2010,
http://online.wsj.com/article/NA_WSJ_PUB:SB10001424052748703314904575399231189704608.html
14. Ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα
1525/2010, http://www2.rizospastis.gr/page.do?publDate=23/5/2010&id=12128&pageNo=3&


.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Ιούλ 17, 2015 1:08 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.


Δημόσιος διάλογος tvxs - Τί πρέπει να κάνουμε;
Γ. Κοντογιώργης

28-02-2011

Εάν θέλουμε να αναζητήσουμε την αιτία της σημερινής ελληνικής κρίσης, θα πρέπει, πρώτον, να δούμε εάν και σε τι διαφέρει από την παγκόσμια κρίση και δεύτερον, εάν διαφέρει, τι είναι αυτό δημιουργεί τη διαφορά και γιατί ή που ανάγεται. Ποια είναι δηλαδή η ελληνική αιτία της κρίσης.

Ως προς την πρώτη περίπτωση λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι: Η ελληνική κρίση δεν οφείλεται σε μία δυσλειτουργία του τραπεζικού συστήματος και επομένως στην απορύθμιση που δημιούργησε μέσα από τις επιλογές του. Στην ελληνική περίπτωση, το κράτος, δηλαδή η πολιτική ηγεσία και κατ’ επέκταση ο κρατικός μηχανισμός αποτελεί την πρωτογενή αιτία της κρίσης.
Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε και να διερωτηθούμε, γιατί το ελληνικό κράτος δημιούργησε την κρίση; Γιατί αποτέλεσε την αιτία της κρίσης;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι μονοσήμαντη: Ευθύνεται γι’ αυτό ο χαρακτήρας του πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα ιστορικά, και όχι αυτό το οποίο δημιουργήθηκε μετά τη μεταπολίτευση, εγκαλείται για δύο πράγματα:
Το ένα είναι η βαθιά ριζωμένη ιδιοποίηση και εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού, από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης ή της διαπλοκής.

Το άλλο είναι η εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που εδράζεται στην απο-συλλογικοποίηση του κοινωνικού ιστού, δηλαδή στην προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Είναι αυτό που ονομάζουμε πελατειακό σύστημα, το οποίο σε πολιτικό επίπεδο μπορεί να ορισθεί ως κομματοκρατία.

Γιατί στην Ελλάδα υπάρχει αυτό το καθεστώς της κομματοκρατίας και όχι στις άλλες χώρες, αφού το πολιτικό σύστημα είναι βασικά το ίδιο σε όλες τις χώρες του κόσμου; Από την εποχή του Όθωνα ήδη το κράτος που επιβλήθηκε λειτούργησε ως θεσμός κατοχής επί της ελληνικής κοινωνίας. Η προτεκτοροποίηση της χώρας συμβαδίζει με το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας είναι αναντίστοιχο προς την ελληνική κοινωνία, και εξηγούμαι: είναι αναντίστοιχο, όχι με την έννοια ότι είναι πιο εξελιγμένο από αυτήν σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αλλά αντιθέτως ότι υστερεί σε πολιτικό ανάπτυγμα, είναι προ-πολιτικό, ανάγεται δηλαδή, παρόλα όσα λέγονται περί του αντιθέτου, σε μία προ-αντιπροσωπευτική εποχή που εννοεί να κατακρατείται το σύνολο του πολιτικού συστήματος από το κράτος. Αυτό ακριβώς αποδίδει η έννοια της πολιτικής κυριαρχίας, η οποία οδηγεί την κοινωνία στην ιδιώτευση.

Το κεντρικό πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία δεν διήλθε από τη φεουδαρχία, ζούσε πριν από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους σε ένα καθεστώς ελεύθερης, σε ατομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, κατάστασης. Όταν ένας πολίτης, ακόμη και στην περίοδο της τουρκοκρατίας, είχε ένα πρόβλημα οικονομικό, προσωπικό, ή οτιδήποτε άλλο (λ.χ. οι χήρες, τα ορφανά, οι φτωχοί κλπ.), το έθετε στο δήμο. Δηλαδή, η κοινωνία συγκροτούσε το πολιτικό σύστημα. Όταν δημιουργήθηκε το εθνικό κράτος, αφού αυτό επήρε στα χέρια του (δηλαδή ο πολιτικός) το πολιτικό σύστημα, το πρόβλημά του ο πολίτης το έθετε όχι στο συλλογικό αλλά σε προσωπικό επίπεδο, στον πολιτικό. Μια σχέση που ήταν άνιση, και που γενικότερα οδηγούσε σε μια πλήρη αναντιστοιχία συσχετισμών μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Γι' αυτό και διαπιστώνουμε ότι μέχρι σήμερα το πολιτικό κόστος δεν εστιάζεται στις ευαισθησίες ή στις αντιδράσεις που θα εκδηλωθούν από την πλευρά της κοινωνίας (της "κοινής γνώμης όπως θα λέγαμε δημοσκοπικά), αλλά στις αντιδράσεις των εταίρων της εξουσίας. Το πολιτικό βάρος ενός συντεχνιάρχη, ενός παραταξιάρχη, ενός οποιουδήποτε πολίτη ή μη πολίτη αυτής της χώρας, που κατέχει ειδικό θέση στους μηχανισμούς, είναι πολύ μεγαλύτερο του συνόλου της κοινωνίας. Γιατί; Γιατί η κοινωνία των πολιτών δεν είναι οργανωμένη πολιτικά και, συνεπώς, δεν μπορεί πουθενά να συναντήσει, σε συλλογικό επίπεδο, την πολιτική. Αυτό είναι το πρόβλημα.

Σε αυτό το πρόβλημα οφείλεται ακριβώς η ολοκληρωτική ιδιοποίηση του κράτους, το οποίο λεηλατείται ιστορικά και, μέσω αυτής της λεηλασίας, λεηλατείται η ίδια η κοινωνία και οδηγεί σε αδιέξοδα. Δεν είναι το πρώτο αδιέξοδο. Είναι το αδιέξοδο το οποίο κραυγάζει τον χαρακτήρα του κράτους. Και αν θέλετε να ορίσουμε υπό το πρίσμα αυτό το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης και τις εφαρμογές του, θα λέγαμε ότι δεν είναι, όπως διατείνονται ορισμένοι, το πιο καθαρό δημοκρατικά πολιτικό σύστημα που γνώρισε το νεοελληνικό κράτος, αλλά αυτό που σηματοδότησε την ολοκληρωτική επαναφορά του καθεστώτος της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα.

Εάν τώρα θέλουμε να συζητήσουμε για την έξοδο από την κρίση, νομίζω ότι πρέπει να έχουμε κατά νου το γεγονός ότι το κράτος την δημιούργησε. Άρα χωρίς να αρθούν τα αίτια, το κράτος κατοχής, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για έξοδο από αυτήν. Εάν όμως διερωτηθούμε για τις πολιτικές που ακολουθεί ή που προτείνει μέχρι σήμερα η πολιτική τάξη για την έξοδο από την κρίση, θα διαπιστώνουμε το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα.
Διότι όλα τα μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα, προκειμένου να αποκατασταθεί η οικονομική ισορροπία στην κοινωνία και στο κράτος, έχουν έναν εντελώς εισπρακτικό χαρακτήρα και, βεβαίως, δεν θίγουν σε καμιά περίπτωση τους πυλώνες του συστήματος, δηλαδή την πολιτική τάξη και τις δυνάμεις οι οποίες μέχρι τώρα λυμαίνονταν το κράτος ή φοροδιέφευγαν. Δηλαδή, τους μηχανισμούς λεηλασίας του δημόσιου αγαθού.

Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν έχουν ληφθεί μέτρα ουσιαστικής ανασύνταξης του κράτους και όλα όσα επιχειρούνται υπό την πίεση της τρόικας, απλώς αναπαράγουν τον κακό εαυτό του. Εάν θέλουμε να εντοπίσουμε το κεντρικό αυτό πρόβλημα, ας δούμε πώς διαχειρίζονται οι πολιτικοί το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης. Λόγω της γενικής κατακραυγής, έχουν προβεί σε ορισμένους στοιχειώδεις εξωραϊσμούς, μόνο για να μην προκαλούν την κοινή γνώμη, σε καμιά περίπτωση όμως δεν θίγουν τα δύο βασικά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την πολιτική ευθύνη: την κατάργηση της ασυλίας του πολιτικού προσωπικού και την αρμοδιότητα της Βουλής να αποφασίζει για την έκνομη συμπεριφορά των μελών της.

Και, συγχρόνως, τη νομοθέτηση της υπαγωγής του πολιτικού προσωπικού στη δικαιοσύνη για τις βλαπτικές πολιτικές του ιδίου και του κράτους. Σήμερα, θεωρούν ότι μπορούν να καταστρέφουν μία κοινωνία, να βλάπτουν τους πολίτες, αλλά να μην έχουν καμία αναγωγή ως προς αυτό στη δικαιοσύνη. Όταν λένε ότι αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη, εννοούν πολύ απλά ότι "γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους την κοινωνία". "Την επόμενη τετραετία ας μη μας ψηφίσετε". Αυτό όμως αφορά σε άλλο θέμα, δεν έχει να κάνει με τη ζημιά που προκάλεσαν. Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της αθλιότητας του συστήματος αυτού αρκεί να διερωτηθούμε τι θα συνέβαινε εάν καθένας από εμάς διεκδικούσε το δικαίωμα να αποφασίζει αυτός αν θα υπαχθεί στη δικαιοσύνη για την αδικοπραξία του ή εάν αξίωνε να δικάζει ο ίδιος τον εαυτό του.

Έχει αναλογισθεί κανείς ότι δεν αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον στην πολιτική, δικαίωμα δηλαδή να ζητήσει μέσω της δικαιοσύνης αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τον πολιτικό ή να τον προσαγάγει στη δικαιοσύνη για σκάνδαλα που αφορούν στη διαχείριση ή στη λεηλασία του δημοσίου χώρου;

Η πολιτική τάξη έχει δημιουργήσει τόσα αναχώματα για την απαλλαγή της από οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της κοινωνίας που κυριολεκτικά εάν τη σχετική αρμοδιότητα την ανέθετε κανείς σε έναν μεγάλο κακοποιό δεν θα μπορούσε αυτός να δημιουργήσει τόσα αναχώματα όσα δημιούργησε η πολιτική τάξη για να προστατέψει τον εαυτό της. Έναντι τίνος; Ποιος είναι ο εχθρός; Η κοινωνία!

Θα με ρωτήσετε τι μπορεί να γίνει, ποια είναι η διέξοδος; Δεν θεωρώ ότι η διέξοδος μπορεί να προέλθει από την πολιτική τάξη. Όχι απλώς γιατί αυτή ευθύνεται για την κρίση. Αλλά επειδή ενώ γνωρίζει τι πρέπει να πράξει, αυτό αντίκειται στη λογική του συστήματος και στο συμφέρον της. Διαπιστώνουμε ότι ακόμη και απέναντι στην τρόικα, λειτουργεί κατά τρόπο ο οποίος θυμίζει κλεφτοπόλεμο. Δηλαδή μεταθέτει τις καίριες αποφάσεις που πρέπει να πάρει για την ανασυγκρότηση της διοίκησης, της δικαιοσύνης, του κράτους γενικότερα και του πολιτικού συστήματος, με τεράστιο κόστος στην κοινωνία.

Διαπιστώνουμε ότι περιορίζονται οι δαπάνες, π.χ. στα νοσοκομεία, αλλά δεν παίρνουν κανένα μέτρο, ώστε η παροχή υπηρεσιών, άρα η λειτουργία των νοσοκομείων να είναι τέτοια που θα αναπληρώσει τις απώλειες και, βεβαίως, που θα περιορίσει τη διαφθορά. Το ίδιο έχει συμβεί και με την περίφημη υπόθεση του Καλλικράτη και το ίδιο συμβαίνει παντού. Γι' αυτό και καταλήγω ότι είναι στη λογική της εξέλιξης της εποχής μας, αλλά και του παρόντος της κρίσης, ο εχθρός, που είναι εν προκειμένω η κοινωνία, να ενταχθεί μέσα στις λειτουργίες του συστήματος, ώστε να δημιουργήσει ένα αντίβαρο σε αυτή την τρομακτική ανατροπή της ισορροπίας, μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που ανατροφοδοτεί το καθεστώς εσωτερικής κατοχής που αποδίδει στην ελληνική περίπτωση η κομματοκρατία.

Τούτο αποκτά εφεξής έναν γενικότερο χαρακτήρα επείγοντος, καθώς η πολιτική κυριαρχία του κράτους έχει μεταλλαχθεί σε πολιτική κυριαρχία των αγορών και απειλεί διπλά τις κοινωνίες να τις μετατρέψει σε εμπόρευμα. Πολλώ μάλλον, αφού και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες που λειτουργούσαν πολιτικά ως μάζες -και όχι με όρους πολιτικής ατομικότητας όπως η ελληνική κοινωνία-, διαπιστώνουμε ότι η παλαιά συνταγή της συνάντησης της κοινωνίας με την πολιτική σε επίπεδο ιδεολογίας, δηλαδή εξωθεσμικά, δεν είναι πια λειτουργική. Ήταν π.χ. κάποιος σοσιαλιστής, ψήφιζε σοσιαλιστικό κόμμα, κάτι έλπιζε. Ήταν φιλελεύθερος; Ψήφιζε ένα φιλελεύθερο κόμμα.

Υπήρχαν δύο δρόμοι δηλαδή που μπορούσε κανείς να επιλέξει για να ικανοποιήσει την ιδέα του για την κοινωνία και τα ίδια συμφέροντα. Σήμερα δεν υπάρχει αυτό πια. Σήμερα η ιδιοκτησία του οικονομικού συστήματος υπαγορεύει τις αποφάσεις της και το σκοπό της πολιτικής που θα ακολουθήσει το κράτος και αυτές είναι απολύτως αναντίστοιχες με τα συμφέροντα της κοινωνίας και την κοινωνική βούληση. Άρα, στις μέρες μας, το κράτος και πολύ περισσότερο το ελληνικό κράτος δεν προσφέρεται να επαναφέρει μια ισορροπία με την κοινωνία, διότι η κοινωνία των πολιτών έχει περιέλθει σε πολιτική αδυναμία για πάρα πολλούς λόγους, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαναγκάσει τους πολιτικούς να πολιτευθούν προς την κατεύθυνση του συμφέροντος της κοινωνίας. Η πολιτική είναι απολύτως εξαρτημένη από την αγορά και βεβαίως η κοινωνία και η πολιτική δεν συναντώνται πουθενά ώστε η τελευταία να υποχρεωθεί να υπερβεί το καθεστώς της κομματοκρατίας και, εφεξής, να είναι όμηρος της λογικής και του συμφέροντος των αγορών.

Τι πρέπει να γίνει; Κατά τη γνώμη μου, ένας τρόπος υπάρχει: να θεσμοθετηθεί η πολιτική λειτουργία της κοινωνίας. Αντί δηλαδή ο κόσμος να κατεβαίνει στους δρόμους ή να απεργεί, να λειτουργεί εξωθεσμικά, να τρέχει και να χτυπά την πόρτα της εξουσίας, για να ακούσει τα αιτήματά της, να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, ώστε να γίνει θεσμός της πολιτείας και να συνεκτιμάται η βούλησή της στις πολιτικές αποφάσεις.

Πρακτικά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί η επιστημονική δυνατότητα των δημοτικοποιήσεων, δεν χρειάζεται να μαζέψουμε όλη την κοινωνία στην πλατεία Συντάγματος…. Θα μπορούσε πριν από τη λήψη οποιαδήποτε απόφασης να είναι υποχρεωτική η δημοσκόπηση της κοινωνίας για το τι θέλει. Ή να δημιουργηθεί ένας διαρκής δημοσκοπικός Δήμος, ο οποίος θα συζητά και θα αποφαίνεται για τα προβλήματα της χώρας σε πολιτικό επίπεδο. Αυτό είναι ένα παράδειγμα. Μπορούμε να βρούμε χίλιους δυο τρόπους. Αλλά είναι απαραίτητο η κοινωνία πολιτών να εισέλθει στην πολιτική. Να συμμετέχει στις αποφάσεις!

Για να υπάρξει όμως κοινωνία, πρέπει να συμφωνήσουμε για τη συλλογικότητά της. Πρέπει να γίνει αποδεκτή η βάση του συνεκτικού ιστού γύρω από τον οποίο θα αθροίζεται η βούληση της κοινωνίας και θα δημιουργείται η συνοχή της
.
Πριν από όλα είναι αναγκαίο να αρθεί το καθεστώς ασυλίας και να υπαχθεί το πολιτικό προσωπικό στη δικαιοσύνη, όπως κάθε πολίτης, και για το περιεχόμενο του πολιτεύεσθαι.

Ο Αριστοτέλης, μας πληροφορεί ότι τα πολιτικά αδικήματα στη δημοκρατία τιμωρούνται πολύ πιο αυστηρά, απ’ ό,τι τα ιδιωτικά, διότι δεν αξιολογούνται μόνο ως προς τη βαρύτητά τους, αλλά και ως προς τον αριθμό των βλαπτομένων. Ο ιδιώτης που κλέβει, κλέβει κάποιον, βλάπτει κάποιον. Ο πολιτικός βλάπτει το σύνολο. Συνεπώς γι αυτό το λόγο τιμωρείται περισσότερο.
Εδώ λοιπόν συμβαίνει το παράλογο, ο βλάπτων πολιτικός να μην τιμωρείται καθόλου!

Άρα πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, που θα ανατρέψουν το καθεστώς της κομματοκρατίας, που θα καταργούν όλους τους πυλώνες της, από τους παραταξιάρχες στα πανεπιστήμια μέχρι όλους τους μηχανισμούς οι οποίοι δημιουργούν αγκυλώσεις ή καθιστούν όμηρο την κοινωνία και την απο-συλλογικοποιούν, όπως επίσης και να καταργηθεί το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ανάπτυξη των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας. Η διαπλοκή και η διαφθορά, αν υπάρχουν σήμερα, οφείλονται βεβαίως στο γεγονός ότι το κράτος είναι δομημένο έτσι ώστε να την προάγει. Όμως, το σύστημα αυτό εδράζεται κατά το μέγιστο μέρος στη νομοθεσία. Μέσω της νομοθεσίας η πολιτική τάξη δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να μεταβληθεί η κοινωνία σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς.

Αν λοιπόν, για να συμπεράνουμε, θέλουμε να αντιμετωπίσουμε κατάματα και την αιτία και την αντιμετώπιση της κρίσης, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η κοινωνία ή οικείωση της με τη διαφθορά, αλλά το κράτος το οποίο δημιουργεί το αναγκαστικό πλαίσιο λειτουργίας για την κοινωνία. Εάν θέλουν τα μέλη της να επιβιώσουν, οφείλουν να παίξουν με τους όρους της κομματοκρατικής λογικής του συστήματος, άρα με τους όρους της διαφθοράς και της διαπλοκής, και συνεπώς με ότι αυτό συνεπάγεται στη λειτουργία του κράτους. Το ελληνικό κράτος θεωρεί ότι ο ρόλος του σταματάει εκεί που όφειλε να αρχίζει. Όταν ο νόμος δεν εφαρμόζεται -με ευθύνη του κράτους- δεν λαμβάνεται πρόνοια για την εφαρμογή του. Ψηφίζεται νέος νόμος. Η προσχηματική αυτή λειτουργία της πολιτικής τάξης εξηγεί γιατί στο ελληνικό κράτος είναι άγνωστες οι έννοιες της δημόσιας αποτελεσματικότητας, του δημοσίου συμφέροντος, του ελέγχου, της κύρωσης κλπ.

Το αδιέξοδο της χώρας οφείλεται σε αυτό, και φοβάμαι ότι η διεθνής επιτροπεία στην οποία έχει υποβληθεί η χώρα δεν θα επιτρέψει την άρση της κομματοκρατίας, δηλαδή της αιτίας του ελληνικού προβλήματος, διότι δημιουργεί μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στο μείγμα που λειτουργεί αποτρεπτικά για την εκκόλαψη του νέου. Το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η ελληνική κοινωνία αυτή τη στιγμή, εστιάζεται στο κράτος της, και γι αυτό μπορούμε να φοβόμαστε τα χειρότερα, όχι μόνο ως προς την διάρκεια και το βάθος της κρίσης, αλλά και ως προς το ενδεχόμενο μιας κοινωνικής έκρηξης, η οποία θα είναι ανεξέλεγκτη εάν γίνει το λάθος και ξεσπάσει. Εάν η κατάπτωση αυτή συνεχισθεί, ένα είναι βέβαιο: ότι η εξωτερική "προστασία" θα θεσμοθετηθεί και, ενδεχομένως, θα οδηγηθούμε στην "ιμιοποίηση" της Ελλάδας.

http://contogeorgis.blogspot.com/2011/01/blog-post_20.html



.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Ιούλ 22, 2015 7:08 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.

Απόπειρα μαρξιστικής ερμηνείας της κρίσης

Ντέιβιντ Χάρβεϊ

06/01/2011

Ο διακεκριμένος μαρξιστής ανθρωπολόγος, γεωγράφος και οικονομολόγος αναφέρεται στις κεντρικές ιδέες του τελευταίου βιβλίου του The Enigma of Capital (Το Αίνιγμα του Κεφαλαίου), επιχειρεί μια μαρξιστική ανάλυση της κρίσης και θίγει στρατηγικής σημασίας ζητήματα του διεθνούς εργατικού κινήματος.

Συνέντευξη του Ντέιβιντ Χάρβεϊ στο περιοδικό International Socialist Review. Αναδημοσίευση από την Αυγή.

* Στο Αίνιγμα του Κεφαλαίου επιτίθεστε στους οικονομολόγους του κατεστημένου γιατί απέτυχαν να προβλέψουν την κρίση. Μπορείτε να μας πείτε γιατί οι αστοί οικονομολόγοι δεν είδαν την επερχόμενη κρίση, την οποία προέβλεπαν πολλοί μαρξιστές; Πόσο υπερέχει ο μαρξισμός έναντι της αστικής οικονομικής επιστήμης, απ' αυτή την άποψη;

Θεωρώ ότι κεντρική θέση στον μαρξισμό κατέχει η ιδέα της αντίφασης, ότι το καπιταλιστικό σύστημα θεωρείται πως εμπεριέχει μια σειρά θεμελιωδών αντιφάσεων που συγκρούονται και συνεπώς παράγουν μια κοινωνία που διατρέχεται διαρκώς από διαφόρων ειδών εντάσεις. Για παράδειγμα, η ένταση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία είναι μια εμφανής κατάσταση στην οποία κάθε μαρξιστής θα όφειλε να στρέψει την προσοχή του - στον χαρακτήρα δηλαδή του ταξικού αγώνα.

