Θ.ΒοήθειαςΘ.Βοήθειας   ΑναζήτησηΑναζήτηση   Εγγεγραμμένα μέληΕγγεγραμμένα μέλη   Ομάδες ΧρηστώνΟμάδες Χρηστών  ΕγγραφήΕγγραφή  ΠροφίλΠροφίλ 
Συνδεθείτε, για να ελέγξετε την αλληλογραφία σαςΣυνδεθείτε, για να ελέγξετε την αλληλογραφία σας   ΣύνδεσηΣύνδεση 

nnn
Μετάβαση στη σελίδα Προηγούμενο  1, 2, 3, 4, 5, 6  Επόμενο
 
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    www.filosofia.gr Αρχική σελίδα -> Κουβεντούλα
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας :: Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας  
Συγγραφέας Μήνυμα
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Φεβ 16, 2014 3:30 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Ας φράξουμε τον δρόμο στους νέους καιροσκόπους

Θα πρέπει η κοινωνία να αναζητήσει άριστους ανάμεσα σε όσους παράγουν έργο.

31-03-2013

Βασίλης Καραποστόλης


Είναι άλλο πράγμα να βλέπει κανείς με καλό μάτι την κατάρρευση του όλου πολιτικού σώματος (με την ελπίδα ότι θα εξυγιανθεί) και άλλο να είναι έτοιμος να αναλάβει δράση για την αντικατάστασή του. Τα πλήθη σήμερα αναθεματίζουν τους κυβερνήτες τους, αλλά διστάζουν να εμπιστευτούν οποιονδήποτε θα εμφανιζόταν μπροστά τους σαν ένας ηγέτης με προθέσεις ριζικά διαφορετικές.
Το πρόβλημα έγκειται πραγματικά στις προθέσεις. Δεν απασχολεί τόσο τους πολίτες αν θα γίνουν ορισμένα έργα, όσο το εάν οι υποψήφιοι για την εξουσία έχουν και κάποια σχέδια που να μην πηγάζουν αποκλειστικά απ’ τα προσωπικά τους συμφέροντα. Πέρασε η εποχή που κρινόταν ένας πολιτικός από το αν είναι ικανός ή όχι στον άλφα ή βήτα τομέα. Σήμερα στη χώρα μας, αλλά και στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιταλία (το είδαμε πρόσφατα με τις εκλογές) αυτό ουσιαστικά που κυκλοφορεί σαν μια αμφιβολία βασανιστική μες στα πλήθη, δεν είναι το κατά πόσον υπάρχει η πολιτική ικανότητα, αλλά η πολιτική θέληση.

Ένα ερώτημα πλανιέται: ποιος θα μπορούσε να τα βάλει μ’ εκείνους που φαίνονται τόσο ισχυροί, ακριβώς επειδή δεν «φαίνονται»; Οι σύγχρονοι χρηματοκράτες του κόσμου είναι αόρατοι, γι’ αυτό και δύσκολα αντιμετωπίζονται - αυτό διαδίδεται κατά κόρον.
Πρόκειται, όμως, για μια ακόμη λιποταξία των δεινοπαθούντων, για μια ακόμη αποφυγή της ευθύνης τους. Γιατί ποιος είπε ότι είναι ανάγκη να βλέπει κανείς καθαρά τον εχθρό του ώστε να μπορεί να τον αντικρούσει; Είναι διαφορετικό να ακολουθείς μια ειδική τακτική όταν ο αντίπαλος κρύβεται, από το να εγκαταλείπεις οποιαδήποτε τακτική ελλείψει ορατότητας του αντιπάλου.
Άλλωστε, δεν είναι ανάγκη να ξέρει κανείς ποιος είναι ο απώτερος εχθρός του για να τον πολεμήσει. Αρκεί που έχει αντίκρυ του τα όργανά του, τους εντεταλμένους του. Από τέτοιους βρίθει ο κόσμος, η κάθε ημέρα και το κάθε δελτίο ειδήσεων μάς τους δείχνουν να κινούνται δραστήριοι, άοκνοι, λαλίστατοι. Θα μπορούσαν αυτοί να είναι ο στόχος.

Συνεπώς, άλλος είναι ο λόγος που δεν θεωρείται πιθανή μια κάποια βελτίωση. Ο λόγος είναι ότι το πλήθος προβάλλει τις αδυναμίες του πάνω στην «εικόνα» που έχει για τους εκπροσώπους του. Μοιάζει σάμπως οι αρρώστιες του κοινωνικού σώματος να αποτυπώνονται πάνω στο πολιτικό σώμα με μια ένταση άκρως θεαματική.
Πάνω στο φέρσιμο ενός υπουργού όλοι βλέπουν τα δικά τους χάλια. Έτσι, η επιφύλαξη, η καχυποψία, η κόπωση του καθενός σχηματίζουν ένα είδος πεποίθησης σύμφωνα με την οποία αποκλείεται να ξεπεταχθεί μια αρετή στη σφαίρα των δημοσίων υποθέσεων.
«Είναι αδύνατο», ψιθυρίζει μέσα του ο απαυδισμένος ιδιώτης, «μέσα σ’ αυτό το μαγειρείο να παρουσιαστούν και κάποιοι που να μη θέλουν να φάνε. Θα φάνε ό,τι φτιάχνουν. Αλλά εγώ, τουλάχιστον, δεν θα καταπιώ όσα μου πετάξουν. Δεν θα καταπιώ τα αποφάγια τους. Θα πουν ψέματα, αλλά εγώ, που δεν θα είμαι στο εξής κορόιδο, θα ξέρω ότι είναι ψέματα, γιατί είναι αδύνατο να μην είναι ψέματα».

Μετά απ’ αυτό, ο ιδιώτης μπορεί να εξακολουθεί να αγανακτεί, να θυμώνει και να ξεθυμαίνει. Έχει προεξοφλήσει τα πάντα, και κατά κάποιον τρόπο έχει κατασταλάξει μέσα στην απελπισία του.
Είναι απελπισμένος, αλλά δεν φαίνεται να διαθέτει ούτε εκείνο το τελευταίο απόθεμα δύναμης, εκείνο το «θάρρος της απελπισίας» το οποίο αναβλύζει μερικές φορές όταν τα πράγματα φθάνουν στον απροχώρητο, όταν σ’ αυτό ακριβώς το όριο διεγείρεται ξαφνικά μια θέληση θαμμένη στα έγκατα.
Μια κοινωνία, όμως, που επιθυμεί πραγματικά να επιζήσει, δεν μπορεί παρά να εύχεται να ξαφνιάζεται με αυτόν τον τρόπο. Είναι ένα ξάφνιασμα με τον εαυτό της.
Εκεί βρισκόμαστε σήμερα: έχουμε κλειστεί μέσα σε κάτι που νομίζουμε ότι είναι ο εαυτός μας και αυτό το κάτι το συνθέτουν αδυναμίες που μας είναι τόσο οικείες ώστε να φθάνουν να γίνουν σχεδόν αγαπητές: αγαπάμε αυτό που ξέρουμε ότι είμαστε, από φόβο μήπως αναγκαστούμε να γνωρίσουμε αυτό που θα μπορούσαμε να είμαστε. Προτιμότερο να υποφέρεις από τα ελαττώματά σου, παρά να ψάχνεις για προτερήματα που δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχουν.


Οι ασθένειές μας

Θα καταλήξουμε λοιπόν εκεί; Θα δεχτούμε ότι οι κοινωνικές μας ασθένειες είναι η μοίρα μας, και ότι η πολιτική μας θα είναι απλώς μια διαχείριση της μοίρας, ένα ξύσιμο και ένα βάθεμα της πληγής;
Μπορεί να ηχεί σε πολλούς σχεδόν σκανδαλιστικό, αλλά εάν δεν δεχθούμε τελικά να είμαστε μοιρολάτρες, θα πρέπει ν’ αφήσουμε περιθώρια για μια νέα πολιτική δράση, ακόμη και μέσα στα φθαρμένα σχήματα. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία θα έπαυε να δεχόταν σαν ανίατη την πάθηση που κάνει τους Έλληνες να χωρίζουν τη στιγμή ακριβώς που χρειάζεται να ενωθούν.

Η καθημερινή εμπειρία, πράγματι, αυτό μας διδάσκει: μόλις πάνε τα άτομα να συμπράξουν, εκείνος ο δαίμονας, που λέγεται «πάθος για υπεροχή» καταστρέφει τις κοινές τους ενέργειες. Οι εξαιρέσεις δεν λείπουν φυσικά, ο κανόνας όμως εξακολουθεί να ισχύει.
Και το χειρότερο είναι ότι συγχέονται πράγματα που διαφέρουν πολύ. Είναι λάθος να θεωρείται το «πάθος για υπεροχή» ταυτόσημο με το «πάθος για διάκριση». Το πρώτο είναι η επιθυμία να τοποθετείται κανείς, με οποιοδήποτε μέσο, πάνω από τους άλλους, ενώ το δεύτερο είναι η επιθυμία να ξεχωρίσει χάρη σ’ ένα επίτευγμα συγκεκριμένο που θα αναγνωριστεί και θα εκτιμηθεί.
Έρμαιο στο πρώτο πάθος η ελληνική κοινωνία κατάφερε να μετατρέψει, εδώ και καιρό, τη διακυβέρνηση σ’ ένα ομοίωμά της. Ναι, οι πολιτικοί του καιρού μας αποδείχθηκαν ζηλωτές της υπεροχής, της γυμνής επικράτησης, της εξουσίας τής απογυμνωμένης από πράξεις που θ’ άφηναν ίχνη στην Ιστορία. Υπήρξαν ματαιόδοξοι, κι αυτό επιβεβαίωσε θριαμβευτικά και θλιβερά μαζί, το ματαιόδοξο άτομο που φωνασκεί: αφού είμαστε όλοι ματαιόδοξοι, γιατί να μην είναι και αυτοί τους οποίους ψηφίσαμε;

Το συμπέρασμα όμως αυτό δεν είναι υποχρεωτικό. Δεν είναι υποχρεωτικό η γενική βούληση να είναι η συνισταμένη των ατομικών βουλήσεων (η υποθήκη του Ρουσσώ). Όποιοι εκπροσωπούν το πλήθος, εξ ορισμού αίρονται σε μια σφαίρα στοιχειωμένη από άλλες δυνάμεις που δεν βρίσκονται μέσα στα νοικοκυριά. Αυτές οι δυνάμεις ανήκουν στην επιθυμία για πραγματοποίηση έργων που αφορούν τη ζωή και την ασφάλεια ενός ολόκληρου πληθυσμού.
Αν τα νοικοκυριά είναι ματαιόδοξα, μες στην αυτοσυντήρησή τους, οι πολιτικοί (όπως και οι καλλιτέχνες και οι επιστήμονες) μπορούν να είναι φιλόδοξοι. Πρέπει λοιπόν ν’ αφήσουμε χώρο ξανά, και μ’ όλους τους κινδύνους, στη φιλοδοξία. Είναι ανάγκη να υπάρχει αυτός ο χώρος, ώστε να τολμήσουν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα κι εκείνοι που κολακεύονται στην ιδέα ότι θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν πολύ καλύτερα απ’ ό,τι οι προηγούμενοι για ζητήματα όπως οι θαλάσσιες ζώνες, οι αποκρατικοποιήσεις, ή η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας.
Μη φθάσουμε στο σημείο να θεωρήσουμε ότι είναι ύποπτο να επιδιώκει ένας πολιτικός να τον εκτιμήσουν για μια συμφωνία που πέτυχε, όπως θα ’θελε να τον εκτιμήσουν ένας ζωγράφος για τον πίνακά του ή ένας μηχανικός για τη γέφυρα που έφτιαξε. Ας φράξουμε τον δρόμο στους νέους καιροσκόπους, και ας κάνουμε τόπο στους νέους εργοποιούς. Για να έρθουν όμως, πρέπει πρώτα να ζητηθούν.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Δευ Φεβ 17, 2014 9:59 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Το νοηματοδοτικό κενό.