Υπάρχουν, όμως, και άλλες εντάσεις, ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση, στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία. Όλες αυτές οι εντάσεις υπάρχουν. Τι είναι ένα σπίτι; Είναι μια αξία χρήσης, εκεί που οι άνθρωποι κατοικούν, ή είναι μια ανταλλακτική αξία; Εκείνο που διαπιστώσαμε στην πρόσφατη κρίση είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτή η ένταση ανάμεσα στην αξία χρήσης και στην ανταλλακτική αξία μιας κατοικίας ξεσπάει με τη μορφή μιας μακρο-κρίσης.

Συνεπώς, από μαρξιστικής σκοπιάς, πάντα υπάρχουν εντάσεις. Έτσι το μόνο ενδιαφέρον ερώτημα, από τη σκοπιά του μαρξισμού, είναι το πότε ξεσπούν αυτές οι εντάσεις και λαμβάνουν τη μορφή μιας μεγάλης κρίσης αστάθειας και, άρα, πρέπει να ξεπεραστούν με την εμφάνιση ενός διαφορετικού σχηματισμού καπιταλιστικών δυνάμεων, στην περίπτωση που η κρίση λύνεται μέσα στον καπιταλισμό.

Υπάρχει ένα ανέκδοτο για τους μαρξιστές, λέγεται ότι προέβλεψαν σωστά τις τελευταίες δώδεκα από τις τελευταίες τρεις κρίσεις. Συνεπώς, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός όταν λέει πως μια αντίφαση πρόκειται να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις κρίσης ή ότι αυτή η κρίση πρόκειται να είναι η τελειωτική.
Η μαρξιστική θεωρία, όμως, μάς λέει ότι δεν υπάρχει σταθερό καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι, επί παραδείγματι, όταν οικονομολόγοι από τον Μπεν Μπερνάνκι [νυν διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ] μέχρι τον Πολ Κρούγκμαν αρχίζουν να μιλούν για τη δεκαετία του 1990 ως μια περίοδο "μεγάλης αυτοσυγκράτησης" και όταν λένε ότι οι κρισιακές τάσεις έχουν ξεπεραστεί, γνωρίζει κανείς, αν δει τα πράγματα από μαρξιστική σκοπιά, ότι δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Πολύ πρόσφατα, το 2004-2005, πριν ακόμη αναλάβει ως διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, ο Μπερνάνκι υποστήριζε ότι οι τάσεις προς την αστάθεια έχουν αμβλυνθεί και δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας.

Οι συμβατικοί οικονομολόγοι διατηρούν μια αντίληψη για την κοινωνία που συνοψίζεται σ’ αυτό που θα θεωρούσαν ροπή προς την ισορροπία, δηλαδή πιστεύουν πως όταν η αγορά λειτουργεί σωστά, εντός του ορθού θεσμικού πλαισίου -το οποίο περιλαμβάνει κάποιο βαθμό ρύθμισης των συμβολαίων και των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων--, πρέπει να παράγει μια κατάσταση ισορροπίας.

Έτσι, τα συμβατικά οικονομικά πάντα μιλούν για την τάση προς σύγκλιση, προς ισορροπία, και ότι η ισορροπία είναι δυνατή υπό τον όρο ότι υπάρχει σωστό μείγμα πολιτικής και δεν σημειώνεται κάτι εξωγενές που να δημιουργεί αναταράξεις στο όλο σύστημα. Εξωγενή προβλήματα θα μπορούσαν να αποκληθούν οι φυσικές καταστροφές, οι πόλεμοι, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και ο προστατευτισμός. Κρίση θα μπορούσε να υπάρξει λόγω αυτών των εξωγενών παραγόντων [υποστηρίζουν οι συμβατικοί οικονομολόγοι], η οποία θα ξεστράτιζε το σύστημα από το μονοπάτι της ισορροπίας, όμως η ισορροπία είναι πάντα κάτι το εφικτό.

Από μαρξιστικής σκοπιάς, η ισορροπία είναι ασυνήθης κατάσταση. Υπάρχουν πάντα δυνάμεις που μας απομακρύνουν, δυνάμεις εσωτερικές στη δυναμική του συστήματος. Έτσι, η μαρξιστική αντίληψη θα εξέταζε αυτό το ζήτημα με πολύ διαφορετικό τρόπο. Και πάλι, όμως, επανέρχομαι σ’ αυτό που είπα προηγουμένως, πάντα πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός, όταν εξετάζει από τη μαρξιστική σκοπιά το θέμα αυτό, και να μη λέει "Ιδού η επόμενη κρίση και αυτή θα είναι η τελειωτική".

Αυτό που επιχειρώ στο Αίνιγμα του Κεφαλαίου είναι να μιλήσουμε πολύ συγκεκριμένα για το ποια είναι η φύση των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλισμού και γιατί η λύση της κρίσης της δεκαετίας του 1970 δημιούργησε μια δομή που εμπεριείχε την πιθανότητα δημιουργίας κρίσης του είδους που είδαμε να ξεσπάει γύρω μας τα τελευταία δυο-τρία χρόνια. Αυτό οδηγεί στο μέγα ερώτημα: Τι είδους προσαρμογές είναι πιθανόν να συντελούνται στην καπιταλιστική δυναμική, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν τα θεμέλια μιας νέας κρίσης στο μέλλον;

* Πιστεύετε ότι η τρέχουσα οικονομική κρίση αποτελεί επίσης κρίση της αστικής νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας;

Αναμφίβολα, η νομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης θεωρίας αμφισβητείται. Πολλοί, που κάποτε ήταν ακλόνητοι υποστηρικτές της υπόθεσης των αποτελεσματικών αγορών, σήμερα αναγνωρίζουν το λάθος τους. Πολλοί οικονομολόγοι φαίνεται να συναινούν στο ότι, όντως, απαιτούνται πιο δυναμικές μορφές παρέμβασης στην οικονομία, προκειμένου να τερματιστεί η κρίση και να σταθεροποιηθεί το σύστημα.

Τα συνήθη νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα, τα οποία προβάλλονταν στις δεκαετίες του 1970 και 1980 ως ο τρόπος εξόδου από την κρίση, δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν - συμπεριλαμβανομένου, βεβαίως, του επιχειρήματος ότι η κρίση οφείλεται στα αρπακτικά συνδικάτα, στους άπληστους εργάτες και συνεπώς η εργασία δεν πρέπει να αμείβεται πολύ. Στην εποχή μας, δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει αυτό το επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, το μόνο επιχείρημα που στέκει, ως προς αυτό, είναι πως οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε αδυναμία, στις παρούσες περιστάσεις.

Βεβαίως, ιδεολογικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να πει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ή η δεξιά πτέρυγα του Δημοκρατικού ότι η απάντηση είναι να ενισχυθούν και πάλι οι εργαζόμενοι στις παρούσες συνθήκες. Ένα μέρος όπου αρχίζουμε να βλέπουμε σημάδια του τι συμβαίνει είναι ασφαλώς η Κίνα. Για πρώτη φορά επέτρεψε η κεντρική κινεζική κυβέρνηση να εξελιχθεί μια μεγάλη απεργία που δεν είχε οργανωθεί από τα συνδικάτα που καθοδηγεί το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά ήταν αυθόρμητη. Είδαμε την απεργία στην εταιρεία Honda, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι μισθοί κατά 30-40%. Στην εταιρεία Foxconn έγινε σύγκρουση, η οποία οδήγησε στον διπλασιασμό των μισθών.
Φαίνεται πως τώρα η κινεζική κυβέρνηση ενισχύει τα δικαιώματα των εργατών, κάτι που δεν βλέπουμε σε όλον τον υπόλοιπο αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο, όπως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

* Με βάση την πρακτική των κυβερνήσεων και των οικονομολόγων του κατεστημένου, τι αντικαθιστά τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία;

Υπάρχει μια θεωρία του νεοφιλελευθερισμού που στην πραγματικότητα ουδέποτε λειτούργησε. Η Μάργκαρετ Θάτσερ επιχείρησε να την εφαρμόσει και απέτυχε μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια. Υπάρχει επίσης μια πραγματιστική μορφή νεοφιλελευθερισμού, η οποία μονίμως υπερασπίζεται τις ελεύθερες αγορές και την παύση της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Στην πράξη, όμως, αυτό σήμαινε υποστήριξη προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Στη μεξικανική κρίση χρέους π.χ., το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ και το αναζωογονημένο ΔΝΤ έσωσαν το Μεξικό, προκειμένου να σώσουν τους τραπεζίτες της Νέας Υόρκης.

Εκείνο που συνέβη λοιπόν ήταν η εισαγωγή του ηθικού κινδύνου στο σύστημα. Το βασικό στοιχείο αυτού του τελευταίου είναι ότι σε κάθε περίπτωση αποφασίζεται να διασώζονται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα με κάθε κόστος. Αυτό δεν είναι διόλου συμβατό με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, η καθαρή ιδεολογία, θα έλεγε: "Όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς. Αν κάνεις μια κακή επένδυση και χρεωκοπήσεις, τόσο το χειρότερο". Αυτή τη στιγμή εκείνο που βλέπουμε είναι πως η επίσημη ιδεολογία, που θέλει να κρατήσει το κράτος μακριά από οτιδήποτε, έχει πρόβλημα, εφόσον η πολιτική εξουσία υιοθετεί ανοιχτά την απαίτηση να σωθούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εις βάρος του πληθυσμού. Φαίνεται ότι διεξάγεται κάποια πάλη γύρω απ’ αυτό το ζήτημα, επειδή τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά του πολιτικού φάσματος υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμφωνούν μ’ αυτό.

Όπως το βλέπω αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει η πρόθεση οποιασδήποτε αλλαγής αυτής της θέσης, δηλαδή ότι αυτό είναι που πρέπει να γίνει. Όμως, το πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι έτσι μετατοπίζουν την κρίση. Και πάλι, μία από τις θέσεις, που για μένα είναι πολύ σημαντικές, στο "Αίνιγμα του Κεφαλαίου" αφορά το ότι το κεφάλαιο δεν ξεπερνά τις κρισιακές τάσεις του, αλλά τις ανακυκλώνει. Δόθηκε μεν κάποια λύση στο θέμα της τραπεζικής κρίσης, αλλά τώρα προέκυψε η κρίση των κρατικών χρεών, των οικονομικών των κρατών. Το βλέπετε αυτό βεβαίως στη Νότια Ευρώπη, στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία. Δημοσιονομική κρίση υπάρχει και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τη σοβαρή δυσκολία που έχει η Καλιφόρνια π.χ., η οποία διατηρεί έναν από τους μεγαλύτερους κρατικούς προϋπολογισμούς στον κόσμο.

Έτσι, η κρίση μετατοπίστηκε από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στα δημόσια οικονομικά. Υπάρχει λοιπόν ένα μεγάλο ερώτημα, πώς θα αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση, και αυτό είναι το κύριο ζήτημα της ημερήσιας διάταξης τούτη τη στιγμή. Ενώ το περασμένο έτος το ζήτημα ήταν πώς θα σταθεροποιηθούν οι τράπεζες, τώρα είναι πώς θα σταθεροποιηθούν τα δημόσια οικονομικά και αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν πρόκειται να λυθεί εύκολα. Θα απασχολεί τα επόμενα δέκα ή δεκαπέντε χρόνια.

Παράλληλα μ’ αυτό, όσο επιχειρούν να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά μέσω της λιτότητας θα διατηρούν υψηλή ανεργία. Αυτό είναι το ζήτημα που εμφανίζεται τώρα, μετατόπισαν την κρίση από τις τράπεζες στα δημόσια οικονομικά και στη συνέχεια στον λαό με τη μορφή της λιτότητας και της ανεργίας. Συνεπώς, το μείζον ερώτημα είναι, πώς θα αντιδράσει ο λαός;

Βλέπουμε την αντίδρασή του σε κάποιο βαθμό με τις απεργίες στην Ελλάδα και στην Ισπανία, καθώς και με τον αναβρασμό που υπάρχει στα πανεπιστήμια της Καλιφόρνιας, όπου αρχίζει να οικοδομείται λαϊκή αντίσταση εναντίον του τρόπου με τον οποίο σταθεροποιούνται τα δημόσια οικονομικά εις βάρος του λαού.

Βεβαίως, τα δημόσια οικονομικά περιήλθαν σε χαοτική κατάσταση, επειδή σταθεροποίησαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ένα είδος αλυσιδωτού φαινομένου. Συνεπώς, το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα εξαρτάται κατά τη γνώμη μου από το πώς θα εξελιχθεί ο ταξικός αγώνας. Θα είναι ένας ταξικός αγώνας έναντι ενός κρατικού μηχανισμού και μιας κρατικής εξουσίας που λένε, "Εσείς πρέπει να πληρώσετε το κόστος της κρίσης", ενώ πολλοί άνθρωποι λένε "Όχι δεν πρέπει να πληρώσουμε εμείς το κόστος της κρίσης. Πρέπει να το πληρώσουν οι τραπεζίτες, οι χρηματιστές και οι ανώτερες τάξεις", οι περισσότεροι -κάποιοι βέβαια έχουν πληγεί-- από τους οποίους βγήκαν, μέχρι στιγμής, αλώβητοι από την κρίση. Έτσι θα δούμε να εξελίσσεται αυτή η δυναμική του ταξικού αγώνα.

* Όπως αναφέρατε, εδώ, στις ΗΠΑ, και στην Ευρώπη εφαρμόζονται μέτρα λιτότητας. Πιστεύετε ότι αυτά τα μέτρα θα δώσουν λύση στην κρίση;

Τα μέτρα λιτότητας θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο ξεπέρασμα της δημοσιονομικής κρίσης του κράτους, αλλά θα επαναληφθεί αυτό που έγινε με τη δημοσιονομική κρίση που προέκυψε από τη λύση της κρίσης των τραπεζών. Το ερώτημα είναι λοιπόν: Τι είδους κρίση θα προκληθεί απ’ αυτά τα μέτρα; Κρίση ανεργίας, βεβαίως.

Εάν τα κράτη εφαρμόσουν μέτρα λιτότητας -όπως ο Κάμερον στη Βρετανία που μιλά για μεγάλες περικοπές-- αυτά θα προκαλέσουν μεγάλη ανεργία. Στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης το θέμα συζήτησης είναι οι μεγάλες περικοπές του προϋπολογισμού και η μαζική ανεργία που θα προκληθεί στον δημόσιο τομέα. Θα εξαπολυθεί στη συνέχεια ένας μεγάλος αγώνας μεταξύ του κράτους και των συνδικάτων του δημόσιου τομέα ιδίως . Έτσι είναι πιθανόν να δούμε, όπως είδαμε στην Ελλάδα και στην Ισπανία, έναν εκτεταμένο αγώνα, επειδή η κρίση μεταφέρεται σε άλλο χώρο, και αυτό μας επαναφέρει στη θέση μου ότι οι κρίσεις δεν λύνονται, απλά μετατοπίζονται από τη μια σφαίρα στην άλλη.

* Πώς βλέπετε την αντίδραση της αριστεράς στις περικοπές του προϋπολογισμού και ποιο δρόμο πιστεύετε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει η αριστερά για να προχωρήσει μπροστά;

Εξαρτάται από το τι αποκαλείτε αριστερά. Υπάρχουν πολλές ομαδοποιήσεις στην Αριστερά που δυσανασχετούν μ' αυτή την κατάσταση, αλλά δεν βλέπω μια ενιαία ανάλυση της αριστεράς σχετικά με τη φύση του προβλήματος. Βλέπω πολλά είδη λύσεων και διαφορετικές διατάξεις οργάνωσης. Έτσι νομίζω ότι η αριστερά δεν αντιδρά με ενιαίο τρόπο. Πιστεύω ότι τώρα, στον βαθμό που η κρίση μετατοπίζεται προς τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα, είναι πιθανόν να δούμε πιο κλασικές μορφές ταξικού αγώνα ως αντίδραση έναντι της κατάστασης από ό,τι συνέβη όταν η κρίση έδρευε στο τραπεζικό σύστημα. Αυτό θα οδηγήσει στη σύγκλιση πολλών δυνάμεων της αριστεράς γύρω από την ιδέα ότι πρέπει να προστατεύσουμε τον πληθυσμό γενικά έναντι των μέτρων λιτότητας που προέρχονται από το κράτος.

Θεωρώ ότι οι αντικειμενικές συνθήκες υπό τις οποίες εξελίσσεται η κρίση είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε πιο ενοποιημένη πολιτική μέσα στην αριστερά, ωστόσο υπάρχουν πολλές διαφορετικές ομαδοποιήσεις. Μερικές φορές μπλέκω σε μπελάδες που το λέω αυτό, αλλά επί παραδείγματι ο αναρχικός αυτονομιστικός χώρος δεν θέλει να πάρει την κρατική εξουσία και δεν πιστεύει στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας, αν και τώρα σημειώνονται κάποιες μετατοπίσεις μεταξύ των σημαντικών θεωρητικών αυτού του χώρου.

Θεώρησα ενδιαφέρον στοιχείο το ότι στο τελευταίο βιβλίο τους οι Χαρντ και Νέγκρι δεν εξέφρασαν αντίθεση στην κατάληψη της κρατικής εξουσίας, κάτι πολύ ασυνήθιστο γι΄ αυτό το χώρο, έτσι ίσως αυτή η ιδέα μπορεί να μεταβληθεί. Πιστεύω ότι οι κλασικοί αριστεροί σχηματισμοί, και δεν μιλώ για τη σοσιαλδημοκρατία, μιλώ κυρίως για τους μαρξιστικούς και κομμουνιστικούς σχηματισμούς, έχουν πρόβλημα.
Θα το παρουσιάσω εδώ χονδροειδώς. Δεν πιστεύω ότι φέρνει αποτελέσματα η ιδέα τους για τον εργοστασιακό εργάτη ως τον πρωτοπόρο προλετάριο που θα κάνει την επανάσταση. Δεν πιστεύω πραγματικά ότι αυτή η ιδέα απέδωσε ποτέ πολύ καλά αποτελέσματα. Πρέπει κανείς να διαμορφώσει μια ευρύτερη έννοια συμμαχίας δυνάμεων εντός της οποίας το συμβατικό προλεταριάτο αποτελεί σημαντικό στοιχείο, αλλά όχι αναγκαία ένα στοιχείο που παίζει ρόλο ηγεσίας.

Μια δομή ηγεσίας πρέπει να αναπτυχθεί γύρω από όλους τους ανθρώπους που συμμετέχουν
. Επί παραδείγματι, ένας από τομείς ενδιαφερόντων μου θα ήταν εκείνοι οι άνθρωποι που εμπλέκονται στη δημιουργία της αστικοποίησης, οι άνθρωποι που δημιουργούν πόλεις και οι άνθρωποι που παράγουν τη ζωή της πόλης. Τούτη τη στιγμή, στον βαθμό που ο αγώνας θα διεξαχθεί πιθανώς ανάμεσα στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα και στον κρατικό μηχανισμό, θα είναι μια ειδική μορφή αγώνα που δεν βασίζεται στα εργοστάσια. Τα συνδικάτα των καθηγητών και αυτού του είδους οι ομάδες πιθανώς θα ωθηθούν να αναλάβουν έναν πιο πρωτοποριακό ρόλο. Νομίζω λοιπόν ότι οι αριστερές οργανώσεις χρειάζεται να αναρωτηθούν ποιοι θα παίξουν, πιθανώς, τον ρόλο της πρωτοπορίας στην τρέχουσα κατάσταση και τι πολιτική θα έπρεπε να διαμορφωθεί σε σχέση με τις κυβερνήσεις των Πολιτειών, όπως και με τις εταιρείες.

* Ο μαρξισμός πάντα είχε να κάνει τόσο με την εξήγηση όσο και με την αλλαγή της κοινωνίας. Ποιος, κατά τη γνώμη σας, είναι ο ρόλος που πρέπει να παίξει ο μαρξισμός στην οικοδόμηση μιας νέας αντίστασης με στόχο το μετασχηματισμό της κοινωνίας;

Θεωρώ ότι παίζει βασικό ρόλο. Από τη δική μου οπτική γωνία, η αποτυχία των άλλων μορφών κατανόησης της πολιτικής οικονομίας είναι πλέον τόσο φανερή που υπάρχει σήμερα η δυνατότητα να προωθηθεί πραγματικά σθεναρά μια πιο σαφής μαρξική αντίληψη για το πώς λειτουργεί η πολιτική οικονομία, συνεπώς θεωρώ ότι σ’ αυτό το επίπεδο κριτικής ο μαρξισμός έχει να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο.
Πιστεύω επίσης ότι η ιστορία του μαρξισμού και η εποικοδομητική πλευρά του αποτελούν συλλογική μνήμη που μπορεί να ανασυρθεί πολιτικά, και πρέπει να το πούμε ευθέως: ο βαθμός του βιοτικού επιπέδου που είχαμε επιτύχει τη δεκαετία του 1970 σχετιζόταν με τη δυναμική του ταξικού αγώνα όπως εξελίχθηκε μετά το 1917, ακόμη και σ’ αυτή τη χώρα [τις ΗΠΑ] κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930.

Λέγεται από κάποιους ότι ο μαρξισμός απέτυχε - ε, λοιπόν, δεν απέτυχε. Στην πραγματικότητα έπαιξε πολύ εποικοδομητικό ρόλο. Ταυτόχρονα, όσοι κινούμαστε στο πλαίσιο του μαρξισμού οφείλουμε επίσης να κοιτάξουμε πίσω και να είμαστε πολύ επικριτικοί σε αυτές που θεωρούμε πολύ συντηρητικές, μάλλον δογματικές αντιλήψεις για τον κόσμο.

Επί παραδείγματι, δεν μπορούμε να ανατρέχουμε και να παραθέτουμε τον Λένιν σαν να είναι αυτό μια λύση, κατά κάποιον τρόπο. Ο καλός μαρξιστής αυτό που κάνει είναι να εξετάζει τη συμβατική κατάσταση και να την αναλύει συνεχώς, δοθείσης της μεθόδου του Μαρξ [που τον προτρέπει] να προσπαθεί και να κατανοεί τη δυναμική της κατάστασης και συνεπώς να παρεμβαίνει με τρόπο που να οδηγεί την κοινωνία σε πιο δημοκρατικές και εξισωτικές λύσεις και τελικά σε λύσεις που είναι εντελώς αντικαπιταλιστικές.

Πιστεύω ότι ο μαρξισμός ως επαναστατική θεωρία και ως επαναστατική πράξη έχει να διδάξει πολλά. Υπάρχει μια θαυμάσια ιστορική καταγραφή, αλλά πρέπει να προσεγγίσουμε με κριτικό τρόπο το τι κάναμε λάθος και τι σωστά, και γι’ αυτό πιστεύω ότι τούτη η στιγμή είναι εξαιρετική για να παρουσιάσουμε ξανά, αν θέλετε, τη μαρξική επιχειρηματολογία, νομίζω μάλιστα ότι πολύ περισσότερος κόσμος είναι πρόθυμος να ακούσει. Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα δημοσκόπηση του Pew Research Center που αναφέρει ότι μόνο το 43% των ανθρώπων της χώρας πιστεύει πραγματικά ότι ο καπιταλισμός είναι καλός και νομίζω ότι ειδικά ανάμεσα στη νεότερη ηλικιακά ομάδα των 18-30 ετών, το 43% πιστεύει ότι ο σοσιαλισμός ήταν καλύτερος. Έτσι, ακόμη και σ΄ αυτή τη χώρα, οι όμοιοι του Γκλεν Μπεκ [δεξιός θρησκευόμενος λαϊκιστής, επιχειρηματίας των MME, που τον έχει φέρει στον κοινωνικό αφρό το ακραία συντηρητικό κίνημα του Tea Party] έχουν αναστατωθεί ακριβώς εξαιτίας μιας αθόρυβης, αλλά δραστικής μεταβολής στον τρόπο του σκέπτεσθαι, μιας μεταβολής που βρίσκεται υπό εξέλιξη, και αυτό μπορούμε να το υποστηρίξουμε με επιχειρήματα. Η δική μου συμβολή ήταν να γράψω το "Αίνιγμα του Κεφαλαίου" που είναι προσιτό στον κόσμο, έτσι ώστε μπορεί να σχηματίσει μια αντίληψη για το ποια είναι η μαρξική επιχειρηματολογία, χωρίς να είναι πολύ δογματικό ή αλαζονικό σχετικά μ΄ αυτή. Αυτή πιστεύω ότι είναι η κατάστασή μας τούτη τη συγκεκριμένη στιγμή.

Μετάφραση της Αριάδνης Αλαβάνου. Αρχική πήγη: Αριστερό Βήμα).


.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Ιούλ 24, 2015 12:48 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.


Η λιτότητα δεν είναι λύση

Τζόζεφ Στίγκλιτζ

18-10-2012

Ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ απαντάει, στο γαλλικό ‘RUE89’, στις ερωτήσεις του κοινού αναφορικά με την κατάσταση της Οικονομίας τόσο στην Ευρώπη όσο και παγκόσμια. Επιμέλεια: Γρηγόρης Καυκιάς


* Ποιες είναι κατ’ εσάς οι αιτίες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης; Είναι απλά μια ‘κλασική’ κρίση (οικονομικής) υπερπαραγωγής;

Απ: Δεν είναι μια κρίση υπερπαραγωγής. Το πρόβλημα είναι η έλλειψη της ζήτησης. Όμως στο βάθος υπάρχει ένα άλλο πρόβλημα: Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη πρέπει να αλλάξουν τη δομή της Οικονομίας τους. Αυτό είναι που επείγει.
Στο 19ο αιώνα περάσαμε από την γεωργική στην βιομηχανική παραγωγή και βρέθηκαν να υπάρχουν περισσότεροι αγρότες από όσοι χρειάζονταν. Έπρεπε λοιπόν αυτοί να κάνουν κάτι άλλο και αυτό το άλλο ήταν στα εργοστάσια. Τώρα βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση. Περνάμε από την βιομηχανία στις υπηρεσίες. Έχουμε μια βιομηχανία που πηγαίνει καλά και είναι πολύ παραγωγική, η οποία όμως διαθέτει πολύ λιγότερες θέσεις εργασίας από ό,τι στο παρελθόν. Ειδικά όταν κάποιες βιομηχανίες μεταφέρονται στις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι αγορές δεν δουλεύουν σωστά σχετικά με αυτό και πρέπει να δράσουν και οι κυβερνήσεις.



* Τί πιστεύετε για την ευρωπαϊκή κρίση και για τα μέτρα λιτότητας που οι ιθύνοντες της Ευρωζώνης μας παρουσιάζουν ως μοναδικές λύσεις εξόδου από αυτή τη κρίση;

Απ: Η λιτότητα δεν είναι η λύση. Δεν επιτρέπει στις κυβερνήσεις να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις στο πέρασμά τους από την παλιά στην νέα Οικονομία. Αντιθέτως, περιορίζει την υποστήριξή τους.

Η Οικονομία της Δύσης περνάει τώρα από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες: παιδεία, υγεία, πολιτισμός, τουρισμός κλπ. Το ενδιαφέρον είναι πως μεταξύ αυτών των κλάδων, κάποιοι είναι δημόσιοι. Για αυτό το λόγο είναι που περισσότερο και από τη βιομηχανία, που χρειαζόταν ήδη μια κρατική παρέμβαση, θα έχουμε στο εξής πιο πολύ ανάγκη τις κυβερνήσεις μας. Δεν πρέπει μόνο να επαναπροσδιορίσουν τη στήριξή τους αλλά και να την ενισχύσουν.

Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ ξοδεύουμε υπερβολικά χρήματα στην Άμυνα. Κατασκευάζουμε πολλά όπλα, που δεν λειτουργούν, για να πολεμήσουμε πολλούς εχθρούς οι οποίοι δεν υπάρχουν. Σπαταλούμε χρήματα. Πληρώνουμε επίσης πολλά περισσότερα στις επιχειρήσεις παρά στους μισθωτούς. Αυτά είναι παραδείγματα. Μπορούμε να επαναπροσανατολίσουμε τις δαπάνες εκεί που θα δώσουν ώθηση στο να κινηθεί η Οικονομία προς τα εμπρός.



* Στη Γαλλία η ανάπτυξη είναι καθηλωμένη αλλά ο Φρανσουά Ολάντ ανακοίνωσε μείωση των δαπανών και αυξήσεις φόρων που θα επιβαρύνουν την προσέγγιση των ευρωπαϊκών στόχων. Μας οδηγεί σε αδιέξοδο;

Απ: Το να περιοριστεί το διαρθρωτικό έλλειμμα όπως επιβάλλουν οι ευρωπαϊκές συμφωνίες λειτουργεί όταν είσαι σε πλήρη λειτουργία αλλά όχι μέσα σε μια ύφεση. Είναι ανεύθυνο να προσπαθήσουμε να έχουμε έναν ισορροπημένο προϋπολογισμό ή και ένα διαρθρωτικό έλλειμμά του 3% σε μια αδύναμη Οικονομία.

Πιστεύω πως η απόφαση του Φρανσουά Ολάντ θα έχει πολύ αρνητικές συνέπειες. Η λιτότητα οδηγεί στην ύφεση.

Οι Ιθύνοντες της Ευρώπης εξακολουθούν, παρόλα αυτά, να λένε ότι χρειάζεται ανάπτυξη. Αυτό επαναλαμβάνουν εδώ και χρόνια, αλλά δεν προτείνουν τίποτα για αυτό. Υπήρξαν κάποιες πρόοδοι αλλά έρχονται πολύ αργά και δεν αρκούν.

Για παράδειγμα έχετε ενισχύσει τις δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ώστε να μπορεί να κάνει περισσότερες επενδύσεις. Αλλά η κλίμακα αυτών που προτείνονται είναι πάρα πολύ μικρή και δεν θα είναι αρκετή για να αντισταθμίσει τη ζημία από τη λιτότητα.



* Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να κινηθεί ξανά η Οικονομία; Αν ναι, γιατί οι αρχηγοί των ευρωπαϊκών κρατών επιμένουν προς αυτή τη κατεύθυνση;

Απ: Το μεγάλο λάθος που κάνουν οι Ευρωπαίοι, και κυρίως η Γερμανία, είναι ότι έχουν βγάλει μια λανθασμένη διάγνωση του προβλήματος. Πιστεύουν ότι η κρίση προέρχεται από μια συμπεριφορά πολύ κοστοβόρα. Αλλά η Ισπανία και η Ιρλανδία είχαν πλεόνασμα πριν από τη κρίση. Δεν είναι τα έξοδα που τις έφτασαν ως εδώ.
Είναι η οικονομική ύφεση που προκάλεσε το έλλειμμα και όχι το αντίστροφο
. Η επιβολή περαιτέρω λιτότητας το μόνο που προσφέρει είναι να επιδεινώνει την ύφεση. Αλλά οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν το καταλαβαίνουν αυτό.



* Τί πρέπει να γίνει;

Απ: Η ζώνη του Ευρώ υποφέρει από ένα πρόβλημα στελεχών και οι αρχηγοί δεν ασχολούνται με αυτό. Πρέπει να το κάνουν. Πρέπει:
- να συγκεντρωθούν τα χρέη
- να εφαρμοστεί ένα κοινό οικονομικό σύστημα
- να εναρμονιστούν οι εισφορές
- να αλλάξουν οι εντολές προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ώστε να μην εστιάζει μόνο στον πληθωρισμό αλλά και στην απασχόληση, την ανάπτυξη και την οικονομική σταθερότητα.
- να σχεδιαστούν και να πραγματοποιηθούν μεταρρυθμίσεις πολύ γρήγορα, γιατί η Ευρώπη φθίνει και αυτό κοστίζει ακριβά με όρους ανισότητας και διάβρωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου. Οι νέοι που θα έπρεπε να προσπαθούν να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους περνούν το χρόνο τους στην ανεργία, πέφτοντας στην απογοήτευση και την απομόνωση.



* Ο Τζόρτζ Σόρος είπε πως το καλύτερο για την Ευρώπη είναι να ξαναφτιαχτεί χωρίς τη Γερμανία. Εσείς συμφωνείτε με αυτό;

Απ:
Νομίζω πως είχε δίκιο όταν είπε ότι η Γερμανία πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για την ευρωζώνη ή αλλιώς να φύγει. Τονίζω πως αν η Γερμανία εγκαταλείψει τη ζώνη του Ευρώ, αυτή θα είναι πιθανόν σε καλύτερη θέση γιατί το ευρώ θα είναι λιγότερο ακριβό. Θα γίνετε πιο ανταγωνιστικοί, οι εξαγωγές σας θα αυξηθούν και αυτό θα είναι καλό για την Οικονομία σας.



* Τί πιστεύετε για την ιδέα που προτείνεται από κάποιους οικονομολόγους να βγούμε από την ευρωζώνη για να βγούμε και από τη κρίση;

Απ: Υπάρχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα για μια τόσο μεγάλη αγορά όπως είναι η Ευρώπη. Αλλά αν δεν μπορέσετε να την ξαναφτιάξετε, δεν νομίζω ότι θα ήταν τόσο τραγικό να επιστρέψετε σας εθνικά σας νομίσματα.

Οι νομισματικές ενώσεις δεν διαρκούν συχνά, παρά για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Το κάνεις και είτε λειτουργεί είτε όχι. Το σύστημα του Bretton Woods κράτησε 30 χρόνια. Η Ιρλανδία ανεξαρτητοποιήθηκε από τη Μεγάλη Βρετανία και δημιούργησε το δικό της νόμισμα. Είναι μεγάλο γεγονός όταν συμβαίνει, και συμβαίνει.

Η αντίληψη ότι θα είναι το τέλος του κόσμου είναι λάθος. Θα ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδος, αλλά το τέλος του Ευρώ δε θα ήταν το τέλος του κόσμου.

Δείτε την Ισπανία: η χώρα είναι σε κατάθλιψη και οι μισοί νέοι είναι στην ανεργία. Και τί της προσφέρει η Ευρώπη; Βοηθάει, αλλά υπό ορισμένες συνθήκες. Και αυτές οι συνθήκες βασίζονται ακριβώς στις αρχές που οδήγησαν τη χώρα στην ύφεση. Είναι το φάρμακο που σκοτώνει τον ασθενή. Λέει «εγώ θα σας βοηθήσω, αλλά πρώτα πρέπει να αυτοκτονήσετε» και αυτό δεν δίνει και μεγάλη ελπίδα.



* Οι μορφές προστατευτισμού, για παράδειγμα με κριτήρια κοινωνικά και περιβαλλοντικά, δεν θα μπορούσαν να σταθεροποιήσουν την παγκόσμια Οικονομία, και να ενθαρρύνουν τις χώρες που έχουν το κοινωνικό και περιβαλλοντικό ντάμπινγκ ως βασική οικονομική στρατηγική, να συγκλίνουν προς πρακτικές που σέβονται περισσότερο τη φύση και τον άνθρωπο;

Απ: Το να επιβληθεί ένας προστατευτισμός θα ήταν λάθος, γιατί εισάγετε και εξάγετε. Αν δεν εισάγετε πια οι άλλες χώρες δεν θα αγοράζουν τα προϊόντα σας. Οπότε αυτή δεν είναι η σωστή κατεύθυνση.

Αν είχατε μια ευέλικτη ισοτιμία, περισσότερο από ένα κοινό νόμισμα, θα μπορούσατε να την προσαρμόσετε για να κάνετε τα προϊόντα σας πιο ανταγωνιστικά. Εκεί είναι που το Ευρώ στέκεται εμπόδιο, όπως ακριβώς το σύστημα του χρυσού κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Το ερώτημα παραμένει ίδιο: μπορείτε να λύσετε τα προβλήματα που δημιουργούνται από το Ευρώ; Η απάντηση είναι: ναι, αν αναπροσδιορίσετε το πλαίσιο του Ευρώ.

Αυτό που χρειάζεστε είναι να φτάσουν οι άνθρωποι να μετακινούνται από τους λιγότερο ανταγωνιστικούς τομείς στους πιο ανταγωνιστικούς. Πρέπει να στηριχτεί η απασχόληση και να εξασφαλιστεί πως οι τράπεζες θα παρέχουν χρηματοδοτική βοήθεια στους ανθρώπους για να αλλάξουν εργασία ή για να δημιουργήσουν επιχειρήσεις. Ακόμα, πρέπει να επενδύσουμε σε πανεπιστήμια για να έχουμε περισσότερους ερευνητές, που θα εργάζονται σε πιο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.



* Ενώ πολλοί άνθρωποι ‘λυπούνται’ για την αποβιομηχάνιση, τελικά η βιομηχανία δεν είναι καταδικασμένη να εξαφανιστεί από τις πιο πλούσιες χώρες, όπως έχει σχεδόν εξαφανιστεί η γεωργία ή κάποιες βιομηχανίες όπως οι εξορύξεις;

Απ: Στη Γαλλία, μπορείτε να πετύχετε τον επαναπατρισμό ορισμένων εργασιών που έχουν μεταφερθεί εκτός χώρας. Πρέπει να θυμόμαστε, πρώτα απ’ όλα όμως, ότι η αύξηση της παραγωγικότητας είναι τέτοια που με κάθε τρόπο, θα έχετε ανάγκη από όλο και λιγότερους εργαζόμενους, με ή χωρίς αλλαγή του τόπου παραγωγής. Αυτό συμβαίνει παντού. Ακόμα και στη Κίνα, η βιομηχανική εργασία φθίνει. Πρέπει να το δεχτούμε, είναι το τίμημα της επιτυχίας.

Η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία έχουν, από αυτή την άποψη, καλύτερες προοπτικές από την Αμερική. Έχετε ένα ποιοτικό εκπαιδευτικό σύστημα και μια παράδοση στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις ειδικευμένες στην μηχανική και την υψηλή τεχνολογία που εμείς δεν έχουμε.

Οι ΗΠΑ ειδικεύονται στην παραγωγή μεγάλης κλίμακας και άρα χαμηλού κόστους. Και στο παιχνίδι αυτό η Κίνα έχει κερδίσει. Είναι δύσκολο για μας να την ανταγωνιστούμε. Αλλά εσείς, στην υψηλή ποιότητα είναι πιο εύκολο. Ωστόσο, θα πρέπει ακόμα να αναδιαρθρώσετε την Οικονομία σας.



* Πώς θα περιοριστεί η δύναμη τραπεζών όπως η Goldman Sachs που ελέγχουν τώρα ορισμένες χώρες; (π.χ την Ελλάδα).

Απ:
Γνωρίζουμε τί πρέπει να κάνουμε για συμπεριφέρονται καλύτερα οι τράπεζες; Ναι. Ξέρουμε ότι πρέπει να κάνουμε κάτι:
-για τις τράπεζες που λεγόταν ότι είναι πολύ μεγάλες για να πέσουν
-για τη διαφάνεια
-για την υπερβολική ανάληψη ρίσκων
-για τις συγκρούσεις συμφερόντων
-για τον καταχραστικό δανεισμό
Και για όλα όσα έκανε η Goldman Sachs.
Η ερώτηση δεν είναι αν μπορούμε να ελέγξουμε τις τράπεζες. Ξέρουμε να το κάνουμε, και στο παρελθόν το κάναμε. Μετά το 1930 οι τράπεζές μας πήγαν καλά.



* RUE89: Ποιο είναι το πρόβλημα;

Απ:
Το πρόβλημα είναι σήμερα,πως οι τράπεζες έχουν πολύ δύναμη, περιλαμβανομένης και μιας δύναμης πολιτικής σε συνδυασμό με το γεγονός πως οι πολιτικοί μας άγονται και φέρονται από το χρήμα. Στις ΗΠΑ κυρίως, τους βρίσκουν τρόπους ώστε να χρηματοδοτούν τις προεκλογικές τους εκστρατείες. Σε αντάλλαγμα, πρέπει να ανταποδώσουν.

Ωστόσο, ακόμα και στις ΗΠΑ έχουμε κάποιους καλούς μηχανισμούς ελέγχου των τραπεζών. Όχι αρκετά κατ’ εμέ αλλά υπερβολικά από την πλευρά των τραπεζών. Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε τους τρόπους.



* RUE89: Τί πρέπει να γίνει;

Απ: Διαχωρισμός εμπορικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων των τραπεζών
, για παράδειγμα. Οι ΗΠΑ δεν το πιστεύουν αλλά είναι καλή ιδέα.



* Ήσασταν στη κορυφή αυτής της Οικονομίας. Γιατί δεν ήταν δυνατό να βελτιώσετε τα πράγματα όσο διευθύνατε διεθνείς οργανισμούς;

Απ:
Οι δυνάμεις που υπάρχουν είναι πολύ ισχυρές. Αλλά από το εσωτερικό μπορείς καμιά φορά να κάνεις τα πράγματα να αρχίσουν να αλλάζουν. Είναι πολύ πιο δύσκολο να τα αλλάξεις εντελώς.

Πρέπει μερικές φορές επίσης, να κάνουμε πράγματα που δεν είναι ορατά, αλλά που είναι σημαντικά. Για παράδειγμα, είναι σημαντικό για τους ηλικιωμένους να μπορούμε να αγοράζουμε ομόλογα που προστατεύονται από τον πληθωρισμό. Αυτό δεν αρέσει στις τράπεζες, θέλουν την αβεβαιότητα. Αλλά εμείς πετύχαμε να δημιουργήσουμε τέτοια προστατευμένα ομόλογα. Οι άνθρωποι τα εκτίμησαν, ήταν μεγάλη επιτυχία.

Όλα εξαρτώνται από το μέγεθος της μάχης στη πραγματικότητα. Μπορούμε να κάνουμε πολλές μικρές μάχες. Αλλά είναι πολύ πιο δύσκολο να δίνουμε τις μεγάλες.



*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~ *



Η Ελλάδα είναι προάγγελος για τα όσα θα συμβούν και αλλού

Τζότζεφ Στίγκλιτς

20.07.2015

«Σήμερα, το πεδίο μάχης, το πεδίο μάχης των ιδεών και της οικονομικής δύναμης, είναι εδώ στην Ελλάδα. Δυστυχώς, το τι συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, είναι ο προάγγελος του τι θα συμβεί και αλλού», σημείωσε και πρόσθεσε: «Δυστυχώς, εσείς οι Έλληνες έχετε να κάνετε με την τρόικα. Και η τρόικα έχει σχεδιάσει το τρίτο μνημόνιο ώστε να αυξάνει την ανισότητα και να στρέφεται κατά των φτωχών. Όμως η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική που αντιμετωπίζει αυτή τη συμπεριφορά».

«Δίνουμε την ίδια μάχη και στις ΗΠΑ» είπε και εξήγησε ότι όταν ανακεφαλαιοποιήθηκαν οι τράπεζες, μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, είχε επισημάνει τότε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία τους να πάρουν τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος. «Ήταν η ευκαιρία να διασφαλίσουμε ότι στο μέλλον οι τράπεζες δεν θα εμπλέκονται σε εκμετάλλευση, χειραγώγηση της αγοράς, καταχρηστικές πρακτικές στις πιστωτικές κάρτες, όλα αυτά τα οποία έκαναν μέχρι τότε. Αλλά ο κ. Ομπάμα είπε “όχι”. Πρέπει να σώσουμε τις τράπεζες να συνεχίσουν να κάνουν ό,τι και στο παρελθόν.

Και μαντέψτε τι έχουμε δει τα πέντε χρόνια από τότε. Περισσότερη χειραγώγηση της αγοράς, περισσότερες καταχρηστικές πρακτικές. Κάθε μέρα ανοίγεις τους Financial Times ή κάθε άλλη εφημερίδα και διαβάζεις για ένα νέο μεγάλο τραπεζικό σκάνδαλο» τόνισε ο κ. Στίγκλιτς.

Ο νομπελίστας οικονομολόγος υποστήριξε επίσης, ότι αυτή την περίοδο, διεξάγεται μία μεγάλη μάχη αλλαγής των κανόνων που διέπουν την οικονομική πρακτική και την επικρατούσα οικονομική θεωρία.



.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Ιούλ 28, 2015 4:35 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/o-ekfasismos-toy-planiti-pigi-wwwlifogr

Ο εκφασισμός του πλανήτη

Στέλιος Κούλογλου

02-11-2014

[…]

Όλα ξεκίνησαν τέτοιες μέρες το 1989, όταν γκρεμίστηκε το Τείχος του Βερολίνου, και δύο χρόνια αργότερα, τότε που κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Το αντίπαλο δέος, παρά τα χίλια προβλήματά του, τα οποία προκάλεσαν άλλωστε την πτώση του, είχε αναγκάσει τον καπιταλισμό να φοράει ένα πιο ανθρώπινο πρόσωπο. Και συγχρόνως υποχρέωνε την αντίπαλη υπερδύναμη της Σοβιετικής Ένωσης, τις ΗΠΑ, να μη συμπεριφέρεται συνεχώς σαν ταύρος εν υαλοπωλείω.