14-07-2013

του Old Boy

Παράθεση:
[...] Γιατί ακόμα και στην καλύτερη εκδοχή, στην εκδοχή δηλαδή που οι πολιτικές αυτές δεν είναι όσο πιο ταξικές γίνεται, αλλά όντως σώζουν την πατρίδα, στην εκδοχή δηλαδή που αυτός που παίρνει τις αποφάσεις το κάνει με εδραία πεποίθηση μεσσιανισμού, πάλι έχουμε κάποιον που αποφασίζει να θυσιάσει τμήματα της κοινωνίας στο όνομα του γενικότερου καλού, κάποιον που δεν βιώνει τις συνέπειες αυτής της θυσίας, κάποιον που θυσιάζει άλλους. Το να αρνείται κανείς αυτήν την βασική παραδοχή, το να θεωρεί την επισήμανσή της λαϊκίστικη, φτηνή κι ασόβαρη, υποκρύπτει μια αριστοκρατική αντίληψη για τα δημοκρατικά καθεστώτα: ο εκπρόσωπός σου είναι και καλύτερός σου, είναι και ανώτερός σου, του εκχωρείς την εξουσία με μια απόφαση να σου διαλύει τη ζωή, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση να υποστεί ο ίδιος τις συνέπειες της απόφασής του. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα σχήμα ισότητας. Έχουμε να κάνουμε με ένα σχήμα επιβολής δύναμης που έχει ιδεολογικοποιηθεί τόσο ώστε να μοιάζει πως εσύ ο ίδιος αποφασίζεις για τις τύχες σου, ωσάν αυτός που μεσολαβεί καθοριστικά στη διαδικασία ως εκπρόσωπός σου να παίρνει τις αποφάσεις που θα έπαιρνες και ο ίδιος για τον εαυτό σου. Θα τις έπαιρνε όμως ποτέ αν αφορούσαν τον δικό του εαυτό;






Να κοινωνηθεί η κριτική αμφισβήτηση.

23-06-2013

Παράθεση:
[...] Ψυχολογική (άκριτη) επιλογή είναι και η αποφυγή της ευθύνης των αποφάσεων. Δεν εξασφαλίζει αισιοδοξία, αλλά μας δικαιώνει που μένουμε παθητικοί. Δικαιολογούμε την αδράνεια περιμένοντας καθοδήγηση για το πρακτέο: Κάποιος να μας υποδείξει τι πρέπει να κάνουμε, πώς να αντιδράσουμε, εμείς οι αδύναμες μονάδες, στην καταστροφή που ρημάζει τη χώρα, στα στυγερά εγκλήματα της κομματοκρατίας, τα ατιμώρητα. Το σταθερό μοτίβο της μοιρολατρίας των θυμάτων είναι: «Υποδείξτε μας τι να κάνουμε: Διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες τις καπελώνει το ΠΑΜΕ, τις καπηλεύεται ο τάχα και αριστερός παλαιοημερολογιτισμός. Οι απεργίες προσθέτουν βασανισμό στον συντριμμένο από τον σαδισμό των διεθνών τοκογλύφων πολίτη. Δώστε μας στόχο, δείξτε μας τον δρόμο, θέλουμε συγκεκριμένους εντοπισμούς δυνατοτήτων δράσης».

Τόσο η ανάγκη αισιοδοξίας όσο και η ανάγκη χειραγώγησης των κοινωνικών αντιδράσεων είναι απαιτήσεις ψυχολογικές, ανυπότακτες στον κριτικό έλεγχο -έχουν την ακαταμάχητη δύναμη του ενστίκτου. Μπορεί να εκβάλλουν εκεί ασυνείδητες ανασφάλειες ή και φοβίες, άρνηση της ενηλικίωσης και της διακινδύνευσης, ατολμία για πρωτοβουλίες και καινοτομίες. Η εκζήτηση οργανωτικών σχημάτων και ταλαντούχων «ηγετών» ίσως να καμουφλάρει την ανάγκη για τη μητρική ή την πατρική προστασία. Πάντως και πέρα από τα ψυχαναλυτικά στερεότυπα, η ιστορική εμπειρία μάλλον φανερώνει ότι το πρωτείο της κοινωνικής δυναμικής το έχουν οι συλλογικές συνειδητοποιήσεις.

Οι ζωτικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν προκύπτουν από συνταγές, γεννιώνται από τις κριτικές συνειδητοποιήσεις, την ποσοτική ευρύτητα και έκταση των συλλογικών συνειδητοποιήσεων. Απαιτείται μια κρίσιμη μάζα, και στην Ελλάδα σήμερα αυτή η μάζα δεν έχει απαρτισθεί. [...]


_


Έχει επεξεργασθεί απο τον/την antanion στις Δευ Αύγ 18, 2014 10:28 pm, επεξεργάσθηκε 1 φορά συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Μάρ 09, 2014 2:31 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Εθνική αντίσταση και πολιτικό σύστημα.
04-2005

Ν. Λυγερός

Αν και η εθνική αντίσταση δεν είναι γενικά φυσιολογική, εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα στους λαούς με ελάχιστο πληθυσμό. Αυτή η συχνότητα είναι ενδεικτική και συσχετίζεται με την ύπαρξη γενικευμένης οργάνωσης. Η οργάνωση που είναι αναπόφευκτη στους λαούς με μεγάλο πληθυσμό μπορεί να χρησιμοποιηθεί πιο εύκολα από τον εχθρό μέσω της δικτύωσης που θα αναπτύξει. Ενώ η απώλεια οργάνωσης μετατρέπει το πεδίο σε μη συμβατικό αγώνα. Το μέγεθος όμως του πολιτικού συστήματος δεν προέρχεται μόνο από το μέγεθος του πληθυσμού, κάποτε το χρονικό διάστημα αρκεί.

Πιο συγκεκριμένα όταν μια κατοχή διαρκεί δεκαετίες είναι φυσιολογικό να οργανώνεται μία παράλληλη ζωή που δεν ασχολείται με την εθνική αντίσταση. Συνεπώς κάθε κίνηση που ανήκει όντως στην εθνική αντίσταση θέτει εξ ορισμού αυτήν τη ζωή που είναι μία μορφή επιβίωσης, σε κίνδυνο διότι ανατρέπει τα δεδομένα όχι μόνο του εχθρού αλλά και της ίδιας της κοινωνίας που δεν διεκδικεί τα ανθρώπινα δικαιώματά της. Το πολιτικό σύστημα οργανώνει αναγκαστικά ένα πλαίσιο συμβιβασμού για να διατηρήσει την παράλληλή του εξουσία σε σχέση με το κατοχικό καθεστώς. Αποφεύγει λοιπόν να εμπεριέχει κάθε αντιστασιακό στοιχείο και με την πάροδο του χρόνου το μόνο πράγμα που καταφέρνει είναι να πείσει την ίδια του την κοινωνία ότι στην ουσία δεν υπάρχει πρόβλημα με την κατοχή εφόσον δεν επηρεάζει την τοπική οικονομία.

Η οικονομία όμως δεν είναι το παν για έναν λαό. Ή μάλλον μπορεί και να χρησιμοποιηθεί με έναν διαφορετικό τρόπο και να ενισχύσει την εθνική αντίσταση δίχως αυτό να σημαίνει ότι ο λαός πρέπει να υποστεί ένα κόστος. Διότι το πραγματικό κόστος θα το υποστούν το παιδιά, δηλαδή η επόμενη κοινωνία που θα βρεθεί με μία διαφορετική χώρα δίχως μνήμη. Γι’ αυτόν τον λόγο το πολιτικό σύστημα αφοπλίζει κάθε κίνηση μνήμης με το πρόσχημα του ψυχολογικού τραυματισμού. Όμως ο λαός που ξέρει μόνο από ευκολίες και έχει ξεχάσει κάθε πληγή, δεν μπορεί να ξεπεράσει την ιστορία του και είναι καταδικασμένος ισόβια.

Κατά συνέπεια όταν λόγω συγκυριών και ανθρώπων μια αλλαγή φάσης διαμορφώνει ριζικά τα δεδομένα της κοινωνίας όσον αφορά στην ιστορία του, το πολιτικό σύστημα κάνει κάθε προσπάθεια για να ξαναβρεί την ισορροπία του ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι αποδέχεται την καταπίεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλο το σύστημα ενεργοποιείται όχι εναντίον του εχθρού που περιορίζεται και αυτός σ’ ένα πλαίσιο συμβιβασμού, αλλά εναντίον κάθε αντιστασιακού στοιχείου, το οποίο με την ύπαρξή του ανατρέπει τη δοσμένη ιεραρχία. Πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσει αυτό το φυσιολογικό φαινόμενο για να αποφύγουμε τις επικίνδυνες επιπτώσεις του. Διότι ένας λαός ακόμα και μικρός δεν είναι άξιος να υπάρχει αν δεν αντιστέκεται!



_



Πραγματικότητα του ρεαλισμού .
11-2002

Ν. Λυγερός

Στην πολιτική παρατηρούμε όλο και πιο πολύ την ορολογία του ρεαλισμού και θεωρούμε αυτό το φαινόμενο ως φυσιολογικό. Σε μια εποχή όπου κατάρρευσαν όλα τα συστήματα και οι ιδεολογίες η πραγματικότητα έκανε μια εισβολή στο πιο ουτοπιστικό στοιχείο της ανθρώπινης σκέψης, δηλαδή την πολιτική Η αρχική και ουσιαστική έννοια της πολιτικής είναι να διαμορφώνει την κοινωνία σ ένα πλαίσιο που ονομάζουμε όραμα. Η πολιτική ακολουθούσε μια στρατηγική μετατροπή του περιβάλλοντος έτσι ώστε να συμπίπτει με τα οράματα των πολιτικών και μιας ιδανικής κοινωνίας. Τώρα που οι πολιτικοί έχασαν κάθε θεωρητικό ιδανικό, μόνο εν όραμα παρέμεινε η πραγματικότητα.


Όμως η πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι ένα όραμα άσχετα αν αυτό δεν συμπίπτει με την πολιτική του ρεαλισμού. Δεν μπορεί το παρόν να είναι το μέλλον μας. Αυτό μας έμαθε το παρελθόν μας. Κι όσοι το ξέχασαν είναι καταδικασμένοι να το ξαναζήσουν. Κάθε προσπάθεια του πολιτικού συστήματος έχει τον ίδιο στόχο: να μας πείσει ότι το μόνο όνειρο στο οποίο δικαιούμαστε είναι η πραγματικότητα.

Αν υποθέσουμε όμως ότι όπως αυτό το συμπέρασμα είναι η πραγματικότητα τότε ποια είναι η έννοια της πολιτικής σ αυτό το παράδοξο πλαίσιο; Ποιος είναι ο ρόλος της πολιτικής σ ένα κόσμο που μπορεί να ζήσει μόνο στην πραγματικότητα του ρεαλισμού; Διότι αν η ζωή είναι ένας συμβιβασμός, κοινωνικά δεν έχουμε ανάγκη το πολιτικό στοιχείο. Η μόνη μας ανάγκη είναι η διοίκηση και η διαχείριση. Όλα τα άλλα είναι ανώφελες λεπτομέρειες.

Όμως ο πολιτικός κόσμος δεν μπορεί να δεχτεί τα ίδια συμπεράσματα της πολιτικής του. Χάνοντας την ευθύνη της διαμόρφωσης χάνει και τον ρόλο του και την έννοιά του. Και είναι δύσκολο να το παραδεχτεί. Προσπαθώντας να επικρατήσει ως κυρίαρχος του συστήματος, η πολιτική αναγκάζεται να εγκαταλείψει κάθε της συναισθηματικό στοιχείο. Και ασκεί σκληρή κριτική σ αυτούς που μιλούν για ουμανισμό, στο τωρινό μας πλαίσιο. Εξοντώνοντας το ανθρώπινο στοιχείο από τον πολιτικό κόσμο θεωρώντας το αδύνατο σημείο, προσπαθεί να εξασφαλίσει την ύπαρξη ενός αντικειμενικού πλαισίου. Μα αν αυτό ήταν η αλήθεια όλα θα ήταν αυτόματα διότι η κωδικοποίησή τους θα ήταν εύκολη.

Οι ίδιοι οι πολιτικοί μιλούν όμως για ελεύθερη βούληση του πολίτη πράγμα που έρχεται και πάλι σε αντίκρουση με τις ρεαλιστικές τους θέσεις. Ή πιστεύουμε στον άνθρωπο και του επιτρέπουμε να διαλέξει το μέλλον του ή όχι και τότε η πολιτική δεν είναι παρά μια απλή διαχείριση δεδομένων.

Στην πραγματικότητα ο ρεαλισμός δεν επιτρέπει την ύπαρξη της πολιτικής. Διότι αν δεν μπορούμε να αλλάξουμε την κοινωνία για την ευημερία της όποιο κόμμα κι αν έχει την εξουσία ποιος είναι ο λόγος των εκλογών. Απλώς η επιβίωση ενός συστήματος ανεξάρτητο από κάθε ανθρώπινο στοιχείο; Εγκαταλείποντας τα συναισθήματα, την ανθρωπιά, τη μνήμη, τη νοημοσύνη για υπαρξιακούς λόγους η πραγματικότητα του ρεαλισμού είναι ο θάνατος του μέλλοντος. Κι όταν οι άνθρωποι δεν έχουν πια μέλλον έχουν χάσει την έννοια του παρόντος. Όποιος θέλει μόνο το παρόν είναι καταδικασμένος διότι δεν έχει μέλλον, αυτή είναι η πραγματικότητα του ρεαλισμού.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Παρ Μάρ 14, 2014 10:43 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Ο Κεμαλισμός εν Ελλάδι

27-05-2007

Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν άφησε να φανεί στην πράξη (με γεγονότα, όχι με «επικοινωνιακά» ρητορεύματα) ποιος εμποδίζει τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της χώρας του: Δεν είναι οι Ισλαμιστές το εμπόδιο, είναι οι δυτικόφιλοι (υποτίθεται) Κεμαλιστές: οι εθνικιστές υπέρμαχοι του «λαϊκού» (άθρησκου) κράτους.

Προκάλεσε τα αποδεικτικά γεγονότα ο Ερντογάν: Θα μπορούσε να είχε προτείνει για την προεδρία της Δημοκρατίας υποψήφιο που δεν έδινε λαβές για αντίδραση του κεμαλικού κατεστημένου - να προτείνει, π.χ., τον υπουργό του Αμυνας Βετζντί Γκονούλ: Είναι δικός του άνθρωπος, ισλαμιστής και θεωρείται μετριοπαθής - κυρίως, έχει σύζυγο που δεν φοράει μαντίλα. Όμως ο Ερντογάν πρότεινε τον Αμπντουλάχ Γκιουλ.

Ήταν αστοχία πολιτική, στρατηγικό σφάλμα αυτή η επιλογή; Η ευφυΐα και σοβαρότητα του Ερντογάν δεν συνηγορούν σε μια τέτοια ερμηνεία. Πιθανότερο μοιάζει να προχώρησε θελημένα στην πρόκληση. Εξώθησε τους Εθνικιστές να παρέμβουν, να οδηγηθούν στη νομικά αυθαίρετη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου που ακύρωνε την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή για την εκλογή προέδρου. Όχι με καταγγελτικά ρητορεύματα αλλά με το γεγονός της απόφασης των έμφοβων δικαστών ο Ερντογάν έδειξε στον λαό του και στη διεθνή κοινή γνώμη ποιος αρνείται τους κανόνες της δημοκρατίας, ποιος εμποδίζει τον εξευρωπαϊσμό και εκσυγχρονισμό της Τουρκίας.

Η πολιτική πορεία του Ερντογάν, από το ξεκίνημά της ώς σήμερα, μοιάζει με συνειδητή ανάληψη ενός ιστορικού εγχειρήματος: Να καταδείξει ότι ο εκσυγχρονισμός και η πρόοδος ενός λαού, η πρόσληψη των επιτευγμάτων της δυτικής Νεωτερικότητας, δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε την παραίτηση από την ιδιοπροσωπία του, την αλλοτρίωση του βίου, τον μεταπρατισμό, τον αποχαυνωτικό πιθηκισμό του δυτικού μοντέλου. Δεν είναι προϋπόθεση εκσυγχρονισμού ο «λαϊκός» (άθρησκος) χαρακτήρας της λειτουργίας και των στόχων μιας κοινωνίας, δεν εξασφαλίζει την πρόοδο η στανική επιβολή του μηδενισμού και αμοραλισμού της νεωτερικής φυσιοκρατίας.


Με βάση τα γεγονότα (και όχι τα ρητορεύματα) συντήρηση, καθυστέρηση και σκοταδισμός στην Τουρκία σήμερα αποδείχνονται οι Κεμαλιστές, οι εθνικιστές του «βαθέος κράτους» «Γκρίζοι Λύκοι» του παρακράτους. Έτοιμοι να καταλύσουν, οποιαδήποτε στιγμή, και τα προσχήματα δημοκρατίας, για να υπερασπίσουν το «λαϊκό» (άθρησκο) κράτος. Και αντίπαλός τους ο «ισλαμιστής» Ερντογάν που παλεύει για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη, για εκσυγχρονισμό χωρίς αλλοτρίωση, χωρίς απώλεια της αίσθησης του «ιερού».


Η πολιτική του Ερντογάν είναι η πρώτη σοβαρή (έμπρακτη και όχι ρητορική) αμφισβήτηση του άλλου ιστορικού εγχειρήματος: του κεμαλικού. Ο Κεμάλ μετέπλασε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μιμητικό κακέκτυπο του νεωτερικού στη Δύση έθνους - κράτους. Αλλά η αυτοκρατορία δεν ήταν ένα απλώς μεγαλύτερο σε μέγεθος κρατικό σχήμα αναχρονιστικών θεσμών και οργάνωσης. Από τη ρωμαϊκή καταγωγή της η αυτοκρατορία ήταν μια «τάξη πραγμάτων» (ordo rerum): τρόπος και ευθύνη για την ειρηνική συνύπαρξη εθνών, φυλών, θρησκειών, παραδόσεων (pax romana). Αυτό τον «τρόπο» της αυτοκρατορίας αρνήθηκε ο Κεμάλ πιστεύοντας ότι έτσι «εκσυγχρονίζει» την Τουρκία. Και τη θεμελίωσε στον εθνικισμό, δηλαδή στο έγκλημα μεθοδικών γενοκτονιών, διαδοχικών εθνοκαθάρσεων.


Τον ρόλο του Κεμάλ , τηρουμένων των αναλογιών, διαδραμάτισαν στον Ελληνισμό ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Αλλά ποιος τολμάει να εκστομίσει σήμερα, ακόμα και ως υπόθεση εργασίας, μια τέτοια (έστω προφανέστατη) πιστοποίηση; Κεμάλ, Κοραής και Βενιζέλος είναι τα ιερά ταμπού της κοινής μας εθνικιστικής ιδεοληψίας. Οι αυτουργοί αφανισμού του αυτοκρατορικού κοσμοπολιτισμού των Οθωμανών και της ελληνικής οικουμενικότητας λειτουργούν ως ειδωλοποιημένα σύμβολα θριάμβου του εθνικιστικού επαρχιωτισμού, του «λαϊκού» (δίχως αίσθηση του ιερού) ιμπεριαλισμού της Δύσης.

Τον εθνικισμό ο Ελληνισμός τον πλήρωσε με το ακριβότερο τίμημα: με το ιστορικό του τέλος. Επέζησε ο Ελληνισμός κάτω από τη Ρωμαιοκρατία, τη Φραγκοκρατία, την Τουρκοκρατία και τέλειωσε ιστορικά όταν έγινε εθνικό κράτος. Ακόμα και σκλάβοι, αγράμματοι, φτωχοί οι Έλληνες δεν έπαψαν να παράγουν πολιτισμό, ενεργό ετερότητα, πρόταση με πανανθρώπινη εμβέλεια. Μόλις έγιναν έθνος-κράτος, μόνο μιμούνται. Ζωγραφική, αρχιτεκτονική, παιδεία, φιλόσοφος λόγος, κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί, θρησκευτικότητα, όλα μεταπρατικά, πιθηκισμός της Δύσης, όπως το ήθελε η «μετακένωση» του Κοραή. Ο εθνικιστικός μεγαλοϊδεατισμός του Βενιζέλου, ασφυκτικά κρατικιστικός, διπλασίασε την εδαφική επικράτεια, ναι. Αλλά και να την είχε τετραπλασιάσει, από τη στιγμή που καταλάβαινε τον Ελληνισμό με όρους έθνους-κράτους, τον καταδίκαζε να μετασχηματιστεί σε βαλκανική επαρχία.