Στην αρχή την πλήρωσαν οι χώρες της παλιάς σοβιετικής αυτοκρατορίας, της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης : από το Καζακστάν μέχρι την Πολωνία ή τη Βουλγαρία, υποχρεώθηκαν όλες να υιοθετήσουν τις «θεραπείες σοκ» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Χιλιάδες δημόσιες επιχειρήσεις πουλήθηκαν αντί πινακίου φακής, συχνά σε τοπικές οικονομικές μαφίες, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν από τη μία μέρα στην άλλη χωρίς δουλειά, συντάξεις, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φράγκο στη τσέπη.

Εν τω μεταξύ, στα σοσιαλιστικά κόμματα της Δύσης είχαν επικρατήσει οι λεγόμενοι «νέοι σοσιαλιστές», αυτοί οι πολεμοχαρείς τύποι σαν τον Μπιλ Κλίντον ή τον Τόνι Μπλερ. Μάλιστα, ο πρώτος, πανίσχυρος πλανητάρχης, κατάργησε λίγο πριν τελειώσει η δεύτερη θητεία του τον νόμο που διαχώριζε διά ροπάλου, από την εποχή του μεγάλου κραχ του 1929, τις τράπεζες σε επενδυτικές και εμπορικές. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα έγινε πανίσχυρο, δημιουργώντας τον νέο καπιταλισμό-καζίνο, που έσκασε σαν φούσκα το 2008. Κι ύστερα πλάκωσαν οι ίδιοι μαθητευόμενοι μάγοι, αυτοί που είχαν εφαρμόσει τη δεκαετία του '90 τις «θεραπείες σοκ» στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες: αυτό που ζουν η Ελλάδα και οι άλλες χώρες του Νότου είναι οι συνέπειες της θανατηφόρας συνταγής τους.

[…]

.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Ιούλ 28, 2015 4:54 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.

http://www.kathimerini.gr/776008/opinion/epikairothta/politikh/istorikoy-ylismoy-monokratoria

Ιστορικού Υλισμού μονοκρατορία

Χρ. Γιανναράς

13.07.2014

Ονομάστηκε «ευρωσκεπτικισμός» το (κάπως όψιμο) κύμα επιφυλάξεων για τη σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα της «ευρωπαϊκής ενοποίησης» (ή «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης»): Δηλαδή για το εγχείρημα της ένωσης όλων των κρατών της Ευρώπης –με την «ένωση» να σημαίνει τη διαμόρφωση (και θεσμοποίηση) κοινής πολιτικής σε όλους τους κεφαλαιώδεις τομείς της οργανωμένης συνύπαρξης.

Λέγεται ότι το όραμα μιας ενωμένης Ευρώπης γεννήθηκε μέσα από την εμπειρία της φρίκης των δύο ενδοευρωπαϊκών, που εξελίχθηκαν σε παγκόσμιους, πολέμων, στον 20ό αιώνα. Και εκπροσωπήθηκε το όραμα από αναστήματα πολιτικών ανδρών διακεκριμένα. Τα κριτήρια – κίνητρα που πρυτάνευσαν είχαν οπωσδήποτε τον ρομαντισμό της ειρηνικής συνύπαρξης, αλλά ήσαν κυρίως χρησιμοθηρικά: Να επιβιώσει η Ευρώπη, όχι για να διασώσει τη γονιμότητα της πολιτισμικής ιδιομορφίας καθενός από τους λαούς της, αλλά πρωτίστως για να διασώσει την ισχύ της στη διεθνή οργάνωση της παραγωγής και στη λειτουργία της οικονομίας. Μόνο με την οικονομική και παραγωγική της δυναμική θα μπορούσε η Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις οικονομίες που αναδύονταν στην Απω Ανατολή και την κυριαρχία των ΗΠΑ στη διεθνή αγορά.

Σχεδόν αυτονόητα το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης υποτάχθηκε στις απαιτήσεις και στη λογική των οικονομολόγων. Μοιάζει να μην υπήρξε υποψία ότι παρακάμπτοντας την ιστορική δυναμική και γονιμότητα της ξεχωριστής κουλτούρας (καλλιέργειας - παράδοσης) κάθε έθνους - κράτους της Ευρώπης, κρατούσαν εγκλωβισμένη την ήπειρο στους ίδιους ανταγωνισμούς και στις αντιπαλότητες που γέννησαν τους εφιάλτες του παρελθόντος. Αγγλοσάξωνες και Γερμανοί, λατινόφωνος νότος και σκανδιναβικός προτεσταντικός ορθολογισμός, αν πρέπει να συντονιστούν πρωτίστως στον οικονομικό στίβο, θα μεταβάλουν νομοτελειακά τον «συντονισμό» σε πεδίο ανταγωνισμού ισχύος.

Ταυτόχρονα, ο περιορισμός της ευρωπαϊκής ενοποίησης στο οικονομικό (πρωταρχικά και σχεδόν αποκλειστικά) πεδίο, ευνοεί μιαν επιπόλαιη τάση που θέλει την Ευρώπη ένα περίπου αντίγραφο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Επιπόλαιη μια τέτοια στόχευση, γιατί παραθεωρεί την ειδοποιό διαφορά της κοινωνίας των ΗΠΑ, διαφορά καταγωγικής συγκρότησης: Η αμερικανική είναι μια κοινωνία μεταναστών, συγκροτήθηκε και οργανώθηκε με τη λογική των αναγκών του μετανάστη, κοινή βάση συνεννόησης και κοινός στόχος για τη συνύπαρξη είναι η αναζήτηση οικονομικής επιτυχίας. Οι άξονες συνοχής των ευρωπαϊκών κοινωνιών ήταν πάντοτε πρωτευόντως άλλοι (η Ιστορία, η γλώσσα, μια συνείδηση ιδιαιτερότητας διαμορφωμένη «ανεπαισθήτως» από τη μετοχή - εμπειρία στα επιτεύγματα σκέψης και Τέχνης, μαζί και η μετοχή στην «πράξη» της συμβίωσης: ήθη, έθιμα, νοο-τροπία).

Η αμερικανική είναι καταγωγικά κοινωνία της «ευκαιρίας»: άξονας συνοχής ούτε η προέλευση ούτε οι ιστορικοί εθισμοί ούτε η διακριτή «καλλιέργεια», αλλά μόνο η κοινή για όλους «ευκαιρία» να πλουτίσουν, αν εργαστούν σκληρά – να δοκιμάσουν την τόλμη τους, να αξιοποιήσουν συγκυρίες, να διακριθούν στον ανταγωνισμό.

Κυρίαρχος σε τέτοιες συνθήκες είναι ο νόμος της ζούγκλας: ο δυνατός επιβιώνει και πλουτίζει, ο αδύναμος συντρίβεται. Μετριάζεται ίσως στις ΗΠΑ από μιαν αυτονόητη για όλους πειθάρχηση στις αρχές του αγγλοσαξωνικού ηθικισμού - πουριτανισμού. Το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος», κράτος πρόνοιας, (τεράστια κατάκτηση της μετα-μεσαιωνικής Ευρώπης, το σημαντικότερο βήμα της εξόδου από την καταγωγική βαρβαρότητα και τον πρωτογονισμό) αναπληρώνεται στην αμερικανική κοινωνία, σε κάποιο ποσοστό, από την ταύτιση του «χριστιανισμού» με την ιδιωτική αγαθοεργό δραστηριότητα. Απλοϊκή η ταύτιση, παιδαριώδης, αλλά ίσως ανακουφίζει την απανθρωπία της άρνησης για προνοιακή κρατική πολιτική.

Η λογική της λατρείας του χρήματος, ορατή σε κάθε παραμικρή πτυχή οργάνωσης του βίου στις ΗΠΑ, δεν εμπόδισε να παραχθούν και εκεί θαυμαστά πανεπιστήμια, εκπληκτικά ερευνητικά κέντρα, να καυχάται αυτή η κοινωνία για τον αριθμό των Διεθνών Διακρίσεων που κερδίζει κάθε χρόνο. Η έρευνα που συντελείται και η καινούργια γνώση που σωρεύεται και οι τεχνολογικές εφαρμογές που ακολουθούν είναι ποσοτικά ιλιγγιώδεις. Αλλά είναι γνώση - επιστήμη - έρευνα σαφώς και απεριφράστως χρηστική, χρησιμοθηρική, αποβλέπει κυρίως στην εμπορεύσιμη «παραγωγή», χρηματοδοτείται από τους κατόχους των μέσων παραγωγής.

Αυτή είναι η καισαρική διαφορά της αμερικανικής από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες
: Στην Οξφόρδη, στη Σορβόννη, στη Χαϊδελβέργη ή στην Ουψάλα, μπορούσες πάντοτε να σπουδάσεις λ.χ., σανσκριτικά: μια γλώσσα νεκρή, «άχρηστη» – μπορούσες να κερδίσεις τη γνώση για τη γνώση, μόνο για τη χαρά της γνώσης, όχι σαν χρηστικό μέσο για την «παραγωγή», όχι γνώση με στόχο το δολάριο.
Η ίδια καισαρική διαφορά σε όλα τα επίπεδα του συλλογικού βίου: Η γνώση για τη γνώση πηγαίνει μαζί και με την ομορφιά για την ομορφιά, τη φιλία για τη χαρά της κοινωνίας, την Τέχνη για την απόλαυση της εκφραστικής του αρρήτου, τον έρωτα για τη μέθη της αυτοπροσφοράς – ο άνθρωπος για τη σχέση, όχι για τη χρήση.

Αλλά προτεραιότητα στη χαρά της σχέσης σημαίνει απόλυτη προτεραιότητα της ετερότητας: Να σώζει ο κάθε άνθρωπος ενεργά τη μοναδικότητά του, την ετερότητα που παράγει η διαφορά της καταγωγής, της γλώσσας, της καλλιέργειας, της παράδοσης, της εμπειρίας των μεταφυσικών αναζητήσεων. Να μην πάψει ο Γάλλος να διαφέρει από τον Πρώσο, ο Ιταλός από τον Δανό, ο Βρετανός από τον Πορτογάλο – να μη μεταμορφωθούμε οι Ευρωπαίοι σε αδιαφοροποίητα αμερικανάκια, απρόσωπους καταναλωτές σε ζωώδη επιβίωση, εξηλιθιωμένους ψηφοφόρους που γνωρίζουν για «πατρίδα» μόνο την ποδοσφαιρική «εθνική» τους ομάδα.

Κάποιες τέτοιες ενστάσεις για τον άκριτο εξαμερικανισμό της Ε.Ε., τις ονόμασαν οι φανατικοί του αναιρετικού κάθε σχέσης καταναλωτισμού (γράφε: της μονοκρατορίας του Ιστορικού Υλισμού) «ευρωσκεπτικισμό». Και έσπευσαν να κατασυκοφαντήσουν το σύμπτωμα: ότι είναι ακροδεξιό, εθνικιστικό, σωβινιστικό, φασιστικό.

Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι άλλος στόχος μια ενωμένη Ευρώπη και άλλος η ευρωμαρμελάδα. Δεν βλέπουν τι καρπούς εφιαλτικούς έχει ήδη δώσει η παραίτηση από την ευρωπαϊκή ετερότητα, ο χύδην εξαμερικανισμός.


.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Ιούλ 29, 2015 9:51 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.

http://palio.antibaro.gr/society/giannaras_skotadismos.htm

Προοδευτικός σκοταδισμός

Χρ. Γιανναρά

04.05.1997

Το όραμα και πρόσταγμα του Μαρξ προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί. Οι πατρίδες, τα εθνικά σύνορα, οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες αντιστάθηκαν και τελικά εξουδετέρωσαν τον ισοπεδωτικό μαρξιστικό διεθνισμό.

Όμως τις ίδιες αυτές αντιστάσεις τις σάρωσε σχεδόν ανεμπόδιστα o δήθεν αντίπαλος του μαρξισμού καπιταλισμός. Χωρίς όραμα και πρόσταγμα
κεφαλαιούχοι όλων των χωρών ενωθείτε, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έχει επιβάλει τον δικό της ολοκληρωτικό διεθνισμό.
Μακριά από τις ενοχλητικές δημοκρατικές διαδικασίες της πολιτικής, δίχως αντίπαλη εναλλακτική πρόταση, μια νέα κυρίαρχη τάξη σήμερα απλώνει την εξουσία της σε όλο τον πλανήτη.

Στον κατάλογο των πενήντα (50) ισχυρότερων ανθρώπων πάνω στη γη που ρυθμίζουν τις τύχες της ανθρωπότητας (κατάλογο δημοσιευμένον σε έγκριτο γαλλικό περιοδικό) δεν υπήρχε ούτε ένας αρχηγός κράτους ή πρωθυπουργός, κανένας εκλεγμένος από κάποιον λαό ηγέτης.

Τα αφεντικά των πολυεθνικών, οι δισεκατομμυριούχοι παίκτες των διεθνών χρηματιστηρίων, οι ιδιοκτήτες και διευθυντές των πλανητικών ΜΜΕ είναι οι πραγματικοί σήμερα κυρίαρχοι του κόσμου. Διακόσιες πολυεθνικές εταιρίες με πωλήσεις που ξεπερνούν τα έξι (6) τρισεκατομμύρια δολάρια, ηγεμονεύουν στη διεθνή αγορά και κατευθύνουν τις παγκόσμιες εξελίξεις.

Το μέλλον της ανθρωπότητας παίζεται καθημερινά σε ένα τερατώδη τζόγο στα διεθνή χρηματιστήρια - σε ένα τρισεκατομμύριο διακόσια εκατομμύρια δολάρια εκτιμάται ο όγκος της κίνησης των χρηματιστηριακών κεφαλαίων. Και υπολογίζονται σε πέντε (5) οι άνθρωποι που έχουν τέτοια οικονομική δύναμη στο διεθνή αυτό τζόγο, ώστε να μπορούν, όποια στιγμή θέλουν, να τινάξουν στον αέρα την παγκόσμια οικονομία.

Μέσα σε ελάχιστα χρόνια ο διεθνοποιημένος καπιταλισμός έχει πετύχει την ολοκληρωτική υποταγή των κυβερνήσεων και των κοινωνιών στους δικούς του νόμους της "ελεύθερης αγοράς". Εξαναγκάζει τις κρατικές κυβερνήσεις σε αυτονόητη υποτέλεια στο διεθνές χρηματο-πιστωτικό σύστημα, διαχειρίζεται και μεθοδεύει τη διεθνή πληροφόρηση, επιβάλλει το δικό του παγκοσμιοποιημένο και ομοιόμορφο μοντέλο "πολιτισμού":
Πολιτισμοί της καταναλωτικής υστερίας και του ανταγωνισμού που εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες και τις καταχρήσεις εξουσίας. Λατρεία της κερδοσκοπίας, αφιονισμός των μαζών με κρατικά τυχερό παιχνίδια, υποκατάσταση της Θρησκείας και της λατρευτικής έκστασης από τον παραισθησιογόνο "φιλαθλητισμό", κυνήγι του εύκολου και γρήγορου κέρδους μέσα από "προμήθειες", "μεσιτείες", χρηματισμό των κρατικών λειτουργών. Οι κοινωνικές κατακτήσεις κατεδαφίζονται, τεράστιες πληθυσμιακές ομάδες ανέργων και νεόπτωχων περιθωριοποιούνται, η πολιτική συρρικνώνεται σε διαχειριστική θεραπαινίδα των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.

Όσες φωνές αντιτάσσονται σε αυτό τον κυρίαρχο πια εφιάλτη του ολοκληρωτικού διεθνισμού, εντοπίζουν συγκεκριμένες δυνατότητες αντίστασης: Εμμονή στις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, στην αίσθηση της πατρίδας και της κοινοτικής συνοχής, επαναθεμελίωση της πολιτικής στη βάση της "κοινωνίας πολιτών".
O διεθνισμός σήμερα είναι σκοταδισμός, οπισθοδρόμηση, απανθρωπία. Προοδευτική είναι κάθε αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση, στον διεθνικό πολυπολιτιστικό χυλό του "πλουραλισμού" -η καλλιέργεια των πολιτιστικών διαφορών, η άρνηση της ομοιομορφίας που φτωχαίνει και στρατωνίζει τη ζωή.

Έστω και επιπόλαιη περί τα διεθνή ενημέρωση βεβαιώνει την ομοφωνία της προοδευτικής αντιπρότασης στον ολοκληρωτισμό του διεθνισμού. Με εξαίρεση τους διανοούμενους "εκσυγχρονιστές" στην Ελλάδα. Εδώ, τα απονέρια του μαρξιστικού διεθνισμού εξακολουθούν να ακκίζονται ως δήθεν πρωτοπορία "προοδευτικών δυνάμεων". Σαρκάζουν και λοιδορούν κάθε εμμονή σε πολιτιστικές ιδιαιτερότητες, κάθε έννοια πατρίδας, παράδοσης, ιστορικής ιδιοπροσωπίας. Όποιος αντιστέκεται στον αναχρονιστικό ιδεολογικό διεθνισμό τους είναι "εθνικιστής", "σωβινιστής", "συντηρητικός" ίσως και κρυπτοφασίστας. Δεν αντιλαμβάνονται ή δεν θέλουν να δουν ότι η "προοδευτική" διεθνιστική τους ιδεοληψία έχει, στη μαρξιστική της αφετηρία, κοινή τη μήτρα με το νεοβαρβαρισμό της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού σήμερα.

Ο ιστορικός υλισμός (το κόσμο Θεωρητικό καύχημα του μαρξισμού) είναι η αυτοσυνειδησία του καπιταλισμού, είχε καίρια επισημάνει ο Λούκατς. Καπιταλισμός και μαρξισμός θεμελιώθηκαν στην οικονομική αποκλειστική εκδοχή και ερμηνεία του κοινωνικού γεγονότος. Απαξίωσαν τον άνθρωπο σε αδιαφοροποίητο άτομο, απρόσωπη παραγωγική και καταναλωτική μονάδα. Ευτέλισαν το άθλημα της κοινωνίας των σχέσεων σε συμβατική συνύπαρξη με όρους κατανομής πόρων και παραγωγικών υποχρεώσεων. Και φιλοδόξησαν την παγκόσμια επιβολή του ισοπεδωτικού τους μοντέλου. Ο μαρξισμός το κατόρθωσε μόνο σε ένα τμήμα του πλανήτη για μερικές δεκαετίες, παράγοντας τερατώδη φρίκη. Ο καπιταλισμός αποδείχθηκε αποτελεσματικότερος, βυθίζοντας σήμερα ολόκληρη την ανθρωπότητα στον εφιάλτη του ολοκληρωτικού διεθνισμού.

Ας απαντήσουν, επιτέλους, ευθέως οι "εκσυγχρονιστές" ελλαδίτες πολιτικοί και οι "προοδευτικοί" διανοούμενοι:
Υπηρετούν συνειδητά τη νέα τάξη της ισοπεδωτικής παγκοσμιοποίησης;
Βλέπουν άλλη δυνατότητα αντίστασης έξω από την εμμονή στην πολιτιστική ιδιαιτερότητα, στην προτεραιότητα της εκπαιδευτικής πολιτικής και της γλώσσας, στην κοινωνική συνοχή που διασφαλίζει η ιερότητα της πατρίδας;
Το διεθνιστικό τους όραμα έγινε πραγματικότητα: οι πολιτισμοί εξομοιώθηκαν, οι πατρίδες σαρώθηκαν, η οικονομία είναι o μοναδικός ρυθμιστής της ζωής των ανθρώπων - αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για εφιάλτη;

.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Ιούλ 29, 2015 10:23 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.

http://www.kathimerini.gr/738103/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/nai-sthn-enopoihsh-oxi-sthn-eyrwmarmelada
Ναι στην ενοποίηση, όχι στην ευρωμαρμελάδα
15.12.2013

[...]
Το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης μοιάζει να μην κατανοείται ευρωπαϊκά, να πρυτανεύουν κριτήρια και σκοποθεσίες που δεν έχουν σχέση με τις έως τώρα κατακτήσεις των ευρωπαϊκών κοινωνιών, την ιδιαιτερότητα των αναγκών και προτεραιοτήτων του ευρωπαίου ανθρώπου. Είναι πια σαφέστατη η απειλή να οδηγηθεί η Ευρώπη σε μια εξομοιωτική των λαών της πολτοποίηση, με ολοκληρωτική την υποταγή τους στους όρους του παγκοσμιοποιημένου, δίχως αντίπαλο, και γι’ αυτό αχαλίνωτου παιχνιδιού των «αγορών».

Βέβαια η Ευρώπη γέννησε τον Ιστορικό Υλισμό (τυπικό προϊόν του θρησκευτικού [αυγουστίνειου] ατομοκεντρισμού και συνακόλουθα της χρησιμοθηρίας) με τα δυο εφιαλτικά του πλοκάμια: κομμουνισμό και καπιταλισμό. Και τα δυο, με συγγενικές ή και απαράλλαχτες στρατηγικές απανθρωπίας, αυτονομούν την οικονομία από την κοινωνία, θυσιάζουν σαδιστικά και ανάλγητα αναρίθμητες ανθρώπινες υπάρξεις για να δοκιμάσουν τις εφαρμογές των ιδεολογικών τους εφευρημάτων ή και μόνο για την ηδονή του διεθνοποιημένου τζόγου στα χρηματιστήρια. Αυτονομούν και την πολιτική από την κοινωνία, παίζουν το παιχνίδι τους με «πολιτικούς» – εξαγορασμένα κνώδαλα, λακέδες εξυπηρετικούς της διαστροφικής κερδολαγνείας.

Σαν τον μαθητευόμενο μάγο, τον πανικόβλητο μπροστά στα αυτονομημένα γεννήματα της θαυματουργίας του, προσπάθησε η Ευρώπη να καταφύγει σε συμβιβασμούς εξισορροπητικής μεσότητας, δυο αιώνες τώρα, υπό την απειλή των ακροτήτων μπολσεβικισμού και αχαλίνωτης κεφαλαιοκρατίας.
Πέτυχε, σε κάποιες περιπτώσεις, θαυμαστά επιτεύγματα «κοινωνικού κράτους» – κράτους πρόνοιας, ισονομίας, σεβασμού της προσωπικότητας, έντιμης οριοθέτησης των ατομικών ελευθεριών. Πέτυχε να διασώσει τη γονιμότητα των διαφορών, την ποικιλότητα παραδόσεων, εθισμών, νοοτροπιών, που χαρακτηρίζει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Να σεβαστεί την εμμονή στη διαφορά των γλωσσών, την ξεχωριστή στα περισσότερα κράτη ιστορική μνήμη και συνείδηση, την καύχηση για εθνικές σχολές και ιδιαιτερότητες εκφραστικής στην Τέχνη.