Στην Τουρκία το πολιτικό τοπίο αρχίζει κάπως να αποσαφηνίζεται.
Το κόμμα του Ερντογάν, κόμμα της πλειοψηφίας, επιστρέφει (συνειδητά ή ανεπίγνωστα, άσχετο) στον άξονα συνοχής της αυτοκρατορίας, που ήταν πάντα ο σεβασμός του «ιερού» (η religio imperii). Και μάχεται για εκσυγχρονισμό και πρόοδο χωρίς αλλοτρίωση. Αντιστέκονται με νύχια και με δόντια οι Εθνικιστές, για να διασώσουν το «άθρησκο» κράτος της στρατοκρατίας και των εθνοκαθάρσεων παραβιάζοντας αναίσχυντα τις ίδιες τις αρχές του δυτικού πολιτικού πολιτισμού που υποτίθεται ότι τους γοητεύει.

Όταν φτάνει κανείς από την Κωνσταντινούπολη στην Αθήνα έχει εναργή την αίσθηση επιστροφής στην επαρχιωτική ασφυξία. Πολιτικά αναστήματα θλιβερής ανεπάρκειας ερίζουν μόνο και αποκλειστικά για την επανεκλογή τους και την καταλήστευση του δημόσιου ταμείου. Τους πλαισιώνουν μάζες αφελών ή κρετίνων, αποχαυνωμένοι χειροκροτητές των εξαπατητών τους, έτοιμοι με την ψήφο τους «να μεταλλάξωσι τυράννους».

Κανένα ίχνος πολιτικής αντίστασης στον αλλοτριωτικό Εθνικισμό, καμιά αντιπρόταση. Όποιο κόμμα και αν κυβερνάει, κυρίαρχοι στην Ελλάδα είναι οι Κεμαλιστές, μια μειονότητα «Γκρίζων Λύκων» που μάχονται για «λαϊκό» (άθρησκο) κράτος, για τον αφανισμό κάθε λείμματος ιστορικής αυτοσυνειδησίας και πολιτιστικής ετερότητας. Καυχώνται και αυτοπροβάλλονται σαν «διεθνιστές». Αλλά ο «διεθνισμός» τους είναι, απλά, η ιμπεριαλιστική αλαζονεία του ιδεολογικού επαρχιωτισμού τους. Το πολιτικό τοπίο στην Ελλάδα παραμένει άξεστα υπανάπτυκτο, η επαρχιωτική καχεξία ανήκεστη.




*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*~*




Ο μειονεκτικός ερεθίζει τους σαδιστές

27-11-2011

Η Τουρκία δεν θα γίνει ποτέ ευρωπαϊκή επαρχία, δεν θα μειονεκτήσει ποτέ ως «περιφέρεια» έναντι οποιουδήποτε αγλαϊσμένου «κέντρου». Μάλλον δεν ξιπάστηκε ποτέ από το ξένο, δεν το θεώρησε υπέρτερο από το δικό της εγχώριο επειδή ήταν ξένο. Δεν θα αυτοκαθοριστεί ως κοινωνία μεταπρατική, δεν θα πιθηκίσει τα όσα η Δύση λανσάρει σαν «πρωτοπορία». Κανένας «εθνάρχης» στην Τουρκία δεν θα διανοηθεί να καυχηθεί ότι «ανήκομεν εις την Δύσιν».

Ο Κεμαλισμός ήταν το κίνημα που θέσπισε τις προϋποθέσεις για τον εκδυτικισμό του τουρκικού κράτους. Αλλά ο εκδυτικισμός δεν ήταν αυταξία και αυτοσκοπός, δεν ήταν εξ ορισμού τα «φώτα», ο «πολιτισμός» η «πρόοδος». Ήταν ένα μεγάλης τόλμης εγχείρημα κοινωνικού μετασχηματισμού: Έκοψαν οι Κεμαλικοί τον λώρο που κρατούσε την Τουρκία δέσμια σε ένα αναχρονιστικό παρελθόν – στο οθωμανικό καθεστώς που είχε φτάσει ολοφάνερα στο ιστορικό του τέλος. Και για να κοπεί ο λώρος, το αποτελεσματικό μαχαίρι ήταν η πρόσληψη (ή και επιβολή) του δυτικού «παραδείγματος» – κατάλαβαν την παγκόσμια δυναμική του. Προσέλαβαν (δεν αντέγραψαν) θεσμούς, οργάνωση, συστήματα, ακόμα και τη λατινική γραφή της γλώσσας τους, την ευρωπαϊκή ενδυμασία, ήθη οικογενειακά και δημόσια.

Αλλά όχι σαν βλαχαδερά θαμπωμένα από τους «πρωτευουσιάνους». Η πρόσληψη της Δύσης σήμαινε για τους Τούρκους θελημένο, προγραμματικό εκσυγχρονισμό, όχι πιθηκισμό του «γυαλιστερότερου». Και ο πιο φανατικός Κεμαλιστής δεν διανοήθηκε ποτέ σαν σημαντικότερο το να είναι Ευρωπαίος παρά Τούρκος. Προσέλαβε και προσλαμβάνει τα επιτεύγματα της Δύσης για να εξασφαλίσει την ιστορική του συνέχεια και την κυριαρχική του επιβολή ως Τούρκος. Από το νηπιαγωγείο ώς το γηροκομείο ο Κεμαλισμός καλλιεργεί τη συνείδηση της υπεροχής του Τούρκου, τον εκσυγχρονισμό τον επέβαλε στην τουρκική κοινωνία για περισσότερη και αποτελεσματικότερη ισχύ του τουρκισμού.

Ο Κεμάλ ήταν ο τούρκος Κοραής, χωρίς τη μειονεξία του ξιπασμένου επαρχιώτη, ήταν ο τούρκος Βενιζέλος, χωρίς την υποταγή σε ό, τι έμοιαζε ιστορική νομοτέλεια. Χρειαζόταν τη Δύση για να γίνει καλύτερος Τούρκος, όχι γιατί του γυάλιζε να τον λογαριάζουν «Ευρωπαίο». Είχε περηφάνια ο Κεμάλ για την καταγωγή του και για την ιστορία του λαού του, δεν έστησε αερογέφυρα πάνω από εικοσιπέντε αιώνες για να φτάσει σε αρχαίους προγόνους που θαύμαζαν οι Ευρωπαίοι, κατασυκοφαντώντας το ιστορικό ενδιάμεσο που ενοχλούσε τους Ευρωπαίους.

Είναι κανόνας που βγαίνει από την ιστορική εμπειρία: Σε περίπτωση συνύπαρξης λαών (ή και γειτονίας) ο πολιτισμικά υπέρτερος αφομοιώνει τον πολιτισμικά υποδεέστερον. Αντικειμενικά κριτήρια υπεροχής ή υστέρησης δεν υπάρχουν, υπάρχουν λαοί που εμμένουν στην πολιτιστική τους παράδοση και λαοί που εύκολα την απεμπολούν. Εμμένουν, όταν βιώνουν ρεαλιστικά την παράδοσή τους και την πολιτιστική τους ιδιαιτερότητα ως πλουτισμό της ζωής, ποιότητα της ζωής. Την απεμπολούν, φυσιολογικά και αυτονόητα, όταν η «παράδοση» και ο «πολιτισμός» έχουν γίνει ιδεολόγημα, ρητορεία που συντηρεί ψυχολογικές ψευδαισθήσεις καύχησης.

Οι Έλληνες διέσωσαν την ελληνικότητά τους (γλώσσα, ιστορική συνείδηση, Τέχνη, μεταφυσική εμπειρικά βιωμένη) τέσσερις ολόκληρους αιώνες υπόδουλοι στους Τούρκους, γιατί ζούσαν την παράδοσή τους (ένσαρκη στη λαϊκή πράξη) ως απόσταση υπεροχής έναντι τόσο του Τούρκου όσο και του κατακτητή που προηγήθηκε: του Φράγκου. Διέσωσαν αυτή τη βιωματική ελληνικότητα, ώς το 1922, όσοι ελληνικοί πληθυσμοί είχαν μείνει έξω από τα σύνορα του ελλαδικού κράτους – οι Έλληνες της Μικρασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Αιγύπτου, της Κριμαίας. Αυτοί οι εκτός ελλαδικού κράτους Έλληνες δεν χρειάστηκαν κάποιον Κεμάλ ή κάποιον Κοραή να τους επιβάλει στανικά τον εκδυτικισμό τους ως αναγκαίο εκσυγχρονισμό ή ως υπεραναπλήρωση επαρχιωτικής μειονεξίας. Είχαν προσλάβει, φυσιολογικά και αυτονόητα τη Δύση, δίχως να θιγεί ή να αλλοιωθεί στο παραμικρό η καύχηση για την ελληνικότητά τους, η βεβαιότητα για τον πλουτισμό της ζωής και την ποιότητα ζωής που σήμαινε το να είναι Έλληνες.

Την καισαρική διαφορά στο ελλαδικό κράτος τη γέννησε ο ανεπαίσθητος αλλά μοιραίος καταλύτης: η μειονεξία. O εκδυτικισμός υπαγορεύτηκε από την επαρχιώτικη ξιπασιά του Κοραή και παγίδευσε κάθε παραμικρή πτυχή του κοινωνικού και κρατικού βίου στη μίμηση «των πεφωτισμένων και λελαμπρυσμένων της Εσπερίας εθνών». Και μίμηση σημαίνει να είσαι πάντοτε δεύτερος, πάντα καθυστερημένος και μειονεκτικός, αφού την οργάνωση της ζωής σου δεν τη γεννάνε οι ανάγκες σου, αλλά η αντιγραφή θεσμών και συστημάτων που γέννησαν άλλες κοινωνίες για τις δικές τους ανάγκες. Και συ λογαριάζεις αυταξία και πανάκεια τα ξένα γεννήματα.

Σήμερα, με το αδιαπραγμάτευτο «Μνημόνιο» και τα εκβιαστικά τελεσίγραφα των δανειστών μας, το σαδιστικό παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι πριν από κάθε «δόση» δανείου, με την Ελλάδα στιγματισμένη σαν λεπρή, στο έπακρο εξευτελισμένη σαν χώρα - κίνδυνος για τη διεθνή κοινότητα, είναι δύσκολο πια να αμφισβητήσει κανείς την ιστορική αποτυχία μας στον μεταπρατισμό, στον μιμητισμό, στον εκούσιο αφελληνισμό. Ένα κράτος διαλυμένο, αποσυντεθειμένο σε τόσα κομμάτια όσα τα εγωιστικά συμφέροντα που το νέμονται. Μοναδική «κοινωνική» αντίδραση η αλογία, η καταστροφική υστερία. Το μικρονοϊκό ρητορικό παραλήρημα (πάντοτε γραπτό) ενός πρωθυπουργού που ντρεπόμασταν να τον ακούμε και να τον βλέπουμε, η ανοχή της κυβέρνησής του στον πρωτοφανή εξευτελισμό. Η παιδαριωδία μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης ξελιγωμένης για επιστροφή στην εξουσία, έστω και σε κρανίου τόπο. Είναι πολύ ατιμωτικό ιστορικό τέλος για έναν λαό που σάρκωσε πρόταση πολιτισμού επί τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια.

Ακόμα και ένας έλληνας Κεμάλ είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να πετύχει, έστω και σε τρεις γενιές, κοινωνικό μετασχηματισμό ικανό να αναστήσει ελληνική δημιουργική ετερότητα.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Αύγ 14, 2014 11:40 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

-

TVXS Αφιέρωμα - Μεταπολίτευση


Τα θανάσιμα για τη δημοκρατία μεταπολιτευτικά αμαρτήματα



[…] το φαινόμενο της διαπλοκής του πολιτικού και οικονομικού βίου, δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων σαράντα μόνο χρόνων, αλλά δομική παθογένεια της σύστασης και λειτουργίας του ελληνικού κράτους. Αυτό που ίσως διαφοροποιείται κατά την Μεταπολίτευση και μπορεί να καταλογιστεί στα επιτεύγματα της μέσα από τη σωρεία λαθών της, είναι η μεγαλύτερη πρόσβαση στο τι σκανδαλώδες συμβαίνει, πίσω από τις κλειστές πόρτες των οβάλ γραφείων. Το tvxs.gr παρουσίαζει μερικά μόλις από τα μεγάλα «αμαρτήματα» τα οποία αποδείχτηκαν θανάσιμα για το κύρος της δημοκρατίας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Των Ελένης Μπέλλου και Φώτη Τάκου




Πριν το μεγάλο φαγοπότι

Τα σκάνδαλα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακολούθησαν όλους τους γαστριμαργικούς κανόνες . Κατ’ αυτόν τον τρόπο . τα πρώτα μικροσκάνδαλα ή σκάνδαλα στα οποία δεν δόθηκε η δέουσα σημασία λειτούργησαν ως ορεκτικό για την μετέπειτα υφαρπαγή ή κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, που ήταν το κυρίως πιάτο.

Έτσι την περίοδο 1981-1985 είχαμε την εμφάνιση των πρώτων μεταπολιτευτικών σκανδάλων. Συγκεκριμένα το πρώτο σκάνδαλο ήταν αυτό της κρατικής εταιρείας ΠΡΟΜΕΤ όπου εισήγαγε λαθραία καφέ, υπερτιμολογώντας στα 2000 δολάρια τον τόνο τη στιγμή που η επίσημη τιμή εισαγωγής ήταν 1500 δολάρια. Επίσης η ίδια εταιρεία αγόρασε από φιλανδική εταιρεία εξαγωγών ξυλείας ποσότητες καυσόξυλων έναντι του εξωφρενικού τότε ποσού των 250 εκατομμυρίων δραχμών, οι οποίες κρίθηκαν ακατάλληλες από τους Έλληνες ξυλουργούς και τελικά, βρέθηκαν να σαπίζουν στο λιμάνι της Ελευσίνας.

Επόμενο σκάνδαλο ήταν αυτό των Αγροτικών Εξαγωγών (ΑΓΡΕΞ), μια σειρά από κομπίνες και υπεξαιρέσεις στον εν λόγω οργανισμό . Στο γαϊτανάκι τον πρώτων σκανδάλων ενεπλάκη και η ΠΥΡΚΑΛ με την αγορά του άχρηστου ναυπηγείου πλαστικών σκαφών στο Λαύριο έναντι του ποσού των 370 εκατομμυρίων δραχμών καθώς και ότι την ίδια περίοδο πωλούσε οβίδες στον ιρακινό στρατό στην τιμή των 112 δολαρίων την οβίδα ενώ στον ελληνικό στρατό 201 δολάρια την οβίδα. Επόμενος σταθμός ήταν το σκάνδαλο εις βάρος της ΕΤΒΑ και δύο θυγατρικών ναυτιλιακών εταιρειών της (ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων δραχμών) με την αγορά πλοίων από δύο άγνωστες κυπριακές εταιρείες φαντάσματα, οι οποίες εμφανίζονταν χωρίς κεφάλαια και χωρίς μετόχους.

Χαρακτηριστική περίπτωση σκανδάλου ήταν η περίπτωση του τότε διοικητή της ΔΕΗ , Δημήτρη Μαυράκη, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι πήρε προμήθεια από ανάθεση έργου της ΔΕΗ ύψους 500 εκατομμυρίων δραχμών. Ιστορική θα μείνει η «επίπληξη» του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος είπε: « Είπαμε να κάνουμε δώρα στους εαυτούς, αλλά όχι και 500 εκατομμύρια». Ο Μαυράκης θα βρεθεί και πάλι στην επικαιρότητα με τη συμφωνία για αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από την Αλβανία, προκαλώντας ζημιά 120 εκατομμυρίων δρχ. στη ΔΕΗ. Ωστόσο και για τις δύο υποθέσεις υπήρξε απαλλακτικό βούλευμα.




Ο πρώτος διδάξας των παρακολουθήσεων

Η χρονική περίοδος 1981-1989 σημαδεύτηκε και από μία σειρά σκανδάλων συγκεκριμένου χαρακτήρα, αυτού των τηλεφωνικών υποκλοπών πολιτικών προσώπων. Πολιτικοί, πρώην στρατιωτικοί, υπάλληλοι της ΚΥΠ και του ΟΤΕ ενεπλάκησαν σε αρκετές υποθέσεις παρακολουθήσεων πολώνοντας αρκετά το κλίμα της εποχής. Η αρχή έγινε με το σκάνδαλο Τόμπρα το οποίο ήρθε στο φως της δημοσιότητας στα μέσα της δεκαετίας του '80.

Ο Θεοφάνης Τόμπρας υπήρξε λοχαγός Διαβιβάσεων και προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων και αρχηγών κομμάτων την περίοδο 1981-1989. Το 1981 τοποθετήθηκε υποδιοικητής του ΟΤΕ, ενώ τον Φεβρουάριο του 1984 έγινε διοικητής. Το 1987, ο τίτλος του άλλαξε και έγινε γενικός διευθυντής. Υπήρξε στενός φίλος του επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη καθώς και των δημοσιογράφων Νίκου Κακαουνάκη και Μάκη Κουρή.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές «διευκολύνσεις» προς τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Συγκεκριμένα στην εφημερίδα της εποχής το «Καλάμι» (εκδότης Ν. Κακαουνάκης) είχαν δημοσιευτεί αρκετές φορές κασέτες που περιείχαν ιδιωτικές συνομιλίες ηγετών της ΝΔ, με αποτέλεσμα το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας να καταγγείλλει τον Τόμπρα ως πηγή αυτών των κασετών. Επίσης την περίοδο της διοίκησής του στον ΟΤΕ παραχωρήθηκε έναντι μικρού ποσού ο πύργος του Οργανισμού στη Θεσσαλονίκη στον Γιώργο Κουρή για τη χρήση του ράδιο Θεσσαλονίκη , στο οποίο συμμετείχε τότε ο εκδότης.

Επί της ουσίας ο Θ. Τόμπρας υπήρξε το μάτι και κυρίως το αυτί του Α. Παπανδρέου μέσω της μαζικής παρακολούθησης τηλεφώνων, δημιουργώντας μία ομάδα τεχνικών με βαθύτατη γνώση των υποκλοπών, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε ο Χρήστος Μαυρίκης, το όνομα του οποίου εμπλέκεται σε μετέπειτα σκάνδαλα. Μετά την πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το καλοκαίρι του 1989, ο Τόμπρας κατηγορήθηκε για τις καταθέσεις του ΟΤΕ στην Τράπεζα Κρήτης (μέρος του σκανδάλου Κοσκωτά) καθώς και για παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα ο ίδιος ο Τόμπρας άφηνε να εννοηθεί ότι είναι πιθανόν να διαρρεύσει αρκετές συνομιλίες τόσο στον Τύπο όσο και σε κασέτες που θα πωλούνταν στην Ομόνοια. Για την πρώτη υπόθεση αθωώθηκε, ενώ η δεύτερη δεν έφτασε ποτέ στη Δικαιοσύνη επειδή η Βουλή ανέστειλε τη δίωξη μετά την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση Κοσκωτά και την αλλαγή του πολιτικού κλίματος τον Ιανουάριο του 1992.

Λίγο πριν αποχωρήσει από την διοίκηση του ΟΤΕ, ο Τόμπρας υπέγραψε μία μεγάλη σύμβαση με την εταιρεία Siemens για την ψηφιοποίηση των τηλεφώνων, μία σύμβαση από την οποία δεν μπορούσε εύκολα να απαλλαγεί η μετέπειτα οικουμενική κυβέρνηση και μέρος της οποίας δόθηκε στην εταιρεία Intracom του Σωκράτη Κόκκαλη. Η συμφωνία αυτή, με απευθείας ανάθεση, αφορούσε 470.000 ψηφιακές παροχές αξίας 32,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινούσε και ο σφιχτός επιχειρηματικός εναγκαλισμός της Siemens, της Intracom και του ΟΤΕ.




Ο Κοσκωτάς και το βρώμικο '89

Το σκάνδαλο Κοσκωτά αποτέλεσε την κορωνίδα των σκανδάλων των δεκαετιών του '80 και του '90. Ήταν ένα οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο στο οποίο ενεπλάκησαν εξέχοντα κυβερνητικά στελέχη και ο πρωθυπουργός της χώρας και έφερε στην επιφάνεια τις πολιτικές συγκρούσεις για τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των ΜΜΕ. Η χρονική του περίοδος καλύπτει αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης για πρώτη φορά στην Ελλάδα και μία σημαντική δολοφονία πολιτικού προσώπου, αυτή του Παύλου Μπακογιάννη.

Ο Γιώργος Κοσκωτάς μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1970 και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1979, όπου εργάστηκε ως διευθυντής συναλλάγματος στην τράπεζα Κρήτης. Το 1984 αγόρασε το 56% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης (αργότερα έφτασε να κατέχει το 82%), έναντι του ποσού του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών. Την ίδια περίοδο αγοράζει αρκετές εφημερίδες όπως η Βραδυνή, η Εβδόμη και η Καθημερινή, δημιουργώντας έναν εκδοτικό κολοσσό, ενώ προσπάθησε να αγοράσει και την Ελευθεροτυπία. Το 1987 αγοράζει και την ΠΑΕ Ολυμπιακός. Στο πρόσωπο του Κοσκωτά, ο Α. Παπανδρέου έβλεπε ακριβώς εκείνον τον επιχειρηματία, μέσω του οποίου θα μπορούσε να ελέγξει καλύτερα το τραπεζικό σύστημα της χώρας αλλά και να πιέσει καλύτερα τα ισχυρά εκδοτικά «τζάκια» της εποχής.

Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άργησε να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον ραγδαία ανερχόμενο επιχειρηματία. Οι καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης αυξήθηκαν κατακόρυφα με χρήματα των ΔΕΚΟ (συνολικού ύψους 13 δισεκατομμυρίων το 1988), ενώ πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι του ελληνικού δημοσίου ήταν και επίσημοι συνεργάτες του. Στο μεταξύ οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που εξασφάλιζε για τους πελάτες του, διόγκωσαν τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης στα 76,5 δισεκατομμύρια δραχμές. Οι εκδότες των υπόλοιπων μεγάλων ελληνικών εφημερίδων νιώθοντας τεράστια απειλή από τον Γιώργο Κοσκωτά, ξεσηκώθηκαν εναντίον του και άρχισαν να καταγγέλουν ότι τα χρήματα που αφειδώς ξόδευε ήταν προϊόν ύποπτων συναλλαγών.

Τον Οκτώβριο του 1987 άρχισαν να έρχονται στο φως αποκαλύψεις για το παρελθόν του Κοσκωτά όπως πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος, κ.α.
Παρά τις καταγγελίες, η κυβέρνηση αρνείτο να κινήσει διαδικασίες για φορολογικό έλεγχο. Τον Ιούλιο του 1988 διατάχθηκε, με εισαγγελική παρέμβαση, τοποθέτηση προσωρινού επιτρόπου και άρση τραπεζικού απορρήτου στην τράπεζα Κρήτης, προκειμένου να διεξαχθεί η έρευνα.
Όμως ένα μήνα αργότερα, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Μένιος Κουτσόγιωργας έφερε τροπολογία στη Βουλή, η οποία άφηνε προνομιακά περιθώρια στον υπό εξέταση επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά. Επρόκειτο για τον αποκαλούμενο «Κουτσονόμο» (Νόμος 1806/1988), για τον οποίο όπως τεκμηριωμένα αποκαλύφθηκε αργότερα, το αντάλλαγμα ήταν η κατάθεση 2 εκατομμυρίων δολαρίων στο όνομα του Μένιου Κουτσόγιωργα σε ελβετική τράπεζα.
Παρόλαυτά, το δικαστικό πόρισμα αποκάλυψε ότι ο Κοσκωτάς είχε προχωρήσει σε υπεξαίρεση κεφαλαίων από την τράπεζα Κρήτης ύψους 33,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Ο επιχειρηματίας διέφυγε στο εξωτερικό και συνελήφθη αργότερα από τις αμερικανικές αρχές.

Τον Ιούλιο του 1989 η Βουλή αποφάσισε τη σύσταση ειδικής προανακριτικής επιτροπής προκειμένου να διαπιστωθεί η ενοχή ή μη των Ανδρέα Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Γιώργου Πέτσου και Παναγιώτη Ρουμελιώτη, ενώ τον Σεπτέμβριου του ιδίου έτους η βουλή αποφάσισε μετά από μυστική ψηφοφορία την παραπομπή και των 5 πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο με κατηγορίες για παθητική δωροδοκία, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, απιστία περί την υπηρεσία.
Η δίκη ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1991 στην οποία δεν παρέστη ο Ανδρέας Παπανδρέου, ενώ ο Παναγιωτής Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε λόγω μη άρσης της ασυλίας του από την Ευρωβουλή. Τον Απρίλιο του 1991 και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, απεβίωσε ο Μένιος Κουτσόγιωργας ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο.
Τον Ιανουάριο του 1992 εξεδόθη η απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε με ψήφους 7 προς 6. Ο Δ. Τσοβόλας κρίθηκε ένοχος με ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών αλλά εξαγοράσιμη και τριετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ ο Γ. Πέτσος κρίθηκε ένοχος με ποινή φυλάκισης 10 μηνών με αναστολή και τριετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.




Το καλαμπόκι που πήρε ελληνική ιθαγένεια

Το καλοκαίρι του 1989 και ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχανε την εξουσία εξαιτίας της κορύφωσης της υπόθεσης Κοσκωτά, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βουλή το σκάνδαλο της ελληνοποίησης γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού. Η υπόθεση αυτή μαζί με την υπόθεση Κοσκωτά και τις υποκλοπές Τόμπρα αποτέλεσε την τριάδα σκανδάλων που άφησαν εποχή την περίοδο 1981-1989.

Το επονομαζόμενο «σκάνδαλο του καλαμποκιού» αφορούσε την λαθραία εισαγωγή εκατοντάδων τόνων γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού από την ελληνική κρατική εταιρεία ITCO και τη μετέπειτα πώλησή του σε χώρες της Ευρωπαϊκής κοινότητας ως ελληνικό. Στόχος της κομπίνας των στελεχών του υπουργείου Οικονομικών ήταν να εμφανιστεί η Ελλάδα με μεγαλύτερη παραγωγή, ώστε να εισπράξει περισσότερες κοινοτικές επιδοτήσεις. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Κομισιόν να παραπέμψει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο αιτούμενη επιστροφές ύψους 400 εκατομμυρίων δραχμών. Αξίζει να αναφερθεί πως τα κέρδη ξεπερνούσαν το 1,5 εκατ. δολάρια , ενώ στα επίσημα παραστατικά το ποσό δεν ξεπερνούσε τις 1 εκατ. δραχμές.

Κύριος κατηγορούμενος υπήρξε ο τότε υφυπουργός Οικονομικών, Νικόλαος Αθανασόπουλος, ο οποίος δικάστηκε το 1990 (ηθική αυτουργία σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, χρήση πλαστού εγγράφου, απλή συνέργεια σε νόθευση βιβλίων απόπλου-κατάπλου λιμεναρχείου Καβάλας) και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών. Στις φυλακές Κορυδαλλού παρέμεινε επί 19 μήνες και αποφυλακίστηκε ενώ η Βουλή τον Ιανουάριο του 1994 προχώρησε σε άρση της καταδίκης. Επίσης ο Ν. Αθανασόπουλος ήταν το μοναδικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1981-89 που οδηγήθηκε στη φυλακή. Άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι το 1990, παρόλο που βρισκόταν υπό κράτηση στις φυλακές Κορυδαλλού εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ και στις εκλογές του 1993 εξελέγη πανηγυρικά βουλευτής της Β' Αθηνών.




Το δεύτερο κρούσμα υποκλοπών

Η υπόθεση Μαυρίκη αποτέλεσε το δεύτερο κατά χρονολογική σειρά σκάνδαλο με αντικείμενο τηλεφωνικές συνομιλίες δημοσίων προσώπων που κυριαρχούσαν μετά το 1989 και συνέβαλαν στην έντονη πολιτική αστάθεια και την πόλωση εκείνης της περιόδου. Μετά την απόφαση της Βουλής για αναστολή της δίωξης του Α. Παπανδρέου τον Μάιο του 1992, όλα έδειχναν ότι το πολιτικό κλίμα της πόλωσης οδηγείτο σιγά σιγά σε εξομάλυνση. Όμως τον Απρίλιο του 1993 ο υπάλληλος του ΟΤΕ, Χρήστος Μαυρίκης, καταγγέλλει ότι διενεργούσε υποκλοπές κατ' εντολή του στρατηγού Ν. Γρυλλάκη, στενού συνεργάτη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Ο Μαυρίκης, και ενώ έχει προηγηθεί η δημοσίευση στον Τύπο, εμφανίζεται με πλήθος κασετών τηλεφωνικών υποκλοπών πολιτικών προσώπων κυρίως του ΠΑΣΟΚ -ανάμεσά τους και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ο ίδιος ο υπάλληλος του ΟΤΕ, σε τηλεοπτικές εμφανίσεις δήλωνε ότι το περιεχόμενο των συνομιλιών τον διασκέδαζε, εκβιάζοντας έτσι εμμέσως αρκετά πρόσωπα, τα οποία γνώριζαν πλέον ότι παρακολουθούνταν.

Τον Μάιο του 1993 συγκροτήθηκε επιτροπή για τη διερεύνηση των καταγγελιών του Χρήστου Μαυρίκη σε βάρος του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για τις τηλεφωνικές υποκλοπές. Στο στόχαστρο μπαίνουν αυτή τη φορά ο τότε πρωθυπουργός και η κόρη του, Ντόρα Μπακογιάννη. Τον Ιούλιο του 1993, δώδεκα βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, των οποίων οι συνομιλίες παρακολουθούνταν, υποβάλλουν μηνυτήρια αναφορά και το πόρισμα των ανακριτών δημοσιεύεται τον Δεκέμβριο του 1993, ενώ η Ν.Δ. έχει ήδη απολέσει την εξουσία. Τον Ιανουάριο του 1994 οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Ντόρα Μπακογιάννη παραπέμπονται σε προανακριτική επιτροπή. Μετά το πόρισμα της προανακριτικής ακολούθησαν οι παραπομπές στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Στις 16 Ιουνίου 1994, η Βουλή παρέπεμψε ως «υποκλοπέα» μόνο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, χωρίς τους πιθανούς συνενόχους του για πέντε αδικήματα με 164 υπέρ, 6 κατά και 5 «παρών», αλλά με απόντες τους βουλευτές της Ν.Δ. Τον Νοέμβριο του 1994, το δικαστήριο παραπέμπει τα μη πολιτικά πρόσωπα και στις 16 Ιανουαρίου 1995, ο Α. Παπανδρέου ζητεί από τη Βουλή την αναστολή των ποινικών διώξεων. Ο τότε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Μ. Εβερτ ζητά να προχωρήσουν οι διαδικασίες για να μη δοθεί η εντύπωση του συμψηφισμού. Τα αποτελέσματα της μυστικής ψηφοφορίας οδηγούν στην αναστολή των διώξεων του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των συνεργατών του.




Οι αγορές του αιώνα

Διακρατικές ισορροπίες, πολιτικές σκοπιμότητες και ανεξέλεγκτη ροή μαύρου χρήματος κρύβεται πίσω από τα εξοπλιστικά προγράμματα της περιόδου της Μεταπολίτευσης, για την υλοποίηση των οποίων καλλιεργήθηκε στο πέρας όλων αυτών των χρόνων η υστερία μιας ασύμμετρης απειλής που νομιμοποιούσε την κατασπατάληση των κρατικών πόρων. Είναι χαρακτηριστικό σύμφωνα με στοιχεία του ΝΑΤΟ, ότι η Ελλάδα διαθέτει -σε αναλογία με τον πληθυσμό της- τις μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις της Ευρώπης, ενώ καμία άλλη χώρα στην Ευρώπη δεν επενδύει τόσα πολλά χρήματα στην αγορά όπλων.