Καθόλου τυχαία, οι ακρότητες του (ευρωπαϊκότατου) Ιστορικού Υλισμού αναπτύχθηκαν εκτός του κυρίως ευρωπαϊκού χώρου: στη Σοβιετική Ένωση και στην Κίνα ο κομμουνισμός, στις HΠA ο σκληρός καπιταλισμός.
H ακαταγώνιστη δυναμική των ενστικτωδών ενορμήσεων ηδονής (η Lustprinzip, που είπε ο Φρόυντ) αποδείχτηκε σαρωτικά ισχυρότερη των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης (Selbsterhaltungstrieb): με δόλωμα τον καταναλωτισμό ο καπιταλισμός νίκησε κατά κράτος τον απάνθρωπο ισοπεδωτισμό του κομμουνισμού.
Σαν λάβαρο λειτούργησε το αμερικανικό μοντέλο: μια «κοινωνία της ευκαιρίας», της προτεραιότητας του χρήματος ως αυταξίας, όπου ακόμα και η πίστη στον Θεό αναγράφεται εμβληματικά στο χαρτονόμισμα («In God we trust»). Μετά τη συντριβή του σοβιετισμού, ο καπιταλισμός είναι πια μονόδρομος, αχαλίνωτος σε ωμότητα, αδίστακτος σε εκβιαστικές μεθοδεύσεις, παγερά αδιάφορος για τον τεράστιο αριθμό των ανθρώπων που βυθίζονται καθημερινά στην απόγνωση.

Τελευταία παρουσία ευρωπαϊκής πολιτικής αξιοπρέπειας και αντίστασης στον ανδραποδώδη εξαμερικανισμό της Ευρώπης ήταν ίσως ο Zακ Ντελόρ. Μετά από αυτόν, η ευθύνη πλοήγησης της E.E., όπως και η διακυβέρνηση των κρατών-μελών της, παραδόθηκε σε θλιβερές μετριότητες, διεκπεραιωτές εντολών που υπαγορεύουν οι «αγορές» (χαρακτηριστικό παράδειγμα: το ποιοι πρωτάρηδες, νεοσσοί, επελέγησαν ως υπουργοί Οικονομικών από ολόκληρη την γκάμα έμπειρων και ιδιοφυών Ελλήνων οικονομολόγων, για να διαχειριστούν την «ανάκαμψη» της χώρας από την καταστροφή).

Μεθοδικά, ο εξαμερικανισμός της Ευρώπης ξεκίνησε από τα πανεπιστήμια (όπως και ο αφελληνισμός των Ελλαδιτών από τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις). Αιώνες τώρα, η ταυτότητα της Ευρώπης ήταν τα πανεπιστήμιά της, όλα κρατικά – η μετάδοση της γνώσης και η δυνατότητα της έρευνας δεν ήταν εμπορεύσιμα αγαθά, ήταν αδιανόητο να υποταχθούν στη λογική της προσφοράς και της ζήτησης. Στην ευρωπαϊκή παιδεία δέσποζε η αρχή: «η γνώση για τη γνώση», η γνώση για τη χαρά της καλλιέργειας, της ποιότητας, τη χαρά του καινούργιου, όχι του χρήσιμου.
O εξαμερικανισμός καταργεί από την Οξφόρδη τη σπουδή των σανσκριτικών, μεταφέρει το σχετικό κονδύλι σε άλλο, «παραγωγικό» αντικείμενο – αλλά η Ευρώπη ήταν αυτό ακριβώς: η σπουδή των σανσκριτικών, σύμβολο της αντίστασης στον πρωτογονισμό της ωφελιμοθηρίας.

O εκβιαστικός, ραγδαίος εξαμερικανισμός της Ευρώπης έχει παμπλήθια πτυχών και η κάθε πτυχή προσθέτει ένταση στην οδύνη της απώλειας – κατεξοχήν η βάναυσα γενικευμένη αγγλοφωνία και η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης. O καινοφανής «ευρωσκεπτικισμός», αν γλιτώσει την παγίδευση στον εθνικισμό, θα μπορούσε να εκφράσει τη ριζική διαφορά της «ευρωπαϊκής ενοποίησης» από τη χρησιμοθηρική (τυπικά ιστορικο-υλιστική) διεθνική μαρμελάδα μιας κοινωνίας μεταναστών, που τους συνδέει μόνο η «ευκαιρία» για χρήμα – όχι κοινός πολιτισμός, όχι η «καλλιέργεια».
H Ελλάδα της «γενιάς του ’30» θα μπορούσε να είχε πρωτοστατήσει σε μια αυθεντική «ευρωπαϊκή ενοποίηση.







http://www.kathimerini.gr/796857/opinion/epikairothta/politikh/prwtogonismos-kai-epoikodomhma

Πρωτογονισμός και «εποικοδόμημα»

21.12.2014

[…]
Αντιπαλεύοντας τον «τρόπο» του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι κοινωνίες της «φιλελεύθερης οικονομίας» είχαν επιστρατεύσει ρομαντικά ρητορικά προσχήματα ιδεαλισμού. Έκρυβαν επιμελέστατα την κοινή καταγωγή καπιταλισμού και μαρξισμού από την ίδια μήτρα: τον Ιστορικό Υλισμό. Επινόησαν την ετικέτα της «χριστιανοδημοκρατίας» καλλιεργώντας με θαυμαστή αποτελεσματικότητα την ψευδαίσθηση ότι οι στυγνοί νόμοι της «ελευθερίας των αγορών» (νόμοι φυσικής επιλογής, επιβίωσης του ισχυροτέρου, άτεγκτης ανταγωνιστικότητας) μπορούν να συνταιριαστούν με έναν θρησκειοποιημένο Χριστιανισμό, ατομοκεντρικής, «πνευματικά» αιτιολογημένης, ωφελιμοθηρίας.

Η παράσταση κράτησε ώς τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Τότε, στις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οι συγκυρίες ξεγύμνωσαν αποκαλυπτικά τα ιδεολογήματα που συντηρούσαν την ψευδαίσθηση της αντιπαλότητας: Αποκάλυψαν τους εμφανιζόμενους ως αντιπάλους, μαρξισμό και καπιταλισμό, σε σιαμαία συμφυΐα – δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, του Ιστορικού Υλισμού. Τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέρρευσαν, όχι γιατί απέρριπταν πια τον Ιστορικό Υλισμό, αλλά επειδή λαχταρούσαν περισσότερον Ιστορικό Υλισμό: Ήθελαν μπλου-τζηνς, καλλυντικά, πορνογραφία, «ελευθερία» ανεμπόδιστων ατομικών καταναλωτικών επιλογών.

Τότε και ο «υπαρκτός καπιταλισμός» απέβαλε επιτέλους τα προσωπεία: αρνήθηκε κάθε χαλινό στην κατάφαση των ενστικτωδών ενορμήσεων, των νόμων της ζούγκλας
: Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις, οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, ο συνδικαλισμός, οι διακηρύξεις των «δικαιωμάτων», η «τέταρτη εξουσία» της πληροφόρησης, απόμειναν ανυπόστατες σκιές, διακοσμητικό ντεκόρ στην απάνθρωπη, πλανητική εξουσία των κερδοσκόπων. Το νόμισμα αυτονομήθηκε από τις παραγωγικές και ανταλλακτικές ανθρώπινες σχέσεις, έγινε αφηρημένο «λογιστικό» χρήμα υπηρετικό ενός τερατώδους, ανίερου τζόγου με ανεξέλεγκτους παίκτες.

Όπως στα κομμουνιστικά καθεστώτα η «κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία» κατάργησε την πολιτική και την υποκατέστησε με αυθαίρετες τυραννικές δικτατορίες που η καθεμιά επέβαλε τη δική της «νομενκλατούρα», έτσι και η «φιλελεύθερη» οικονομία καταργεί σήμερα απροκάλυπτα την πολιτική, την υποκαθιστά με παντοδύναμα παντελώς ανεξέλεγκτα οικονομικά «διευθυντήρια». Ιδιωτικοί οίκοι αξιολογούν τις οικονομίες κρατών, βαθμολογούν τη δανειοληπτική τους αξιοπιστία – δηλαδή αποφασίζουν ποια κοινωνία θα ευνοηθεί να ευημερήσει, ποια θα βυθιστεί σε λιμό, σε απόγνωση. Με φρενήρη ρυθμό εκποιούνται κοινωνικές περιουσίες λαών, εισάγονται στο πλανητικό καζίνο του χρηματιστηριακού παιγνίου, με ευφημισμούς ιταμής αναίδειας: όπως, το να θεωρείται ο παλιμβαρβαρισμός των «ιδιωτικοποιήσεων» κορύφωμα «εκσυγχρονισμού» και «προόδου».
[…]


.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Αύγ 21, 2015 12:15 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.


http://www.ndimou.gr/ndimou/2006/05/blog-post_07.html
Περί πλουσίων και φτωχών
07.05. 2006

[..]
Ο καπιταλισμός είναι η έλλειψη θεωρίας. Εκφράζεται από το οικονομικό σύνθημα του 18ου αιώνα “laissez faire! laissez aller!” δηλαδή αφήστε τα πράγματα όπως έχουν! Χαρακτηριστικό αυτής της κατάστασης είναι η ελεύθερη αγορά χωρίς παρεμβάσεις.

Ο καπιταλισμός είναι η αυθόρμητη και φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Ισχύει από τους προϊστορικούς χρόνους, από τότε που κάποιος όρισε κάτι σαν «δικό του», (ιδιοκτησία) από τότε που κάποιος άλλος αντάλλαξε κάτι που ήθελε με κάτι που είχε (εμπόριο) και από τότε που κάποιος έβαλε κάποιον άλλο (με αμοιβή ή με το ζόρι) να δουλέψει γι αυτόν (εργασία). Αυτοί είναι οι τρεις παράγοντες του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Και είναι τόσο αρχαίοι, όσο η ανθρώπινη κοινωνία.

Φυσικά, όταν η κατάσταση αυτή ξέφυγε από τα όρια της μικρής κοινότητας ή της πόλης κράτους και τα μεγέθη έγιναν όλο και πιο μεγάλα, μερικοί άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν πως αυτός ο ελεύθερος τρόπος οδηγούσε σε αδικίες. (Για τους περισσότερους ήταν φυσιολογικός – όπως η αδικία και ανισότητα στην φύση, όπου επικρατεί πάντα ο ισχυρότερος).

Τώρα έρχεται η ώρα των θεωριών. Οι σοσιαλιστικές θεωρίες από τον Όουεν και τον Προυντόν μέχρι τον Μάρξ και τους επιγόνους του, στόχευαν απλώς στην εξάλειψη αυτής της αδικίας.

Όπου εφαρμόστηκαν συστηματικά και αποκλειστικά, η ελευθερία μειώθηκε, η ισότητα αυξήθηκε – αλλά μαζί και η φτώχεια. Το πρόβλημα με τα σοσιαλιστικά συστήματα ήταν ότι δεν παράγουν πλούτο και άρα μοιράζουν (δίκαια) την φτώχεια. Αποδείχθηκε ότι αυτό το καταραμένο κέρδος είναι το μόνο κίνητρο παραγωγής πλούτου αλλά και καινοτομίας και προόδου.

Έτσι λοιπόν φτάσαμε τώρα σε ένα σύστημα μικτό (όλοι αυτό εφαρμόζουν, με διάφορες παραλλαγές στην πρόσμιξη) όπου και τα τρία συστατικά του καπιταλισμού ελέγχονται: η ελεύθερη αγορά δεν είναι πια εντελώς ελεύθερη, ο πλούτος φορολογείται και η εργασία προστατεύεται. Το πρόβλημα είναι πόσο αυστηρός είναι ο έλεγχος: αν τραβήξεις πιο πολύ τα λουριά, η παραγωγή πλούτου πέφτει – αν τα χαλαρώσεις αυξάνει η αδικία.

Προσπάθησα σε λίγες λέξεις να απλοποιήσω το περιεχόμενο πολλών συγγραμμάτων για να απαντήσω στην ερώτηση. Λοιπόν δεν είμαι υπέρ της καπιταλιστικής θεωρίας – που δεν υπάρχει – αλλά υπέρ της σοσιαλδημοκρατικής ισορροπίας.

Κυρίως με ενδιαφέρει το σημείο που αναφέρεται στην σχέση πλούτου – φτώχειας. Η αφελής άποψη πιστεύει πως ο πλούσιος ρουφάει το αίμα των φτωχών και όσο πλουτίζει αυτός τόσο φτωχαίνει ο διπλανός του – σαν να ήταν συγκοινωνούντα δοχεία. Τίποτα δεν είναι πιο λανθασμένο. Ο παραγωγικός πλούσιος (όχι ο παρασιτικός) δημιουργεί πλούτο για όλους. Όπου δεν υπάρχουν πλούσιοι είναι όλοι φτωχότεροι.
[..]

******

MainMenu said...
[..]
Δε θα ήτανε πιο ειλικρινές να πούμε ότι τα πράγματα έτσι έχουνε...ναι τα συστήματα άνωθεν τύπου υπαρκτού σοσιαλισμού έπνιξαν την οικονομία...αλλά κι ο καπιταλισμός, ή πες το όπως θες, η σημερινή πραγματικότητα, είναι γεμάτη βία και στυγνή εκμετάλλευση;
[..]

...αλλά δε μπορούμε να βλέπουμε ως 'φυσική' την ελεύθερη οικονομία και ως 'αφύσικες' τις αντιδράσεις σε αυτή. Ο καπιταλισμός δεν έχει να τα βάλει με καμμία ιδεολογία παρά μόνο με τον ίδιο του τον εαυτό.
[..]
Κυρ Μαϊ 07, 12:47:25 μμ 2006

******

aphrodite said...
Το πόσο ο καθένας μας εδώ πέρα σιχαίνεται τους πλουτοκράτορες, φάνηκε περίτρανα όταν πουλούσαν τα σπίτια & τα χωράφια τους για να πάρουν μετοχές στο χρηματιστήριο - για το οποίο δεν ήξερα ούτε καν τι είναι πριν γίνει το "μπαλλόνι" που παρέσυρε τα πάντα...
[..]
Δεν ξέρω, βλέπω την κυρία απέναντι να ποτίζει τα γεράνια της με το ποτιστήρι, όμορφα και καθαρά, όχι με λάστιχο να τα κάνει λίμπα, και να είναι η πληρότητα προσωποποιημένη. Και βλέπω και τον executive της γειτονιάς, να γυαλίζει τη Μαζεράτι του με αυτιστική προσήλωση (αν μπορούσε θα την έπαιρνε και στο κρεβάτι του) και μου βγάζει μόνο κενό.
[..]
Κυρ Μαϊ 07, 01:13:20 μμ 2006

******

Anula said...
λευθερε, τα δημοκρατικα κρατη που λες ηταν αποικιες ειναι παφτωχα (με λαο ανεκπαιδευτο και πολιτικους - πιονια των πρωην... αποικιοκρατων) επειδη εχουνε υπηρετησει τον δυτικο κοσμο για τοσο μεγαλο χρονικο διαστημα, που εγιναν εντελως καθυστερημενα: οταν πια εφυγαν οι αποικιοκρατες και συγκεκριμενα, οι πορτογαλλοι και οι ισπανοι απο τις χωρες που ανεφερες (σε μερικες ανελαβε ατυπη αποικιοκρατια η ΗΠΑ)

ΣΑΝ ΝΑ ΕΧΟΥΝΕ ΜΠΕΙ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΝΑ ΣΕ ΚΛΕΒΑΝΕ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΑΦΟΥ ΣΕ ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΘΗΚΑΝ ΟΣΟ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΠΗΡΑΝ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕΣ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ, ΝΑ ΣΟΥ ΕΙΠΑΝΕ "ΕΛΑ ΦΙΛΕ, ΠΡΟΧΩΡΑ ΤΩΡΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ"

εσυ σε εκεινη την φαση θα εχεις ηδη μετατραπει σε καημενουλη βλαχο και θα τους πεις ΟΧΙ ΜΕΙΝΕΤΕ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΤΕ, ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΘΑΥΜΑΖΑ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΘΑ ΜΟΥ ΦΥΓΕΤΕ?
ινδια, πακισταν, χον κογκ, και αλλα κρατη στελνουν φοιτητες και εργατες στην αγγλια ακομα και σημερα, εκει θεωρουν οτι θα γινουν "ανωτεροι", εχουν φαει αγριες φολες, εχουν μαθει να αντιπαθουν τον εαυτο τους και την κουλτουρα τους, στοχος τους ειναι να γινουν αγγλοπρεπεις και αγγλομαθεις, το βλεπω και στην κυπρο.
Ο πριγκηπας της Ιορδανιας μεγαλωσε στο Ητον ή σε καποιο παρομοιο κολεγιο νομιζω, ειναι δυνατον αυτος ο ανθρωπος, βασιλιας τωρα, να εχει ελευθερη γνωμη και κριση? Ολοι πιονια του Bush και του Μπλερ ειναι, και οι υπολοιποι ευρωπαιοι απλα...το παιζουν ευρωπαιοι για να περναει η ωρα.
Κυρ Μαϊ 07, 01:22:49 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
MainMenu said...
"ND αφού το ξέρεις ότι ο παρασιτισμός καθώς και η διαφορά είναι αναπόφευκτα... ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες χώρες".

Μόνο που στις πιο ανεπτυγμένες χώρες η παραοικονομία είναι το 3-5% της οικονομίας... στην Ελλάδα είναι 40% και στις "δημοκρατίες" που αναφέρει ο leutheros (12:15) είναι πάνω από 50%.

Αν όλοι οι άνθρωποι της μαύρης οικονομίας πλήρωναν φόρους θα είχαμε λύσει και το ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό... Και βέβαια για να πληρώνουν φόρους θα έκαναν παραγωγικές και όχι παρασιτικές δουλειές...
[..]
Κυρ Μαϊ 07, 01:32:29 μμ 2006

******

kahri said...
[..]
μία ένσταση:
«Οι σοσιαλιστικές θεωρίες από τον Όουεν και τον Προυντόν μέχρι τον Μάρξ και τους επιγόνους του... όπου εφαρμόστηκαν συστηματικά και αποκλειστικά, η ελευθερία μειώθηκε, η ισότητα αυξήθηκε – αλλά μαζί και η φτώχεια.»

Όσο δεν μπορούμε να μιλάμε για καπιταλισμό στην Ελλάδα, άλλο τόσο δεν μπορούμε να μιλάμε για μαρξικό σύστημα στο Σοβιετικό μπλοκ ή την Κίνα. Ο Μαρξ "προόριζε" τις θεωρίες του για εφαρμογή σε ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη. Τι σχέση με το Μαρξ είχαν οι μεγαλύτεροι ηγέτες του λεγόμενου κομμουνιστικού μπλοκ Στάλιν, Μάο ή Κάστρο; Το να χρησιμοποιούμε τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού ως σημεία σύγκρισης με αυτά της Δυτικής Ευρώπης & Αμερικής δεν νομίζω ότι έχει νόημα.
Κυρ Μαϊ 07, 02:56:35 μμ 2006

******

takis vasilopoulos said...
Και θα διευκρινήσω αυτο που ειπα σχετικα με τον <<καλυτερο τροπο>>. Εννοω πως κάποιος επιχειρηματιας σε ένα κράτος μπορει να παραγει πλουτο και απο αυτον τον πλουτο να επωφελουνται είτε οι εργαζόμενοι στην εταιρια του είτε ακόμα και οι αστεγοι αν υπάρχει σωστο κοινωνικο κρατος.

Αντι να δαιμονοποιουμε τον << πλουτο >> ας τον χρησιμοποιησουμε σωστα ωστε να πετυχουμε και καλυτερη αναπτυξη αλλα και γερο κοινωνικο κράτος. Χωρις παραγωγή πλουτου θα πεινάσουν ακόμα πιο πολυ οι φτωχες τάξεις.

******

Rain Man said...
[..]
Δεν είναι δυνατόν όλοι να είναι ίσοι γιατί πολλοί απλά δεν είναι. Δεν γεννιούνται όλοι ίδιοι, δεν δουλεύουν όλοι το ίδιο, δεν έχουν όλοι τις ίδιες δεξιότητες, δεν, δεν. Τι πάει να πει θέλουμε ισότητα; Η πλειοψηφία παίζει με τους ίδιου κανόνες της ζωής.
Ναι, ο πλουσιότερος έχει πολλές πιθανότητες να 'πετύχει' αλλά αυτό δεν λέει τίποτα. Men have to construct their own destiny έλεγε ο Ωνάσης άσε που η επιτυχία είναι πολύ υποκειμενική. Ο γιος του πλουσίου δεν είναι απαραίτητο ότι θα παραμείνει πλούσιος σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Γιατί το καπιταλιστικό σύστημα επιβραβεύει την κίνηση και ατομική δουλειά και όχι τη στατικότητα.

[..]
Κυρ Μαϊ 07, 03:17:56 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
[..]
kahri said...
"Είναι αλήθεια ότι ο καπιταλισμός ανέβασε το βιοτικό επίπεδο σε πρωτόγνωρα ύψη στο λεγόμενο δυτικό κόσμο. Αλλά σε οικουμενική κλίμακα;"

Και σε οικουμενική κλίμακα. Οι φτωχοί είναι λιγότερο φτωχοί και λιγότεροι από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Παρόλο που αυξάνεται το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς... Άρα η αδικία δεν αίρεται.(Στοιχεία ΟΗΕ).
Κυρ Μαϊ 07, 03:26:40 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
[..]
Ο ατομισμός του καπιταλισμού μετριάζεται αλλά δεν καταργείται. Το κίνητρο του κέρδους παραμένει αλλά εισάγονται μέτρα για την προστασία και ανακούφιση των ασθενέστερων.
Κυρ Μαϊ 07, 03:42:13 μμ 2006

******

Dion.M. said...
takis vasilopoulos said...

"Ν. Δήμου με συγχωρειται αλλα τι θέλετε να πείτε με το παραδειγμα του ανεψιού? Οτι οποιος είναι ικανος θα πετύχει?"

Οχι βέβαια...
Δεν έχουν όλοι τις ίδιες ευκαιρίες. Για να έχουμε όμως περισσότερες ευκαιρίες χρειάζονται επενδύσεις και σωστό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Το ακριβώς αντίθετο δηλαδη από την αριστερίστικη και λαϊκίστικη ρητορική!... Και πρακτική δυστυχώς...
Κυρ Μαϊ 07, 03:46:06 μμ 2006

******

blade runner said...
στην Ελλάδα έχουμε ταυτίσει την ανάπτυξη και τον πλούτο, με τον ίδιο ... το διάολο! Οι ακραίοι κομμουνιστές μου θυμίζουν τους ακραίους χριστιανούς. Δαιμονοποιούν με μεγάλη ευκολία οτιδήποτε ομοιάζει με δυτικής προελεύσεως.