Η «αγορά του αιώνα», όπως χαρακτηρίστηκε το 1985 η συμφωνία για προμήθεια 40 γαλλικών αεροσκαφών Mirage 2000 και 40 αμερικάνικων F-16, ήταν μόνο η αρχή για το μεγάλο φαγοπότι. Το κόστος της προμήθειας των νέων αεροσκαφών που παραδόθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση και τεχνικά προβλήματα υπολογίζεται γύρω στα 2,5 δις δολάρια, ωστόσο το ακριβές ποσό παραμένει αδιευκρίνιστο μέχρι και σήμερα. Για να καταλάβει κανείς την υπερκοστολόγηση της αγοράς, αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο η Τουρκία είχε συμφωνήσει για την αγορά 160 αεροσκαφών F-16 έναντι του ποσού των 4,2 δις δολαρίων. Σημαντική παράπλευρη απώλεια ήταν η μη επίτευξη ικανοποιητικής συμφωνίας που θα δημιουργούσε μια εύρωστη μονάδα συμπαραγωγής μεταξύ των προμηθευτριών χωρών και της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας, που τελικά οδήγησε και στον παραγωγικό μαρασμό της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των πρακτικών που ακολουθήθηκαν τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν η υπευθυνότητα με την οποία καταρτίστηκε το εξοπλιστικό πρόγραμμα, όταν το 1996 -χρονιά που εκδηλώθηκε και η κρίση στα Ίμια - υπουργός Εθνικής Άμυνας ανέλαβε ο Άκης Τσοζατζόπουλος, ο οποίος καταδικάστηκε το 2013 ως υπεύθυνος για μίζες αστρονομικών ποσών και κατέληξε στον Κορυδαλλό. Την επομένη της ανάληψης των καθηκόντων του, ο άλλοτε ισχυρός άνδρας του ΠΑΣΟΚ κάλεσε στο γραφείο του τα στελέχη του υπουργείου, ζητώντας τους να καταρτίσουν εξοπλιστικό πρόγραμμα της τάξεως των 4,3 τρισ. δρχ. εντός 15 ημερών. Όταν εκείνοι έκπληκτοι του είπαν ότι για κάτι τέτοιο θα χρειάζονταν μελέτη τουλάχιστον 3 ετών, ο τότε υπουργός τους απάντησε ότι όποιος δεν μπορεί να έχει το πρόγραμμα μέσα σε 15 μέρες, μπορεί να πάει σπίτι του! Για να υλοποιηθεί το πρόγραμμα ανάθεσης ιδρύθηκε ένα ειδικό γραφείο εξοπλισμών και προμηθειών, τη διεύθυνση του οποίου ανέλαβε ο γνωστός και μη εξαιρετέος πια, Ι. Σμπώκος, που καταδικάστηκε μαζί με τον Α. Τσοχατζόπουλο.

Η καταδίκη του τελευταίου έχει ανοίξει τον ασκό του Αιόλου, καταδεικνύοντας τη ροή μαύρου χρήματος σε εγχωρία και όχι μόνο πολιτικά πρόσωπα, υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους, χρηματισμό αξιωματούχων του στρατού αλλά και μεγαλοστελεχών των προμηθευτριών και των ανταγωνιστικών εταιρειών, που πρωταγωνίστησαν στις κάτω από το τραπέζι συμφωνίες για προμήθεια εξοπλισμών ύψους μαμούθ, που έγιναν την περίοδο 1999-2002. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των 4 γερμανικών υποβρύχιων τύπου S214 της γερμανικών συμφερόντων εταιρείας HDW, που συμφωνήθηκε να αγοραστούν το 2001 υπό το πρίσμα της αυξημένης έντασης στις σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας, με περίπου 55 εκατ. ευρώ να φέρονται να «ακολούθησαν» ύποπτες διαδρομές για να επιλεχθεί η συγκεκριμένη εταιρία η οποία κατείχε και τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, αν και Ισπανία και Σουηδία είχαν πιο ανταγωνιστικές προσφορές.

Όταν η κατασκευάστρια εταιρία, παρέδωσε το πρώτο υποβρύχιο, εκείνο διαπιστώθηκε ότι .. έγερνε με αποτέλεσμα η ελληνική κυβέρνηση να μη δεχτεί να το παραλάβει, ενώ σε έλεγχο του ΣΔΟΕ την ίδια εποχή διαπιστώθηκαν πλαστά τιμολόγια, που σε συνδυασμό με τις ρήτρες για τις καθυστερήσεις παράδοση των υποβρυχίων καθώς και τις κατασκευαστικές αστοχίες, κατέστησαν την HDW χρεωμένη στο δημόσιο με περίπου 1 δις ευρώ.
Με νόμο του 2010 όμως, στον οποίο εμπλέκεται ο αντιπρόεδρος της τωρινής κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος τα χρέη της γερμανικής εταιρείας διαγράφτηκαν και σαν να μην έφτανε αυτό, με την πρόφαση της διάσωσης των εργαζομένων των ναυπηγείων, αγοράστηκαν δύο ακόμα νέα υποβρύχια 500 εκ., για τα οποία δόθηκε ως προκαταβολή ολόκληρο το ποσό.





Όταν η φούσκα του χρηματιστηρίου έσκασε

Το 1999 αποτελεί σταθμό χρονιά στην ιστορία της Μεταπολίτευσης, καθώς συντελέστηκε η μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου, με τη συναίνεση μάλιστα αυτών που τον έχασαν. Όπως σήμερα ξεφυτρώνουν παντού ενεχυροδανειστήρια, έτσι στα τέλη της δεκαετίας του'90, ακόμη και στα πιο μικρά χωριά θα έβρισκε κανείς ΕΛΔΕ, όπου θα μπορούσε να αγοράσει και να πουλήσει μετοχές. Το 1996 άλλωστε, στην προεκλογική του εκστρατεία το ΠΑΣΟΚ προπαγάνδιζε την εντυπωσιακή άνοδο του γενικού δείκτη τιμών, προτρέποντας τους Έλληνες να επενδύσουν τις οικονομίες τους στην χρηματιστηριακή αγορά. Το χρηματιστήριο μετατράπηκε σε καζίνο, και όπως συμβαίνει συχνά στον τζόγο, κάποια παιχνίδια είναι στημένα και το κραχ αναπόφευκτο.

Όταν οι μετοχές φούσκες έσκασαν, οι λογαριασμοί με τους κόπους μιας ζωής των μικρομεσαίων επενδυτών ξεφούσκωσαν απότομα. Καπνός μαζί με τα χρήματα των μικροεπενδυτών έγιναν και τα αποθεματικά ασφαλιστικών ταμείων που θυσιάστηκαν στο βωμό του χρηματιστηρίου. Για την υπόθεση εκδόθηκε βούλευμα 836 σελίδων με το οποίο παραπέμφηκαν 42 χρηματιστές, επενδυτές, επιχειρηματίες και μεγαλοστελέχη επιχειρήσεων στη Δικαιοσύνη, κατηγορούμενοι σε βαθμό κακουργήματος. Πιο συγκεκριμένα, στο βούλευμα γινόταν λόγος για τεχνητή αύξηση της αξίας των επίμαχων μετοχών, διαπιστώνονταν σοβαρότατες αδυναμίες στην οργάνωση των χρηματιστηριακών εταιρειών, αλλά κυρίως και στο ζήτημα του εσωτερικού τους ελέγχου, ενώ στοιχειοθετούνταν και ψευδείς ανακοινώσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών με τιμές διαφορετικές από τις ανακοινωθείσες στο επενδυτικό κοινό, με αποτέλεσμα να δημιουργείται παραπλανητική εικόνα για την πορεία των μετοχών, την τιμή και την εμπορευσιμότητά τους.

Το 2013 το οικονομικό σκάνδαλο μετατράπηκε σε δικαστικό, καθώς η Δικαιοσύνη έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται απάτη και απήλλαξε τους 42 κατηγορούμενους. Πρόσφατα ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαρ. Βουρλιώτης άσκησε αναίρεση κατά της αθωωτικής απόφασης, κρίνοντας εσφαλμένο το σκεπτικό της. Αν το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου υιοθετήσει την πρόταση του Χ. Βουρλιώτη, η απαλλακτική απόφαση θα ανατραπεί και οι εμπλεκόμενοι θα οδηγηθούν όλοι σε νέα δίκη. Αν πάλι απορριφθεί, η υπόθεση θα μπει οριστικά και αμετάκλητα στο χρονοντούλαπο της μεταπολιτευτικής ιστορίας.




Τα σαράντα κύματα του Κτηματολογίου

Αν το δημοτικό τραγούδι του γεφυριού της Άρτας είχε σύγχρονη αντιπαραβολή σίγουρα αυτή θα ήταν η υπόθεση του εθνικού κτηματολογίου. Το 1996 ο τότε υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Κώστας Λαλιώτης κήρυσσε την έναρξη κατάρτισης εθνικού κτηματολογίου δηλώνοντας πως αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα έργα του κράτους, αφού σύμφωνα πάντα με δηλώσεις του, τα μόνα ευρωπαϊκά κράτη που δεν είχαν κτηματολόγιο ήταν η Ελλάδα και η Αλβανία. Σήμερα, ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια, η Αλβανία έχει αποκτήσει εθνικό κτηματολόγιο ενώ η Ελλάδα όχι. Σκοπός της δημιουργίας κτηματολογίου ήταν να καθοριστεί και να οριοθετηθεί η δασική έκταση, η δημόσια και η ιδιωτική περιουσία, ούτως ώστε να γνωρίζει το κράτος ποια και σε τι έκταση βρίσκεται η δημόσια περιουσία.

Για την επίτευξη του σκοπού αυτού δημιουργήθηκε η κρατική εταιρεία Κτηματολόγιο Α.Ε και το έργο χρηματοδοτήθηκε επί το πλείστον από την Ε.Ε. Η Κτηματολόγιο Α.Ε ανέθεσε τα επί μέρους έργα στις κατά τόπους τοπογραφικές και μηχανογραφικές υπηρεσίες. Ωστόσο, με την έναρξη της σύνταξης του κτηματολογίου, παρατηρήθηκε το φαινόμενο αρκετοί δασάρχες (κυρίως στην περιοχή της Αττικής) να αποχαρακτηρίζουν αρκετές δασικές εκτάσεις με βάση παλαιότερες χαρτογραφήσεις.

Το 2001 η Κομισιόν μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Πολιτικής, θέτει θέμα ακύρωσης του προγράμματος χρηματοδότησης του εθνικού κτηματολογίου. Στην επιστολή που κοινοποίησε στα αρμόδια υπουργεία αναφέρει ότι υπάρχει σημαντική απόκλιση ανάμεσα στις αναμενόμενες και στις υλοποιούμενες εργασίες στο πρόγραμμα του Εθνικού Κτηματολογίου, ότι δεν υπάρχει κανένας ορατός χρονικός ορίζοντας για την ολοκλήρωσή του και τέλος ότι ο προϋπολογισμός του έχει εντελώς εκτροχιαστεί από τις αρχικές προβλέψεις. Η επιστολή επισήμαινε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία είχε υλοποιηθεί μόλις το 21% του προγραμματισμένου έργου, ενώ έχει απορροφηθεί το 83% των συνολικών πόρων χρηματοδότησης του έργου.