Anyway, να προσθέσω και κάτι, σχετικά με την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα: Έχετε εμπειρία του τρόπου με τον οποίο σε αντιμετωπίζουν στο Υπουργείο Ανάπτυξης, ως υποψήφιο λήπτη βοήθειας για ανάπτυξη επιχειρηματικής δραστηριότητας (ακόμη και καινοτόμου, δεν έχει και μεγάλη διαφορά για τους καρεκλοκένταυρους της κυβέρνησης); Σε κοιτάνε σαν να ζήτησες να φας σούσι σολωμό στην καρδιά της ζούγκλας του Αμαζονίου...

Οπως πολύ σωστά ειπώθηκε, στην Ελλάδα για να σε πιστέψουν ακόμη και οι τράπεζες, πρέπει πρώτα να γίνεις σχετικά πλούσιος. Αν ίσχυε αυτό και στην Αμερική, κάτι άλλο θα είχε εξελιχθεί να είναι οι Η.Π.Α. σήμερα, και σίγουρα όχι ο ρυθμιστής της παγκόσμιας οικονομίας.
[..]
Κυρ Μαϊ 07, 03:53:43 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
Dion.M. said...
Maika said:

.. στην Ελλαδιτσα ως γνωστόν παραγωγικοί πλούσιοι δεν υπάρχουν... άρα οι υπόλοιποι τα κεφαλάκια μέσα...

Υπάρχουν και πολλοί μάλιστα!..
Αναφέρω σποραδικά και στην τύχη ονόματα: Γερμανός, Κόκκαλης, Μπόμπολας.

Να προσθέσω και άλλα ονόματα:
Λάτσης πατήρ (βαρκάρης στο Κατάκωλο) Κοντομηνάς (ασφαλιστικός πράκτωρ) Βαρδινογιάννης (Νίκος, καπετάνιος) οι περισσότεροι εφοπλιστές, Λυμπέρης, όλοι οι μεγάλοι βιβλιοεκδότες (Πατάκης, Καστανιώτης κλπ) όλοι τους αυτοδημιούργητοι.
Κυρ Μαϊ 07, 03:56:46 μμ 2006

******

cobden said...
O Κόκκαλης και ο Μπόμπολας, "παραγωγικοί πλούσιοι"?? Είναι τελείως διαφορετικό, ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που κατορθώνει να δημιουργήσει πλούτο, σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού, και τελείως άλλο πράγμα , ο "κρατικοδίαιτος" επιχειρηματίας που δημιουργεί τον πλούτο του, βασισμένος στις πολιτικές του διασυνδέσεις , στις κρατικές προμήθειες και στα μονοπωλιακά προνόμια που του παραχωρεί το κράτος!!! Δηλαδή γίνεται πλούσιος, με κρατική εύνοια, από τα λεφτά των άτυχων φορολογουμένων!! Δεν μπορώ να καταλαβώ πως ένας φιλελεύθερος, θιασώτης της ελεύθερης αγοράς, μπορεί να υποστηρίζει τέτοια φαινόμενα διεφθαρμένου "κρατικού" καπιταλισμού!
Κυρ Μαϊ 07, 04:09:34 μμ 2006

******

Dion.M. said...
Cobden said:.. O Κόκκαλης και ο Μπόμπολας, "παραγωγικοί πλούσιοι"?? Είναι τελείως διαφορετικό, ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας που κατορθώνει να δημιουργήσει πλούτο, σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού, και τελείως άλλο πράγμα , ο "κρατικοδίαιτος"

Οταν ο δημόσιος τομέας είναι τεράστιος (και μονοπωλειακός σε κάποιες περιπτώσεις), είναι αδύνατον σε κάποιον μεγαλοεπιχειρηματία να μην τον συναντήσει αργά η γρήγορα. Από εκεί και πέρα ο επιχειρηματίας είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με τους "κανόνες" της συγκεκριμμένης αγοράς. Δεν είναι στις υποχρεώσεις του επιχειρηματία να κάνει ηθική εξυγείανση. Εδώ πρέπει να θυμίσω την ρήση του Μάνου ότι δεν φταίνε μόνο οι ¨νταβατζήδες" αλλά και οι ..."πόρνες".
Πριν φτάσει όμως ο επιχειρηματίας να κάνει τέτοιας τάξεως δουλειές με το κράτος πρέπει να έχει επιτύχει ήδη τους στόχους του και να είναι ήδη μεγάλος!... Διαφορετικά πως θα συναλλαγεί;

Είπαμε να μην τα απαξιώνουμε όλα. Αν ήταν τόσο εύκολο θα είχαμε πολλούς ακόμη...
Κυρ Μαϊ 07, 04:36:10 μμ 2006

******

Rain Man said...
Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι όροι όπως 'φιλελεύθερος σοσιαλισμός', 'σοσιαλδημοκρατία' και πολλοί άλλοι είναι όροι που έχουν εφευρεθεί από τον πολιτικό κόσμο του οποίου μόνιμη ασχολία (ανάμεσα σε άλλες) είναι το παίξιμο με τις λέξεις για πολιτικούς λόγους και εσωτερική κατανάλωση.
Κυρ Μαϊ 07, 04:12:17 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
Viennezos (aka Sana) said:
"Η νίκη της καπιταλιστικής ιδεολογίας δεν είναι παρά μια εναλλακτική έκφραση για την συνθηκολόγηση και τον αφανισμό του ατόμου ως αυτόνομου εσωτερικού χώρου."

Ο αφανισμός προϋποθέτει ότι κάποτε υπήρχε αυτός ο εσωτερικός χώρος. Κλασική ρομαντική αυταπάτη. Σε παλιότερες εποχές ο κόσμος ήταν ακόμα πιο σκληρός και αρπακτικός. Σκεφθείτε την αρχαία δουλεία, τους δουλοπάροικους του μεσαιωνα ή τους εργαζόμενους του Ντίκενς.
Κυρ Μαϊ 07, 04:36:30 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
rain man

Όταν λέμε σοσιαλδημοκρατία στην οικονομία εννοούμε μικτή οικονομία.
Διότι ένα καθαρά σοσιαλιστικό σύστημα δεν θα ήταν δημοκρατικό.

Από τη στιγμή που μπαίνει η έννοια της ελευθερίας (αυτό σημαίνει δημοκρατία στην πολιτική) το σύστημα είναι μικτό. Παρέχει ελευθερία στην ιδιωτική πρωτοβουλία αλλά και κοινωνική προστασία.

Μπορεί εσείς να μην το καταλαβαίνετε αυτό αλλά το 90% των οικονομικών συστημάτων σήμερα είναι μικτά. Ακόμα και οι ΗΠΑ παρέχουν κάποια (ελάχιστη) κοινωνική προστασία.
Κυρ Μαϊ 07, 04:51:07 μμ 2006

******

kahri said...
Ποτέ δεν κατάλαβα αυτή την κόντρα σοσιαλιστών – φιλελεύθερων κλπ. Για να ευοδωθούν τα κομμουνιστικά ιδεώδη (που δεν «απαιτούν πάντοτε μια υπερσυγκεντρωτική εξουσία», για όνομα του Θεού!) χρειάζεται υψηλή μόρφωση, ανεπτυγμένο βιοτικό επίπεδο, και καπιταλισμός σε ΠΡΟΗΓΜΕΝΟ στάδιο ανάπτυξης.

Ρεαλιστικά, το ζητούμενο σήμερα είναι να προαχθεί ο αναπτυξιακός σε αντίθεση με τον παρασιτικό καπιταλισμό, να διαχυθεί όσο γίνεται καλύτερα ο παραγόμενος πλούτος και να εμπεδωθεί η δημοκρατία μέσω της παιδείας.

Όλα τα άλλα θα έρθουν φυσιολογικά... Η αριστερή κριτική του συστήματος (όταν είναι σοβαρή) είναι σήμερα επίκαιρη όσο ποτέ, αρκεί να ξεφορτωθεί όλες τις παιδικές αρρώστιες της: τελεολογία, μεταφυσική (π.χ. του προλεταριάτου), ρομαντισμός, αντιδραστικότητα, «μανιερισμός», λαϊκισμός και πάει λέγοντας. Και ας αφήσουμε πια ήσυχους τους σοβιετικούς... Έχουν και οι δυτικοί κλισέ γραικικού τύπου :)
Κυρ Μαϊ 07, 05:25:00 μμ 2006

******

cocteau_twin said...
'Ωστε ο φιλελεύθερος καπιταλισμός δεν αποτελεί ιδεολογία ή κοσμοθεωρία, αλλά την "φυσική και αυθόρμητη" τάξη των πραγμάτων. Μία τέτοια θεώρηση φυσικά πόρρω απέχει από την πραγματικότητα. Ο φιλελέυθερος καπιταλισμός όχι μόνο αποτελεί ιδεολογία, αλλά στις μέρες μας τείνει να καταστεί και δογματική θεολογία.

Κατά τη δεκαετία του '90 η φανατική επιβολή αυτού του συστήματος από αμερικανοτραφείς οικονομολόγους σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ανατολικής Ευρώπης (μαζική εκποίηση κρατικών περουσιακών στοιχέιων σε ιδιώτες αμφιβόλου προέλευσης, κατάργηση συναλλαγματικών περιορισμών και κάθε μορφής προστασίας των εγχώριων παραγωγών από τον διεθνή ανταγωνισμό, πλήρης ανυπαρξία κρατικής αναπτυξιακής και βιομηχανικής πολιτικής, εκχώρηση κοινωνικών υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα και ισοσκελισμός πάση θυσία των δημόσιων οικονομικών) είχε τα γνωστά θαυμαστά αποτελέσματα σε χώρες όπως η Ρωσία και η Αργεντινή.

Αντίθετα σε χώρες της Ανατολικής Ασίας
(με κορυφαίο παράδειγμα αυτό της Κίνας αλλά όχι μόνο) όπου παρατηρείται συμβιωτική σχέση αλληλεξάρτησης της κρατικής γραφειοκρατίας, του τραπεζικού συστήματος και των κεφαλαιοκρατών, οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι οι υψηλότεροι στον πλανήτη, ενώ οι σκανδιναβικές χώρες με υψηλότατη φορολογία και γενναιόδωρες κοινωνικές παροχές επίσης είναι πρωταθλήτριες της καινοτομίας και της οικονομικής ανάπτυξης.

Να τονίσω επίσης ότι κατά το 19ο και τον 20ο αιώνα η αμερικανική βιομηχανία κατόρθωσε να κυριαρχήσει πλήρως στην εσωτερική αγορά και να καταστεί κορυφαία στον πλανήτη χάρη στα προστατευτικά μέτρα που οι αμερικανικές κυβερνήσεις λάμβαναν εναντίον των εισαγωγών ξένων βιομηχανικών προϊόντων. Αυτά τα μέτρα υπήρξαν και η ουσία της σύγκρουσης ανάμεσα στο βιομηχανικό Βορρά και τον φεουδαρχικό Νότο, ο οποίος πούλαγε το βαμβάκι του στη Βρετανία και φοβόνταν εμπορικά αντίποινα από τη μεριά της λόγω του προστατευτισμού που εφάρμοζε η αμερικανική κυβέρνηση.

Και βεβαίως το σύστημα της ελέυθερης αγοράς δεν συνεπάγεται απαραίτητα παραγωγικές επενδύσεις και δημιουργία θέσεων εργασίας: οι κάτοχοι κεφαλαίου αναζητούν την πιο κερδοφόρα και όχι απαραίτητα την πιο παραγωγική τοποθέτηση των χρημάτων τους. '
Ετσι π.χ. στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Deepest Blue, τα διαθέσιμα κεφάλαια δεσμεύονται κατά κύριο λόγο στην οικοδομική δραστηριότητα, ενώ ακόμα και οι δημόσιες επενδύσεις κατευθύνονται κατά κύριο λόγο στο τσιμέντο και την άσφαλτο.
Εν κατακλείδι η μελέτη της περίπλοκης πραγματικότητας προσφέρει πολύ περισσότερα στην κατανόηση του κόσμου που ζούμε από τη στείρα επανάληψη κάποιων τσιτάτων, είτε "φιλελέυθερης" είτε "σοσιαλιστικής" προέλευσης.
Κυρ Μαϊ 07, 05:29:52 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
[..]
cocteau twin δηλαδή πριν να εισβάλουν οι ΗΠΑ στην Λατινική Αμερική τι σύστημα κυριαρχούσε εκεί - σοσιαλισμός; Απλά άλλαξαν εκμεταλλευτή - από τον ντόπιο γαιοκτήμονα στην πολυεθνική (που μπορεί να ήταν και πιο ήπια). Όσο για την Ρωσία αυτή δεν υποφέρει από τον καπιταλισμό - αλλά από την έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης.
Κυρ Μαϊ 07, 06:50:10 μμ 2006

******

amplaoumplas said...
Νομίζω ότι ο σοσιαλισμός ή ο καπιταλισμός ορίζουν το τρόπο παραγώγής στην οικονομία. Το αν μια κοινωνία είναι ελεύθερη και δημοκρατική εξαρτάται και από το πόσο είναι θεσμικά ολοκληρώμενη.
Γενίκα, πιστευώ ότι όλοι οι πολιτικοί ορισμοι, όπως αριστερά δεξιά, καπιταλισμός -σοσιαλισμός, έχουν εκφυλλιστεί αφού ο καθένας τα ερμηνεύει υποκειμενικά ανάλογα με το συμφέρον του με αποτέλεσμα συνεχώς να μεταλλάσονται.
[..]
Η ανάγκη για ελεύθερη αγορά και ταυτόχρονα κοινωνική δικαιοσύνη , ισότητα κτλ... δημιουργησε την έννοια της σοσιαλοδημοκρατίας η οποία σε εμένα φαινεται ουτοπία αφού είναι πρακτικά αδύνατο να υπάρχουν αμερόληπτοι δημόσιοι λειτουργοί (δικαστές ,πολιτικοί κτλ.. οι οποίοι θα εξασφαλίζουν ομαλή λειτουργία του κοινωνικού κράτους) και καπιταλιστές, αφού οι τελευταίοι προσπαθούν να εξαγοράσουν τους πρώτους.

Βέβαια τα πράγματα εξελίσσονται και δεν μένουν τα ίδια, είναι νόμος της φύσης. Φυσικά το υπάρχον σύστημα του καπιταλισμού που μας κυβερνά είναι πολύ καλύτερο από όλα τα προηγούμενα. (Για σκεφτείτε να ζούσαμε στον μεσαίωνα; )

Αυτό οφείλεται σε κοινωνικούς αγώνες και επαναστασεις κάθε είδους που μας έφεραν βήματα μπροστά.
Κυρ Μαϊ 07, 06:01:52 μμ 2006

******

Zoros said...
[..]
κάτι που πολλές φορές παρερμηνεύουμε στη σοσιαλδημοκρατία των σκανδιναβών: δεν υπάρχει κρατισμός, υπάρχει κρατική χρηματοδότηση. Όλες οι κοινωνικές παροχές γίνονται από φορείς ιδιωτικού δικαίου που παίρνουν κρατικές χρηματοδοτήσεις για να πετύχουν τους σκοπούς τους.
Κυρ Μαϊ 07, 06:31:38 μμ 2006

******

harry reloaded said...
Καθε εθνος εχει το συστημα που ταιριαζει στη ψυχοσυνθεση του[/color]. Ενας φασιστικος χαρακτηρας εχει γνωρισμα του τον σαδομαζοχισμο. Οι γραικοι ειναι μαζοχιστες σαν υπηκοοι & σαδιστες σαν ηγεμονες. Ετσι εξηγειται & η "δεξια στροφη" ή "συντηριτικοποιηση" του Πασοκ & των ΚΚ. Οταν ηταν νεοι & απο κατω, ηθελαν αλλαγη. Οταν ανεβηκαν στην εξουσια, πηραν τον κνουτο εν ειδει σκυταλης & συνεχισαν εκεινοι την τυραννια.

Τα δε οικον. εγκληματα της πλουτοκρατιας, σε οποια εκταση & βαθμο, τα συγκαλυψαν ολοι οι κυβερνωντες, καθ' οτι στον "καπιταλισμο των βαρωνων ", η συνθηκη ειναι οι βαρωνοι να μενουν στο απυροβλητο. Το ρεαλιστικο ειναι μεσα σε αυτο το συστημα, ως εχει, να αναζητουμε βελτιωση.
Κυρ Μαϊ 07, 07:00:44 μμ 2006
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Αύγ 21, 2015 12:36 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.

( συνέχεια... )



Zoros said...
@rain man, cobden
Εγώ ξέρω ότι ο βέλγος οικονομολόγος Σαπίρ στην έρευνα που σύνταξε για την Ευρωπαϊκή Ένωση, έβγαλε το σκανδιναβικό μοντέλο ανάπτυξης το μόνο που είναι ταυτόχρονα ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟ και δίκαιο και ότι θα πρέπει να το μιμηθούν και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες! (έχει αναφερθεί και ο ΝΔ σε αυτό: http://www.ndimou.gr/newsarticle_gr.asp?news_id=146 )

Το μόνο που δέχομαι είναι, ότι επειδή είναι δύσκολο να φτάσεις στο τέλειο, ας προσπαθήσουμε πρώτα να γίνουμε Ιρλανδία που είναι πιο εύκολο και ρεαλιστικό. Αυτό το συζητάμε.

Επίσης στην Ελλάδα δεν γίνεται σε αυτή τη φάση να λειτουργήσει η απόλυτη ελευθερία της αγοράς (όπως στις ΗΠΑ), επειδή δεν λειτουργεί σωστά ο ανταγωνισμός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι τράπεζες: πως γίνεται ΟΛΕΣ να κερδοφορούν τρελά και καμία να μην μπαίνει μέσα? Πολύ απλά, επειδή δημιουργούνται εύκολα άτυπα καρτέλ. Το ίδιο συμβαίνει και στην αγορά των Σούπερ Μάρκετ, αλλά και σε αυτή της κινητής τηλεφωνίας. Ο μόνος τρόπος για να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, είναι μέσα από πανευρωπαϊκό άνοιγμα των αγορών της ΕΕ. Πως θα έχεις απόλυτη ελευθερία της οικονομίας με ανταγωνισμό όταν πρακτικά στην μικρή αγορά της Ελλάδα υπάρχει μόνο μια ΔΕΗ και ένας ΟΤΕ?
Κυρ Μαϊ 07, 07:05:23 μμ 2006

******

kahri said...
ΝΔ said...
Όσο για την Ρωσία αυτή δεν υποφέρει από τον καπιταλισμό - αλλά από την έλλειψη δημοκρατικής παράδοσης.

Συμφωνώ απόλυτα.
Για να αποδίδουμε όμως και τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, αυτό ίσχυε και για την εφαρμογή του κομμουνισμού. Και το χειρότερο: πήρε μπάλα και άλλους.
Κυρ Μαϊ 07, 07:14:07 μμ 2006

******

sizenagir said...
Το
Heinz said and @kara2211

Αποτελεί συνήθεια και πρακτική κάποιες θεωρίες των Θετικών επιστημών να μεταφέρονται (είτε αυτούσιες είτε διαφορορποιημένες) σε άλλα γνωστικά αντικείμενα για να ερμηνεύσουν με την σειρά τους μια σειρά άλλων φαινομένων.
Όσο αφορά τους όρους κοινωνική εντροπία, ενέργεια κ.λ.π. θα μπορούσα εύκολα να φανταστώ τι θέλει να πει ο ποιητής, όμως υπάρχουν κάποιες στοιχειώδεις διαφορές , που έχουν άμεση σχέση με τα φυσικά φαινόμενα τα οποία εξετάζονται. Συγκεκριμένα η Φυσική βρήκε από πολύ νωρίς(?) τους τρόπους να ποσοτικοποιήσει τα μεγέθη αυτά και κατά συνέπεια να τα επαληθεύσει πειραματικά. Οι άλλες επιστήμες βρίσκονται μάλλον στη φάση του καθορισμού των ποιοτικών χαρακτηριστικών των μεγεθών που θέλουν να ποσοτικοποιήσουν.
Δευ Μαϊ 08, 11:39:31 πμ 2006

******

chris said...
[..]
2ον Ο καπιταλισμός των ημερών μας δεν είναι αυτός του 19ου αιώνα αλλά αυτός που σωστά ονομάζετε μεικτό. Για τη μείξη αυτή χύθηκε πολύ μελάνι και πολύ περισσότερο αίμα.

3ον Θα ήταν, παρόλα αυτά, ορθότερο αν μιλούσαμε σήμερα για "τύπους" καπιταλισμού και όχι για έναν ενιαίο τύπο. Ο αγγλοσαξωνικός τύπος που πέρασε των παθών του τον τάραχο τις δεκαετίες του 70 και του 80 (όταν Γερμανία και Ιαπωνία σάρωναν στην παγκόσμια οικονομία) σήμερα εμφανίζεται σφριγηλός και ανανεωμένος. Ο σκανδιναβικός τύπος επίσης διαφέρει σε πολλά σημεία από τους λεγόμενους ηπειρωτικούς, από τους ανερχόμενους "καπιταλισμούς" του (πρώην) τρίτου κόσμου και ούτω καθεξής. Άρα όχι "ένας" αλλά μάλλον "πολλοί".

4ον Η αντίληψη των ελλήνων για τους "πλούσιους" είναι στρεβλή, θα συμφωνήσω εν μέρει, αλλά όχι εντελώς αδικαιολόγητη (στο μέτρο που η ιστορική μνήμη αποτελεί στοιχείο συγκρότησης ατομικών ταυτοτήτων). Αξίζει να διαβάσει κανείς το ημερολόγιο του προεδρικού απεσταλμένου (του Τρούμαν) P.A. Porter στην μεταπολεμική Ελλάδα (1947) για να δει κανείς από έναν ουδέτερο τρίτο - μεταξύ των άλλων - και τη νοοτροπία της ελληνικής (οικονομικής) άρχουσας τάξης.
[…]
Κυρ Μαϊ 07, 08:09:35 μμ 2006


******

Rain Man said...
@zoros

Για τελευταία φορά: H Φινλανδία πέρασε μια μεγάλη οικονομική κρίση στις αρχές των 1990s. Μέσω φιλελεύθερων πολιτικών όπως ιδιωτικοποιήσεις, αλλά και με την ενθάρρυνση της καινοτομίας και της επένδυσης στο εκπαιδευτικό σύστημα ανέκαμψε οικονομικά. Στην Δανία μείωσαν φόρους, έκοψαν επιδόματα, έκαναν πιο ευέλικτο το καθεστώς απολύσεων κλπ.

Και στην περίπτωση της Φινλανδίας και της Δανίας, όλοι οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί υπογραμμίζουν ότι για να διατηρηθούν οι ρυθμοί ανάπτυξης που πέτυχαν με φιλελεύθερες πολιτικές πρέπει να μειωθούν οι φόροι που αυτομάτως συνεπάγεται τον περαιτέρω ψαλιδισμό του κράτους πρόνοιας, η ανεργία να μειωθεί κλπ.

Με λιγα λόγια: όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη (αμερικάνικο μοντέλο). Το σκανδιναβικό μοντέλο δεν είναι αυτό που όλοι ευαγγελίζονται παρά άλλος ένας ευσεβής πόθος.
Κυρ Μαϊ 07, 08:17:28 μμ 2006

******
Grecopean said...
@heinz
"Αν υπάρχει μια (1) χώρα που η καπιταλιστική δράση δεν συνοδεύεται από πολιτική επιρροή, ορίστε πείτε την."

Δυστυχώς όχι. Παραταύτα κατα κανόνα η πολιτική επιρροή απο μόνη της δεν προσδιορίζει την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων. Αποτελεσματικές επιχειρήσεις δημιουργούν πλούτο είτε με είτε χωρίς πολιτικές επιρροές. Αναποτελεσματικές επιχειρήσεις, η λειτουργία των οποίων βασίζεται κυρίως σε πολιτικούς παρεμβατισμούς, καταναλώνουν πλούτο.
Ας επικεντρώσουμε τις ενστάσεις μας και τις κατακρίσεις στους καταναλωτές και όχι στους δημιουργούς πλούτου.
Κυρ Μαϊ 07, 10:08:06 μμ 2006

******

@ heinz said...
@Grecopean

Αν είναι να προχωρήσουμε σε διαχωρισμό, παραγωγών πλούτου και καταναλωτών, μεταξύ των επιχειρηματιών, θα πέσουμε σε σοβαρά προβλήματα: δεν έχουμε μέτρο, κι εξάλλου ο καθένας μπορεί να ταλαντωθεί ανάλογα με τη συγκυρία, ανάμεσα στις δυο αυτές κατευθύνσεις.

Το πρόβλημα είναι δομικό του συστήματος. Kαι εγγενές.

Εμπειρία δε 200 ετών απέδειξε ότι, οι θεσμικές θωρακίσεις δεν κάνουν τίποτα (γιατί υπάρχουν οι παρεμβάσεις της ισχύος στους θεσμούς).
Κυρ Μαϊ 07, 10:17:05 μμ 2006

******

aphrodite said...
@heinz,
"Αν υπάρχει μια (1) χώρα που η καπιταλιστική δράση δεν συνοδεύεται από πολιτική επιρροή, ορίστε πείτε την."

Συγνώμη, Γκηρ μου, τι επιχείρημα ήταν αυτό τώρα? Capital feeds on government support & government feeds on capital support.
Η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα?
(και τα χρυσά αυγά ποίος?)

Κυρ Μαϊ 07, 11:36:32 μμ 2006

******

epikairos said...
Η αλήθεια ως συνήθως είναι στη μέση. Οι αγορές είναι μεν ελεύθερες να αναπτυχθούν αλλά το κέρδος δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό παράγοντα λειτουργίας. Την τελευταία δεκαετία βλέπουμε όλο και συχνότερα το εξής φαινόμενο. Επιχειρήσεις που έχουν κερδοφορία να απολύουν προσωπικό για να αυξήσουν την κερδοφορία τους. Έτσι κάποιοι γίνονται πλουσιότεροι αλλά παράλληλα αυξάνεται η κοινωνική δυσαρέσκεια.

Προσωπικά ενοχλούμαι όταν βλέπω τις ελληνικές τράπεζες που έχουν υπερκέρδη να διαπραγματεύονται αυξήσεις στους υπαλλήλους τους της πείνας-κι όχι δεν προέρχομαι από τον τραπεζικό τομέα. Και την ίδια στιγμή οι ίδιες τράπεζες μέσω δημοσίων σχέσεων να προσπαθούν να προβάλλουν ένα κοινωνικό προφίλ μέσω χορηγιών. Αυτό είναι ξεδιάντροπη υποκρισία.

Ναι, είμαστε ελεύθεροι να επιχειρήσουμε όπως επιθυμούμε. Όποιος θέλει να πετύχει δεν τον εμποδίζει κανείς. Και προφανώς οι περισσότεροι που κρίνουμε τον καπιταλισμό αφενός κάνουμε τα πάντα για να τον συντηρούμε κι αφετέρου θα θέλαμε να ήμασταν στη θέση των βολεμένων. Αλλά καλό είναι να μην ξεχνάμε πως πάνω από όλα είμαστε άνθρωποι.
Γιατί απέναντι στο παράδειγμα του Gates που πέραν όλων των άλλων δραστηριοποιείται σε άλλο πλανήτη από τον δικό μας, γνωρίζω παράδειγμα μεγάλου έλληνα φαρμακοβιομήχανου ο οποίος λόγω δυσκολιών στην επιχείρηση του έχει κόψει όλες τις νόμιμες παροχές των υπαλλήλων του αλλά στην προσωπική του ζωή εξακολουθεί να ξοδεύει χρήματα ασύστολα με τρόπο που προκαλεί. Αυτή είναι η δυσάρεστη όψη του καπιταλισμού.
Κυρ Μαϊ 07, 10:15:08 μμ 2006

******

maika said...
θεωρώ πως παραγωγικός πλούσιος είναι αυτός που παράγει πλούτο για τον εαυτό του και δουλειά, σωστά αμειβόμενη, για τους άλλους...
Όχι σε στύβω κάνοντάς σε να νομίζεις πως αν συνεχίσεις να δουλεύεις εξοντωτικά στην επιχείρησή μου, σύντομα οι κόποι σου θα αμυνθούν και μην ανησυχείς...

και βολέψου τώρα με αυτά τα ολίγα και εδώ είμαι εγώ όταν... (μέχρι να μάθει ο Χότζας το γάϊδαρό του να μην τρώει, του ψόφησε)
κι εσύ τον πιστεύεις και τα δίνεις όλα και σε τρώει στην στροφή το βαφτιστήρι της μάνας του και το αγέννητο ακόμα παιδί της αδελφής του...
επίσης νόμιζα πως οι παραγωγικοί πλούσιοι είναι ναι μεν αυτοδημιούργητοι και ναι, δεν.. προσκυνάνε κυβερνήσεις.... και δεν κάνουν απατεωνιές....
Τα περισσότερα απο τα ονόματα που αναφέρατε νομίζω πως δεν έχουν καμμία σχέση με τα παραπάνω...
Δευ Μαϊ 08, 12:59:06 πμ 2006

******

Δημήτριος said...
Φυσικά, όταν η κατάσταση αυτή ξέφυγε από τα όρια της μικρής κοινότητας ή της πόλης κράτους και τα μεγέθη έγιναν όλο και πιο μεγάλα, μερικοί άνθρωποι άρχισαν να νιώθουν πως αυτός ο ελεύθερος τρόπος οδηγούσε σε αδικίες...

Φαντάζομαι ότι οι ανθρακωρύχοι στο Σαουθάμπτον του 19ου αιώνα, που πέθαιναν σαν τα κοτόπουλα από τις άθλιες εργασιακές τους συνθήκες, δεν ένιωθαν ότι αδικούνται...

Αδικούνταν...

Το εργατικό κίνημα αναπτύχθηκε ως το λογικό αντίβαρο, στην μη ελεγχόμενη κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη που παρήγαγε περισσότερη δυστυχία απ’ότι οι συγκεκριμένες κοινωνίες μπορούσαν να αντέξουν.

Η αλήθεια όπως έγραψε ο Επίκαιρος (ίσως ο μόνος συνετός σε ένα blog νεφελοκυνηγών) είναι κάπου στη μέση.

Και οι μεν (εργοδότες)[/b] πρέπει να υπάρχουν και ο δε (συνδικαλισμός).
Ο συμβιβασμός μεταξύ τους και η λύση σε όλα τα προβλήματα(και τα οικονομικά) λέγεται δημοκρατία.
[Δημοκρατία δεν υπήρχε στα κομμουνιστικά καθεστώτα και γι' αυτό απέτυχαν. Λόγω έλλειψης νομιμοποίησης, όπως και κάθε δικτατορία.]

Θεωρώ όμως ότι επειδή η ελευθερία του επιχειρείν είναι αυτονόητη, όπως αντίστοιχα και η ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι, η προσοχή του κράτους πρέπει να είναι στραμμένη στην τήρηση των κανόνων του υγιούς ανταγωνισμού και στην ενίσχυση των ασθενέστερων τάξεων.

Σαφώς και πρέπει να ενισχύεται η επιχειρηματική πρωτοβουλία, αλλά έχω την εντύπωση ότι το ζωτικό πρόβλημα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν είναι η βασανιστική γραφειοκρατία. Είναι η άμεση εξάρτηση από το τραπεζικό κεφάλαιο που, στην Ελλάδα, λειτουργεί κυρίως παρασιτικά. Όχι ως δημιουργός πλούτου, που λέει ο κ. Δήμου, αλλά ως θηρευτής του.
Έτσι ενώ παρουσιάζει υπερκέρδη, αποσύρεται από όποια δραστηριότητα είναι (ή υποστηρίζει ότι είναι) ζημιογόνα
, με πρόσφατο παράδειγμα τη ΒΦΛ στη Θεσσαλονίκη.
Μια τέτοια επιχειρηματική κίνηση, τυπικά σύμφωνη με τους καπιταλιστικούς κανόνες, παράγει κοινωνική αναταραχή (λόγω ανεργίας).

Τι πρέπει να γίνει τότε;

Η λύση μπορεί να δοθεί μόνο από περισσότερη ανάπτυξη, δηλ. νέες θέσεις εργασίας που θα απορροφούν τέτοιους κραδασμούς.
Το κακό είναι ότι η Ελλάδα δεν απέκτησε ποτέ σοβαρή αστική τάξη που θα μπορούσε να τραβήξει μπροστά με αυτήν την αποστολή.

Λίγα τα παραδείγματα των πραγματικά σωστών καπιταλιστών ("ευπατρίδες" τους λένε). Αυτών που επενδύουν με ίδια κεφάλαια και όχι με θαλασσοδάνεια (και με εγγυητή, βεβαίως, πάντα, το ελληνικό κράτος)
...

[Τα ονόματα των "λαμπρών παραδειγμάτων" που αναφέρθηκαν σε κάποιο σχόλιο δεν θεωρώ το υβρεολόγιο μου επαρκές για να τα σχολιάσει.]

Αντιθέτως, οι περισσότεροι διαμαρτύρονται για το διεφθαρμένο κράτος που τους "πνίγει" και είναι πρώτοι που το διαφθείρουν, εξαγοράζοντας την πολιτική εξουσία (διαπλοκή το είπαν κάποιοι).

Όπως και με κάθε θεωρία ή σύστημα ο καπιταλισμός κινδυνεύει πρώτα από τους τυχοδιώκτες θιασώτες του και μετά από τους αντιπάλους του.

Ο σωστός καπιταλισμός θέλει και σωστούς καπιταλιστές!
Δευ Μαϊ 08, 02:45:49 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
[..]
Μια και θίξατε τις παθογένειες της Ελληνικής Οικονομίας να υπογραμμίσω μία από τις χειρότερες: την απουσία ανταγωνισμού. Εδώ υπάρχουν παντού άτυπα καρτέλ - όλοι συνεννοούνται: τράπεζες, πετρελαιάδες, βιομήχανοι...
Δευ Μαϊ 08, 06:09:03 μμ 2006

******

Viennezos said...
Να αντιπαραθέσω απλώς δύο σχόλια του ίδιου του Νίκου Δήμου:

- "Σε δύο χρόνια ο ανεψιός μου ήταν ένας από τους δέκα χιλιάδες Microsoft Millionaires. Σε δεκαπέντε χρόνια, έχοντας κερδίσει πολλαπλάσια από ότι εγώ σε πενήντα, αποσύρθηκε και ασχολείται full time με το χόμπι του – την χαρακτική."
[από το σημερινό post]

- "Όσο για τις ενοχές για το παιδάκι που συναρμολογεί πλυντήρια κλπ. αν δεν το είχε κι αυτό, θα πέθαινε της πείνας."
[σχόλιο μετά το post της 27ης Απριλίου]

Καμία βαθυστόχαστη έρευνα δεν θα μπορούσε να αποδείξει καλύτερα την τρέλα του καπιταλιστικού συστήματος.
Κυρ Μαϊ 07, 10:53:45 μμ 2006

******

Υποκείμενο δικαίου said...
Δύο γρήγορες παρατηρήσεις.

Το αν ο καπιταλισμός οδηγεί σε συσσώρευση πλούτου ή όχι είναι κάτι που μπορεί να ελεγχθεί εμπειρικά. Για παράδειγμα, η Eurostat καταγράφει στο τμήμα Structural indicators ένα δείκτη που ονομάζει Inequality of income distribution: αυτό είναι το εισόδημα του πλουσιότερου 20%, διαιρεμένου με το εισόδημα του φτωχότερου 20%.

Η σοσιαλίζουσα Ελλάδα, από το 6.5 το 1995 πήγε στο 6.6 το 2003, και στο 6.0 το 2004 (δηλ. οι πλουσιότεροι Έλληνες βγάζουν έξι φορές περισσότερα από τους ισάριθμους φτωχότερους). Τα στοιχεία μας μπορεί να μαγειρεύονταν για κάποια περίοδο. Κατά την γνώμη μου, είναι μία άθλια επίδοση, για μία περίοδο ταχείας ανάπτυξης, αύξησης της φορολογίας και άφθονων κοινοτικών πόρων. Παρεμπιπτόντως, με μαγείρεμα ή όχι, είναι η δεύτερη χειρότερη στην Ευρώπη (η Πορτογαλία έχει 7.4). Την ίδια εποχή, οι 15 πήγαν από 5.1 σε 4.8, οι Γάλλοι από 4.5 σε 4.2, οι Δανοί από 2.9 σε 3.4.

Προσοχή - μπορεί να υπάρχουν ροές που δεν φαίνονται (π.χ. από /προς offshore κέντρα). Δεν είμαι ειδικός, αλλά έχω την εντύπωση ότι δεν αλλάζουν την γενική εικόνα - κάποια στιγμή, λογικά γίνονται εισόδημα.

Υπάρχει και ένας δείκτης που μπορεί να δείξει αν ο καπιταλισμός βελτιώνει το επίπεδο ζωής - είναι το προσδόκιμο ζωής. Και εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί σε κάποιο βαθμό μπορεί να καταγράφει την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας (οι οποίες πάντως είναι πανάκριβες - το ΕΣΥ και η άμυνα είναι τα ακριβότερα κονδύλια στον ελληνικό προϋπολογισμό). Στοιχεία για το προσδόκιμο διατηρεί η Παγκόσμια Τράπεζα. Στην Λατινική Αμερική, ανέβηκε από 61 (1970) σε 70 (1999). Στην πολύπαθη Αφρική νοτίως της Σαχάρας, συνέβη κάτι περίεργο: ανέβηκε από 44 (1970) σε 50 (1993), και μετά άρχισε να κάμπτεται αργά, εξαιτίας του AIDS. Το 1999, ήταν 47. Στις χώρες του ΟΟΣΑ (βασικά την δύση), ανέβηκε από 71 σε 78.

Σε μερικές χώρες, υπάρχει τραγική επιδείνωση σε όλους τους δείκτες (π.χ. Β. Κορέα, Ζιμπάμπουε).

Συμπέρασμα; Δεν υπάρχει. Υπάρχει βελτίωση, η οποία όμως είναι άνιση. Φαίνεται, επίσης, ότι δεν είναι θέμα μόνο οικονομικού συστήματος, αλλά και πολλών άλλων παραγόντων - πολιτικών, θεσμικών, περιβαλλοντικών, κ.ο.κ.

http://www1.worldbank.org/prem/poverty/data/trends/
mort.htm#table8

http://epp.eurostat.cec.eu.int/
Κυρ Μαϊ 07, 11:11:58 μμ 2006

******

Zoros said...
@υποκείμενο του δικαίου
"Για παράδειγμα, η Eurostat καταγράφει στο τμήμα Structural indicators ένα δείκτη που ονομάζει Inequality of income distribution: αυτό είναι το εισόδημα του πλουσιότερου 20%, διαιρεμένου με το εισόδημα του φτωχότερου 20%."

Πολύ ουσιαστικό σχόλιο. Έψαχνα ώρα να βρω αυτόν το δείκτη, που δείχνει τη πραγματική ευημερία ενός κράτους και την κοινωνική ισότητα.
Τι να το κάνω αν πχ μια χώρα βγαίνει ψηλά στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ επειδή έχει 5 Bill Gates και παράλληλα υπάρχουν άνθρωποι που ζουν κάτω από τα όρια της φτώχιας?
Από την άλλη, αυτός ο δείκτης πρέπει πάντα να διαβάζεται σε συνδυασμό με το ΑΕΠ: και η Κούβα μπορεί να βγάζει πολύ χαμηλό συντελεστή στο δείκτη, αλλά αυτό να οφείλεται στο ότι όλοι πεινάνε...
Κυρ Μαϊ 07, 11:41:20 μμ 2006

******

Grecopean said...
[..]
Οι συμμετέχοντες στο σύστημα (τα υποκείμενα) δημιουργούν τον πλούτο και όχι το ίδιο το σύστημα. Τί πιο λογικό; Ο επιχειρηματίας (που μπορεί να είναι απο επιστήμονας μεχρί εργάτης) όμως ταυτόχρονα είναι αυτός που οργανώνει τη παραγωγική διαδικασία, δεσμεύει κεφάλαια και διατρέχει το κίνδυνο (που δεν τον έχει ο υπάλληλος) της χρεωκοπίας σε περίπτωση της μη αποτελεσματικής λειτουργίας της.

Αν ο εστιάτορας χρεοκοπήσει πρέπει να πάει φυλακή και ο σερβιτόρος; (μαζί δεν τη κάνουν τη δουλειά; )
Δευ Μαϊ 08, 12:01:46 πμ 2006

******

Grecopean said...
@frenobulax

"Σε καθε οικονομικο-κοινωνικο συστημα η παραγωγη οργανωνεται διαφορετικα."

Μα και στην ίδια οικονομία όλες οι παραγωγικές διαδικασίες οργανώνονται διαφορετικά με αποτέλεσμα διαφορετικό κέρδος (αρνητικό, θετικό, μηδενικό). Και μάλιστα η εργασία προσφέρει διαφορετική αξία στη παραγωγική διαδικασία ανάλογα με την οργάνωση της παραγωγής(για την οποία είναι υπεύθυνος ο επιχειρηματίας).
Επαναλαμβάνω δεν υπάρχει λογική συνέπεια στις απόψεις σου. Το προϊόν της παραγωγής είναι στοχαστικό. Κανένας δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα της πριν απο τη περάτωση της. Ο επιχειρηματίας μπορεί να θεωρεί ο'τι αγοράζοντας εργασία (και όχι μόνο) σε κάποιο κόστος θα είναι κερδοφόρος αλλά το μέγεθος και πρόσημο του αποτέλεσματος δεν είναι ποτέ δεδομένο και δεν εξαρτάται αποκλειστικά απο το πόσο σκληρά θα εργαστούν οι ανθρώπινοι πόροι του.

"Οι μικρομεσαιοι επιχειρηματιες ειναι θυματα της νομοτελειακης τασης του καπιταλισμου να δημιουργει μονοπωλια."

Διάκριση μεγέθους δεν υπάρχει. Κατα το Μάρξ καπιταλιστής είναι οποιοσδήποτε αγοράζει εργασία.

"Αρκετες επιχειρησεις με αρκετα κερδη και καθολου ζημιες μεταφερουν
την παραγωγη τους αλλου με σκοπο μεγαλυτερο κερδος απο την μείωση του εργατικου κοστους.
"

Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη προσφορά εργασίας σε τρίτες χώρες. Και αν δεν μας ενδιαφέρει αποκλειστικά το μέλλον του Έλληνα εργάτη αλλά και του Πολωνού, Τσέχου, Ινδού και Κινέζου αυτό δεν είναι απαραιτήτως άσχημο. Υπο αυτό το πρίσμα ανεπιθύμητη είναι μόνο η εκμετάλλευση των εργατών σε τρίτες χώρες που δημιουργεί πλασματικά χαμηλά εργατικά κόστη και άνισο ανταγωνισμό εργατικού δυναμικού.
Δευ Μαϊ 08, 02:39:24 μμ 2006

******

Nikos Dimou said...
Πολλές φορές η συζήτηση ξέφυγε από το κύριο θέμα που είναι ο πλούτος και η φτώχεια. Εστιάσαμε στο πλούτο σαν φαινόμενο της καπιταλιστικής οικονομίας - όμως ο πλούτος υπήρχε ανέκαθεν και στην αγροτική και την προκαπιταλιστική. Μας έχουν έρθει περιγραφές από την Παλαιά Διαθήκη, από τον Κώδικα του Χαμουραμπί, από τα Αιγυπτικά ιερογλυφικά, από αρχαία Ελλάδα και Ρώμη που περιγράφουν ανθρώπους μυθικά πλούσιους (και όχι μόνο τους ηγεμόνες) - και, αντίστοιχα, τραγικά φτωχούς. Προκειται λοιπόν για ένα διαχρονικό φαινόμενο για το οποίο δεν φταίει ο καπιταλισμός.

Η διαφορά ανάμεσα στις καπιταλιστικές και σοσιαλιστικές θεωρίες είναι βασική.
Οι πρώτες περιγράφουν και ερμηνεύουν εκ των υστέρων κάτι που υπάρχει. Οι δεύτερες γεννήθηκαν για να σχεδιάσουν κάτι που θα έπρεπε να υπάρχει - το δέον.
Ο καπιταλισμός είναι καθημερινή πράξη, ενώ ο σοσιαλισμός επιδίωξη
.

Γι αυτό αντέδρασα στην φράση: "η σκέψη σας είναι δέσμια της καπιταλιστικής κοσμοθεωρίας". Τέτοια κοσμοθεωρία (με την έννοια της ιδεολογίας) δεν υπάρχει - δεν κατευθύνει την πράξη.
Δευ Μαϊ 08, 07:42:33 πμ 2006

******

blade runner said...
Aπό άρθρο του Κωστή Γιούργου στην χθεσινή Καθημερινή, με αφορμή το θάνατο του Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ, και την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου με τίτλο "Τα οικονομικά της αθώας απάτης", στην Ελλάδα:

"Mε την οξυδέρκεια του γνώστη και την εμπειρία του αυτόπτη μάρτυρα μιας κολοσσιαίας καταστροφής όπως ήταν το οικονομικό κραχ του 1929 και ο συνακόλουθος παγκόσμιος πόλεμος, ο Γκάλμπρεϊθ αντιλαμβάνεται το μέγεθος και τη σοβαρότητα της επίμονης οικονομικής ύφεσης που διαβρώνει τη συνοχή του οικονομικού και κοινωνικού στάτους απειλώντας να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα.
«Tο μοναδικό αξιόπιστο μέτρο ενάντια στην οικονομική κάμψη είναι η αδιάκοπη ροή της καταναλωτικής ζήτησης», προτείνει επίμονα: η εδραία πεποίθηση ενός οπαδού των παρεμβατικών αντιλήψεων του Kέινς και ένθερμου υποστηρικτή του New Deal. Mην υπονομεύετε, ενισχύστε «αυτούς που έχουν ανάγκη και είναι διατεθειμένοι να δαπανήσουν».

Αλλά ο Γκάλμπρεϊθ γνωρίζει επίσης άριστα σε ποιες αντιστάσεις προσκρούουν οι εύλογες και πραγματικά αποτελεσματικές θεραπείες των εσωτερικών αντιφάσεων. Kαι, χωρίς καταστροφολογικές μεγαλοστομίες, επισημαίνει: Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις των οικονομικά εύρωστων είχαν βελτιωτική επίδραση επί της ύφεσης, ότι το εισόδημα που καταλήγει στα χέρια των εύπορων στελεχών των επιχειρήσεων θα έχει θετικό αντίκτυπο στην οικονομία, δηλαδή θα δαπανηθεί. Θέτει εύστοχα ερωτήματα. Kαι απαντάει.

Γιατί ο καπιταλισμός έπρεπε να κρυφτεί πίσω από το όνομα «οικονομία της αγοράς»;

Γιατί τόση ευφράδεια περί κυριαρχίας του καταναλωτή και τόση αποσιώπηση για τους τρόπους πειθαναγκασμού και χειραγώγησης των καταναλωτικών συμπεριφορών;

Γιατί κάτω από τη λέξη «εργασία» να συστεγάζονται και εκείνοι για τους οποίους είναι επαχθής καταναγκασμός και αυτοί για τους οποίους είναι μια καλά αμειβόμενη απόλαυση χωρίς αίσθηση υποχρέωσης;

Γιατί οι όροι «ιδιοκτησία» και «μέτοχος» εξυμνούνται, ενώ είναι φανερό ότι δεν παίζουν κανένα ρόλο στη διεύθυνση των επιχειρήσεων;

Γιατί ο δημόσιος τομέας της οικονομίας έχει δαιμονοποιηθεί;

Γιατί αφήνεται να πιστεύεται ότι οι εξοπλιστικές δαπάνες είναι απόφαση του δημόσιου τομέα, ενώ σε μεγάλο βαθμό είναι απόφαση της ιδιωτικής βιομηχανίας όπλων;

Γιατί θεωρείται σοφή και αποτελεσματική απάντηση στην ύφεση η πολιτική επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας των HΠA;

Γιατί ο προκλητικός προσωπικός πλουτισμός των μάνατζερ αφήνεται να υποσκάπτει την εμπιστοσύνη προς την επιχείρηση, ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της σύγχρονης οικονομικής ζωής, που πρέπει να διαφυλαχτεί;

Διότι «η οικονομία και γενικότερα τα οικονομικά και πολιτικά συστήματα καλλιεργούν τη δική τους αλήθεια, είτε λόγω χρηματικών και πολιτικών πιέσεων ή εξαιτίας της πρόσκαιρης μόδας»
, αφήνει σαν τελευταία υπενθύμιση ο συγγραφέας• μαζί με το κεντρικό ζητούμενο του βιβλίου του, δηλαδή τους τρόπους και τους λόγους που αυτό συμβαίνει."

Έτσι, για περαιτέρω συζήτηση.
Δευ Μαϊ 08, 12:23:16 μμ 2006

******

blade runner said...
[..]

"Σε μια συζήτηση που είχα πριν καιρό, με διάφορους φίλους άνω των 30, συμφωνήσαμε ότι είναι υποκριτικό να ζεις σε μια κοινωνία δυτικού Τύπου, και να λες ότι δεν ενδίδεις στην κατανάλωση! Η κατανάλωση αποτελεί κινητήριο μοχλό για την οικονομία μιας τέτοιας κοινωνίας, και είτε το θέλεις είτε όχι, η ποιότητα της ζωής είναι συνυφασμένη με το πόσο καλά λαδωμένη είναι αυτή η περίπλοκη μηχανή.

Η ανισότητα προκύπτει ακριβώς από το γεγονός ότι ένα μεγάλο κομμάτι του πλανήτη έχει τεθεί εκτός αγοράς ή συμμετέχει με σαφώς δυσμενέστατους όρους. Έτσι προκύπτει το γεγονός ότι ένα χαμηλότατο ποσοστό του πληθυσμού κατέχει το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό του χρήματος που κινείται στον πλανήτη. Μην είμαστε όμως τόσο αφελείς ώστε να πιστεύουμε ότι το μοντέλο του υπαρκτού σοσιαλισμού θα είχε περισσότερες ελπίδες να αποδειχθεί εφαρμόσιμο ικανοποιητικά και με σεβασμό στον άνθρωπο, απ'ό,τι είχε στις αρχές του αιώνα!

Ναι, η οικονομία είναι παγκοσμιοποιημένη, ναι την ελέγχουν τα τραστ των πολυεθνικών, ναι η "Δύση" είναι δυσανάλογα ευημερούσα σε σχέση με τον "αναπτυσσόμενο" κόσμο, και πολλές φορές σε βάρος του, αλλά αυτή είναι η δυναμική των πραγμάτων, και αυτό είναι το σύστημα στο οποίο έχει καταλήξει η διεθνής οικονομία. Πιστεύετε πως η λύση είναι να καταρρεύσουν οι πολυεθνικές; Αυτό ίσως θα σήμαινε αυτομάτως έναν γενικευμένο πόλεμο, πολύ χειρότερο από τον Β' Παγκόσμιο, και πολύ πιο καταστροφικό ενδεχομένως.

Ο Αιζενχάουερ είχε πει στις αρχές της δεκαετίας του '50, όντας Πρόεδρος των Η.Π.Α., "καταναλώστε γιατί χανόμαστε!", ωθώντας τους αμερικανούς πολίτες να λαδώσουν τη μηχανή... Ακριβώς γιατί η κατανάλωση θα σήμαινε αυτομάτως μεγαλύτερη ζήτηση, η μεγαλύτερη ζήτηση μεγαλύτερη παραγωγή, και η μεγαλύτερη παραγωγή άφθονες θέσεις εργασίας, άρα και άνοδο των οικονομικών δεικτών.
Πολύ πρόχειρος ο συλλογισμός, αλλά ποιος από μας δεν αντιλαμβάνεται ότι το σύστημα της ελεύθερης αγοράς έχει στη βάση του την παραγωγή προϊόντων που θα καταναλωθούν στη συνέχεια κυρίως από αυτούς που τα κατασκευάζουν, που είναι και αυτοί που στηρίζουν την οικονομία, γιατί είναι και οι περισσότεροι."
Δευ Μαϊ 08, 12:51:05 μμ 2006



.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Αύγ 25, 2015 11:40 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.


http://www.kathimerini.gr/732439/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/o-tetartos-dromos-pros-ton-kapitalismo

Ο τέταρτος δρόμος προς τον καπιταλισμό

Πασχου Μανδραβελη

27.10.2012


Το βασικό επιχείρημα κατά της παγκοσμιοποίησης ήταν ότι κάνει τους «πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους». Αυτό, όπως και πολλά άλλα συνθήματα, δεν στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι, αλλά οι φτωχοί έγιναν λιγότεροι. Σύμφωνα με την έκθεση «State of the future 2012» του ΟΗΕ, το 1981 το ποσοστό των ανθρώπων που ζούσαν σε καθεστώς απόλυτης φτώχειας (1,25 δολάρια την ημέρα) ήταν 52% του παγκόσμιου πληθυσμού. Το 2010 -και παρά την κρίση- το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 20%. Είναι λογικό, αν σκεφθούμε ότι μόνο η Κίνα και η Ινδία, χώρες που αθροίζουν το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού, απελευθέρωσαν τις οικονομίες τους, παρουσίασαν τρομακτικούς ρυθμούς ανάπτυξης, επιτρέποντας σε δισεκατομμύρια ανθρώπους να ξεφύγουν από το καθεστώς της απόλυτης φτώχειας.

Αλλά και μέσα στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες οι φτωχοί δεν έγιναν φτωχότεροι. Εγιναν κατά τι πλουσιότεροι. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, το φτωχότερο 20% του πληθυσμού είδε την περίοδο 1979-2007 τα εισοδήματά του να αυξάνονται κατά μέσον όρο 2.400 δολάρια (αποπληθωρισμένα), ήτοι 16%. Το πρόβλημα όμως είναι ότι το πλουσιότερο 1% είχε αύξηση εισοδημάτων κατά 281%, δηλαδή κατά μέσον όρο 971.200 δολάρια. Οι συντελεστές ανισότητας σε όλο τον κόσμο πλην Λατινικής Αμερικής χτύπησαν κόκκινο.

Η ανισότητα, μέχρι να έρθει η παγκόσμια κρίση, δεν εθεωρείτο πρόβλημα. Από τη στιγμή που όλοι γίνονταν σε απόλυτα μεγέθη πλουσιότεροι, λίγοι νοιάζονταν για το γεγονός ότι οι περισσότεροι γίνονταν συγκριτικά φτωχότεροι. Η τρομακτική επέκταση του δανεισμού στις ανεπτυγμένες χώρες έκρυψε εν πολλοίς το πρόβλημα. Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «στις ανεπτυγμένες χώρες, σε περίοδο πέντε ετών πριν από το 2007, η αναλογία δανείων προς το οικογενειακό εισόδημα αυξήθηκε από 39% σε 138%» (World Economic Outlook, 2012).


«Κρίση υπερπαραγωγής

Μέχρι που το σύστημα στόμωσε. Η ανισότητα, που μέχρι τότε δεν ενοχλούσε, είχε ένα περίεργο αποτέλεσμα. Οι πλούσιοι, που γίνονταν αφορολογήτως πλουσιότεροι, ξαναέριχναν τα λεφτά τους στην οικονομία διά του δανεισμού κρατών και νοικοκυριών. Οι φτωχότεροι, που ήθελαν να ακολουθούν τις επιταγές της καταναλωτικής κοινωνίας, δανείζονταν χωρίς έλεγχο φερεγγυότητας.
Η λειτουργία κάθε κράτους -ακόμη και του «ελάχιστου»- γινόταν όλο και πιο ακριβή και με δεδομένη την πολιτική των χαμηλών φορολογικών συντελεστών κάθε κυβέρνηση οδηγούνταν αναγκαστικά σε δανεισμό, κυρίως από τα πλούσια νοικοκυριά που προηγουμένως είχε αποφασίσει να τα φορολογεί χαμηλά. Ετσι δημιουργήθηκε «η οικονομία του χρέους».
Οπως γράφει ο Ζακ Αταλί, «ενώ το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ 1975 και 2007, πολλαπλασιάστηκε επί 8,75 σε ονομαστική αξία, το ιδιωτικό χρέος εικοσαπλασιάστηκε και το δημόσιο χρέος τριπλασιάστηκε. Στα τέλη του 2007, το συνολικό δημόσιο και ιδιωτικό χρέος των Αμερικανών ανέρχεται στο 350% του ΑΕΠ, δηλαδή πολύ περισσότερο από το 1929».

Εκείνη την περίοδο, κάποιοι από τους δανειστές διαβλέπουν τους κινδύνους και προσπαθούν να διασφαλίσουν τη θέση τους επενδύοντας σε λιγότερο επικίνδυνα περιουσιακά στοιχεία (όπως π.χ. πολύτιμα μέταλλα). Σπάει ο ασθενέστερος κύκλος της «οικονομίας του χρέους», τα στεγαστικά δάνεια των φτωχότερων Αμερικανών. Οι μαζικές κρατικές παρεμβάσεις απλώς μεταφέρουν τη «φούσκα» του χρέους από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα (ΗΠΑ) και από τις αγορές στις πλουσιότερες χώρες (Ευρώπη).
Το πρόβλημα όμως δεν λύνεται διότι ο καπιταλισμός έχει δύο ποδάρια: παραγωγή και κατανάλωση. Οι ανισότητες ευνόησαν την παραγωγή, ο δανεισμός για ένα διάστημα εξισορρόπησε την κατανάλωση, αλλά μετά το 2008 που δεν κυκλοφορούν πια δανεικά έχουμε στην ουσία -πέρα από τα επιμέρους χαρακτηριστικά- αυτό που ο Καρλ Μαρξ ονόμαζε «καπιταλιστική κρίση υπερπαραγωγής».

Αυτό το αντελήφθη μέχρι και ο Economist, ο οποίος την περασμένη εβδομάδα κυκλοφόρησε με ένα σχεδόν σοσιαλδημοκρατικό εξώφυλλο που είχε τον τίτλο «Αληθινός Προοδευτισμός. Η νέα πολιτική για τον καπιταλισμό και την ανισότητα». Το κύριο άρθρο του ξεκινούσε με τα αδιέξοδα της «επίχρυσης εποχής» (Gilded Age) που τέλειωσε με την κρίση του 1929 σημειώνοντας: «Το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών μαζί με τον φόβο σοσιαλιστικών επαναστάσεων γέννησαν ένα κύμα μεταρρυθμίσεων από το σπάσιμο των μονοπωλίων του (Αμερικανού προέδρου) Θεόδωρου Ρούζβελτ μέχρι τον λαϊκό προϋπολογισμό του (Βρετανού πρωθυπουργού) Λόιντ Τζορτζ. Οι κυβερνήσεις ενίσχυσαν τον ανταγωνισμό, εισήγαγαν προοδευτικούς φορολογικούς συντελεστές κι άρχισαν να πλέκουν το κοινωνικό δίχτυ προστασίας. Ο στόχος αυτής της «Προοδευτικής Εποχής», όπως ονομάστηκε στις ΗΠΑ, ήταν να κάνει την κοινωνία πιο δίκαιη χωρίς να μειώσει την επιχειρηματική ενεργητικότητα.
Η σύγχρονη πολιτική πρέπει κατά τον ίδιο τρόπο να επανεφευρεθεί, να βρει τρόπους καταπολέμησης της ανισότητας χωρίς να πλήξει την οικονομική ανάπτυξη. Αυτό το δίλημμα είναι ήδη στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης, αλλά αυτή περισσότερο παράγει θερμότητα παρά φως... Στο κέντρο της είναι η αποτυχία των ιδεολογιών. Η Δεξιά ακόμη δεν έχει πειστεί ότι η ανισότητα έχει επιπτώσεις. Η εξ ορισμού θέση της Αριστεράς είναι η αύξηση των φόρων και η μεγαλύτερη αύξηση των δαπανών, κάτι που δεν είναι λογικό όταν δυσκίνητες οικονομίες πρέπει να ελκύσουν επενδυτές και οι κρατικοί τους τομείς είναι πολύ μεγαλύτεροι από όσο είχαν φανταστεί ο Ρούζβελτ και ο Λόιντ Τζορτζ... Απαιτείται μια πιο δραματική αλλαγή σκέψης: ονομάστε την Αληθινό Προοδευτισμό».


Τρίπτυχο προτεραιοτήτων

Ο... τέταρτος δρόμος προς τον καπιταλισμό (ή τον σοσιαλισμό ; ) που προτείνει ο Economist συνοψίζεται στο τρίπτυχο «ανταγωνισμός, στόχευση, μεταρρυθμίσεις». Αμεση προτεραιότητα πρέπει να είναι το σπάσιμο των μονοπωλίων, είτε αυτά είναι κρατικά (όπως στην Κίνα, την Ινδία κ.ά. αναπτυσσόμενες χώρες) είτε είναι ιδιωτικά όπως οι «πολύ-μεγάλοι-για-να-αποτύχουν χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί» των ανεπτυγμένων χωρών. Η εκτενής απελευθέρωση των επαγγελμάτων εμπίπτει σε αυτήν ακριβώς την κατηγορία.

«Δεύτερη προτεραιότητα πρέπει να είναι η επίθεση στην ανισότητα με πολύ πιο στοχευμένες και προοδευτικές κοινωνικές δαπάνες». Αυτό ειδικά στην Ασία, γράφει ο Economist (και στην Ελλάδα, θα προσθέταμε εμείς) σημαίνει «την αλλαγή των ακριβών καθολικών επιδοτήσεων με κατά παραγγελία κοινωνικά δίκτυα προστασίας... Και οι πλούσιες και οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να αλλάξουν στόχους των κοινωνικών μεταβιβάσεων• από τους πλουσιότερους ηλικιωμένους και στους φτωχότερους νέους». Αυτό για τον Economist σημαίνει λιγότερα για συντάξεις και περισσότερα για παιδεία.

Τρίτη προτεραιότητα (και αυτή βγαίνει με αρκετούς δισταγμούς από τους συντάκτες του Economist) είναι η αλλαγή του φορολογικού συστήματος: «Να γίνει πιο αποδοτικό και κάπως πιο δίκαιο». Αν και για πολλές χώρες ο περιορισμός των δαπανών είναι ζητούμενο, το αφιέρωμα του Economist τελειώνει δίνοντας περισσότερο δίκιο στην πολιτική Ομπάμα αντί των Ρεπουμπλικανών. Είχε δίκιο όταν είπε ότι η «ανισότητα είναι το μεγάλο θέμα των καιρών μας»...


Ο ελληνικός «διάλογος» μετά την κρίση

Στην Ελλάδα η συζήτηση για το μοντέλο ανάπτυξης έγινε από θολή (προ κρίσης) σε χαοτική (μετά την κρίση). Η κατάρρευση του κράτους-πατερούλη το 2009 άνοιξε τον ασκό του λαϊκισμού. Αυτός επιβίωνε μεν ως βασική τάση σε όλα τα κόμματα, αλλά σε περιόδους κρίσεων ελεγχόταν από τη δομή των κομμάτων που ήταν κατά βάση αρχηγικά. Στην τρέχουσα κρίση, τα κόμματα βρέθηκαν χωρίς ισχυρούς αρχηγούς και -με εξαίρεση το ΚΚΕ- χωρίς συγκροτημένη ιδεολογία. Η δεξιά ιστορικά σπανίως ασχολήθηκε με ιδεολογικές αναζητήσεις. Στο ΠΑΣΟΚ έγιναν από τρία ιδεολογικά χωριά χωριάτες (το τριτοδρομικό του Α. Παπανδρέου, το κρατικο-σοσιαλδημοκρατικό του Κ. Σημίτη, το φιλελευθερο-σοσιαλιστικό του Γ. Παπανδρέου) και φυλλορρόησε. Η ευρύτερη του ΚΚΕ Αριστερά, στην οποία ιστορικά γίνονταν οι περισσότερες ιδεολογικές διεργασίες, παλάβωσε έτι περαιτέρω προπαγανδίζοντας τα πάντα και τα αντίθετά τους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι η κρίση έφερε στην επιφάνεια θέματα που σε άλλες χώρες είναι λυμένα και εμείς τα είχαμε θάψει κάτω από συνθήματα του στυλ «Οι Ελληνες δεν είναι ρατσιστές». Ετσι, εκτός από το πρόβλημα της Χρυσής Αυγής, αναγκαζόμαστε να συζητήσουμε ξανά-μανά αν νόμος είναι ό,τι ψηφίζει το Κοινοβούλιο ή αν απαιτείται προηγούμενη έγκριση των πρυτάνεων και των συνοδοιπόρων τους φοιτητικών γκρουπούσκουλων στα ΑΕΙ. Γράφονται άρθρα για το ποιες (!) τακτικές βίας δικαιολογούνται σε μια δημοκρατία ή αν ο ανταγωνισμός βοηθά την οικονομία.

Το αποτέλεσμα είναι η συζήτηση για το μοντέλο ανάπτυξης να περιορίζεται στο «ρίχτε λεφτά (που δεν έχουμε) στην αγορά». Το ισοζύγιο φόρων-κρατικών δαπανών είναι άγνωστο ως έννοια, και το αποτέλεσμα είναι τα πολυποίκιλα μικρά και μεγάλα (επενδεδυμένα στο υπάρχον σύστημα) συμφέροντα να αμύνονται επιτυχώς, η ανεργία να έχει εκτοξευθεί στα ύψη και οι άνεργοι, που έχουν και τις μεγαλύτερες ανάγκες, να φιλοδωρούνται από την πολιτεία με 12 ευρώ την ημέρα.
Η συζήτηση και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό συνεχίζεται. Σε άλλες τροχιές...


Διαβάστε
- Economist, «True Progressivism», ολόκληρο το αφιέρωμα στο www.economist.com
- Thomas Piketty, «Η οικονομία των ανισοτήτων», εκδ. Πόλις.
- Μαίρη Χίλσον, «Το σκανδιναβικό μοντέλο», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.


.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Σεπ 04, 2015 1:05 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

.

http://www.ndimou.gr/el/keimena/dimosieymata/lifo/2011/%CF%84%CE%BF-%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B2%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%87%CF%8C%CF%84%CE%B6%CE%B1-%2817112011%29/
Το πρόβλημα του Χότζα / Ν. Δήμου
17.11.2011
Παράθεση:
[...]
Οι άνθρωποι έχουν ήδη μέσα τους μία προδιάθεση και διαλέγουν την ερμηνεία που τους ταιριάζει. Το ίδιο κάνουν και οι οικονομολόγοι – επιλέγουν στοιχεία και τα μαγειρεύουν για να δικαιολογήσουν τη στάση τους. Την υπερασπίζονται φανατικά χωρίς καν να ακούνε τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.
[…]

.
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
Επισκόπηση όλων των Δημοσιεύσεων που έγιναν πριν από:   
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    www.filosofia.gr Αρχική σελίδα -> Κουβεντούλα Όλες οι Ώρες είναι GMT + 2 Ώρες
Μετάβαση στη σελίδα Προηγούμενο  1, 2, 3, 4, 5, 6  Επόμενο
Σελίδα 5 από 6

 
Μετάβαση στη:  
Δεν μπορείτε να δημοσιεύσετε νέο Θέμα σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Δεν μπορείτε να επεξεργασθείτε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράψετε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν έχετε δικαίωμα ψήφου στα δημοψηφίσματα αυτής της Δ.Συζήτησης





Μηχανισμός forum: PHPBB

© filosofia.gr - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του.

Υλοποίηση, Φιλοξενία: Hyper Center