Ο τότε αρμόδιος επίτροπος Μισέλ Μπαρνιέ επισήμανε πως για την επίτευξη του έργου είχε δοθεί κοινοτική ενίσχυση (μέσω του Β’ ΚΠΣ) ύψους 36 δις δρχ. και ενώ ο αρχικός στόχος ήταν, έως το τέλος του 2001 να ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση 28.200 τ.χλμ., το οποίο απείχε κατά πολύ από τα στοιχεία του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η όλη κατάσταση είχε ως αποτέλεσμα την επέμβαση της Δικαιοσύνης με τον εισαγγελέα Γ. Γεράκη να ασκεί διώξεις και να απαγγέλλονται κατηγορίες για κακούργημα της απιστίας περί την υπηρεσία στα μέλη του Δ.Σ της Κτηματολόγιο Α.Ε, το οποίο ζημίωσε το ελληνικό δημόσιο κατά 50 εκατομμύρια δραχμές. Ο πολιτικός προϊστάμενος της εταιρείας, Κώστας Λαλιώτης έκανε λόγο για υποκινούμενες διώξεις από πλευράς Νέας Δημοκρατίας . Το 2003 ο Λαλιώτης απομακρύνεται από το υπουργείο και αναλαμβάνει η Β. Παπανδρέου σε μια προσπάθεια να αντιστρέψει το κλίμα που είχε δημιουργηθεί στους κόλπους της ΕΕ.

Έκτοτε και άλλοι υπουργοί ανέλαβαν, ήρθαν και άλλες κυβερνήσεις αλλά το έργο κατάρτισης εθνικού κτηματολογίου περνώντας από σαράντα κύματα δεν έχει ολοκληρωθεί. Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατεί σήμερα είναι ότι το ΥΠΕΚΑ και η Κτηματολόγιο Α.Ε σε μια προσπάθεια να μην υποστούν κυρώσεις από την τρόικα, προκειμένου να δείξουν έργο, προχωρούν για πρώτη φορά στην ιστορία του έργου στην κτηματογράφηση περίπου 60.000.000 στρεμμάτων σε 29 νομούς της χώρας, χωρίς να υπάρχουν δασικοί χάρτες και χωρίς να έχουν προκηρύξει μελέτες για τη σύνταξή τους. Επίσης αξίζει, για την κατανόηση της κατάστασης, να παρατεθούν τα παρακάτω στοιχεία:

• 18% των δικαιωμάτων της χώρας έχουν κτηματογραφηθεί σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την έναρξη του κτηματολογίου
• 40% των δικαιωμάτων της χώρας βρίσκονται σε διαδικασία κτηματογράφησης από το 2008 χωρίς ακόμα να έχουν ολοκληρωθεί
• 65% της έκτασης της χώρας θα πρέπει να κτηματογραφηθεί μέσα στα επόμενα έξι χρόνια
• 384 εκατομμύρια ευρώ έχουν διατεθεί από το 1995 για τη σύνταξη του κτηματολογίου
• 800 εκατομμύρια ευρώ θα απαιτηθούν για την προκήρυξη και υλοποίηση των υπόλοιπων προγραμμάτων για το σύνολο των δικαιωμάτων της χώρας




Η εκκαθάριση της ΕΤΒΑ Finance

Τον Ιανουάριο του 2002 ξέσπασε το σκάνδαλο της ΕΤΒΑ Finance, στο οποίο συμμετείχαν ανώτερα στελέχη της εταιρείας και προχωρούσαν στην παράνομη τοποθέτηση κεφαλαίων της ΕΤΒΑ Finance, προκαλώντας ζημίες τόσο στην τράπεζα όσο και στο ελληνικό δημόσιο. Η υπόθεση αυτή έγινε γνωστή σε ένα κρίσιμο χρονικό σημείο καθώς τις επικείμενες ημέρες αναμενόταν να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των μετοχών της μητρικής τράπεζας στην τράπεζα Πειραιώς.

Η ΕΤΒΑ Finance είχε αναλάβει τις εκκαθαρίσεις των εταιρειών που ανήκαν στον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (ΟΑΕ). Τα χρηματικά ποσά που εισέπραττε η τράπεζα από τις εκκαθαρίσεις αντί να επενδύονταν σε ρέπος ή ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου (σύμφωνα με τη νομοθεσία) μέσω της Eurobank, κατατίθονταν σε τραπεζικό λογαριασμό φυσικού προσώπου και μετέπειτα επενδύονταν παρανόμως στο Χρηματιστήριο, από την ΕΛΔΕ Europrofit. Συγκεκριμένα η διαδικασία είχε ως εξής : Εκδίδονταν επιταγές των προς κατάθεση ποσών σε όνομα φυσικού προσώπου που εμφανιζόταν ως υπάλληλος της Εurobank, με σκοπό την κατάθεση της επιταγής στην τράπεζα. Μετά την κατάθεση, λάμβανε αποδεικτικό το οποίο παρέδιδε στην ΕΤΒΑ Finance. Όπως όμως αποκαλύφθηκε από την έρευνα, το πιστοποιητικό αυτό ήταν πλαστό. Στην πραγματικότητα, τα διαθέσιμα κατετίθεντο σε λογαριασμό τρίτου προσώπου που διατηρούσε κωδικό σε χρηματιστηριακή εταιρεία. Τα χρήματα αυτά δεν κατετίθεντο, όπως θα έπρεπε, στο όνομα της ΕΤΒΑ Finance.

Η υπεξαίρεση των χρημάτων αφορούσε την περίοδο του Σεπτεμβρίου του 1996 έως τον Ιανουάριο του 2002 και υπολογίζεται στο ποσό των 10 δις δραχμών. Το 2008 με τελεσίδικη απόφαση της Δικαιοσύνης καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη ο Σπ. Στεφανάτος, πρώην γενικός διευθυντής και διευθύνων της ΕΤΒΑ Finance, η Γ. Σμπαρούνη, πρώην υποδιευθύντρια και επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών, καθώς και ο Δημ. Φραγκοδημητρόπουλος, πρώην υπεύθυνος του λογιστηρίου. Επίσης ο ιδιώτης Δημ. Καμπανέλλης καταδικάστηκε σε κάθειρξη 10 ετών ενώ ένας εκ των βασικών κατηγορουμένων της υπόθεσης, ιδρυτής της ΕΛΔΕ Europrofit, Γεώργιος Δημητριάδης είναι μέχρι σήμερα φυγόδικος.


-


Έχει επεξεργασθεί απο τον/την antanion στις Πεμ Αύγ 21, 2014 6:28 pm, επεξεργάσθηκε 4 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Αύγ 14, 2014 11:52 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

-

Τα θανάσιμα για τη δημοκρατία μεταπολιτευτικά αμαρτήματα

( συνέχεια... )



Ένας Πάχτας, δυο σκάνδαλα

Το εν λόγω σκάνδαλο που αφορά σε δύο διαφορετικές υποθέσεις, πήρε την ονομασία του από τον τότε υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας, Χρήστο Πάχτα. Η πρώτη υπόθεση αφορούσε το σκάνδαλο αγοράς και μεταπώλησης των μεταλλείων Κασσάνδρας και η δεύτερη υπόθεση αφορούσε την εισαγωγή τροπολογίας στο πλαίσιο αναπτυξιακού νόμου, με την οποίο η εταιρεία στην οποία ανήκει το Πόρτο Καρράς θα μπορούσε να οικοδομήσει σε δασική έκταση στη Σιθωνία Χαλκιδικής.

Στις 12 Δεκεμβρίου 2003 το Ελληνικό Δημόσιο αγόρασε τα μεταλλεία Κασσάνδρας από την εταιρία TVX Hellas (θυγατρική της πολυεθνικής Kinross) έναντι 11 εκατ. ευρώ. Την ίδια ημέρα το Ελληνικό Δημόσιο μεταπώλησε στην ίδια τιμή (11 εκατ. ευρώ) τα μεταλλεία Κασσάνδρας μαζί με 70 άλλα περιουσιακά στοιχεία στην εταιρία Ελληνικός Χρυσός, θυγατρική της Ελληνική Τεχνοδομική Α.Ε (ιδιοκτήτες Γ. Μπόμπολας και Δ. Κούτρας).

Η πώληση έγινε απευθείας, χωρίς δημόσιο διαγωνισμό, όπως ορίζει το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Έξι μήνες αργότερα η αξία των στοιχείων ενεργητικού των Μεταλλείων εκτιμούνταν σε 408 εκατ. ευρώ. Η συμφωνία μεταβίβασης περιείχε και άλλες ελαφρυντικές συνθήκες, όπως: απαλλαγή από την καταβολή φόρου μεταβίβασης και μειωμένες δαπάνες για δικηγόρους και συμβολαιογράφους για την εταιρεία Ελληνικός Χρυσός . Για την υπόθεση αυτή το 2009 η Ευρωπαϊκή Ένωση οδήγησε το υπουργείο Οικονομίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, καθώς η συναλλαγή αυτή θεωρήθηκε παράνομη κρατική ενίσχυση. Σήμερα η European Goldfields κατέχει το 95% των μετοχών της Ελληνικός Χρυσός.

Στις 23 Ιανουαρίου ο Πάχτας οδηγήθηκε σε παραίτηση από το αξίωμα του υφυπουργού ύστερα από υπόδειξη του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Συγκεκριμένα ο Χ. Πάχτας προσπάθησε να εισάγει τροπολογία εντός ενός αναπτυξιακού νομοσχεδίου, η οποία θα έδινε τη δυνατότητα στην εταιρεία «Τεχνική Ολυμπιακή» να κατασκευάσει τουριστικές κατοικίες εντός 17.000 στρεμμάτων δάσους. Το πρόβλημα, ήταν ότι το υπουργείο Γεωργίας αρνήθηκε να περιλάβει σχετική ρύθμιση στο δασικό νομοσχέδιο, με αποτέλεσμα να υπάρξουν αντιδράσεις εντός του κυβερνητικού σχηματισμού με την τροπολογία Πάχτα και συγκεκριμένα από την τότε υπουργό ΠΕΧΩΔΕ Βάσω Παπανδρέου και τον υπουργό Οικονομικών Νίκο Χριστουδουλάκη.
Ως κατάληξη είχαμε την αποπομπή του Χ. Πάχτα από το κυβερνητικό του αξίωμα και από μέλος του κόμματος του ΠΑΣΟΚ.




Ο κουμπάρος... τον κουμπάρο

Τον Σεπτέμβριο του 2005 στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής εκφωνεί έναν πύρινο λόγο για μηδενική ανοχή στη διαφθορά και την πάταξη της διαπλοκής στη χώρα μας. Ακριβώς 24 ώρες αργότερα έρχεται στην επιφάνεια το σκάνδαλο της ΜΕΒΓΑΛ ή όπως έμεινε στην ιστορία ως το «σκάνδαλο των γαλάζιων κουμπάρων».

Σύμφωνα με την υπόθεση ο γενικός διευθυντής της Επιτροπής Ανταγωνισμού Παναγιώτης Αδαμόπουλος, ο έμπορος σιτηρών από το Κιλκίς Κώστας Κωνσταντινίδης και ο εκτελωνιστής από τη Θεσσαλονίκη Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος προσπάθησαν να εκβιάσουν τον πρόεδρο της γαλακτοβιομηχανίας ΜΕΒΓΑΛ, Πέτρο Παπαδάκη, ζητώντας 2,4 εκατομμύρια ευρώ, για να αποφύγει η γαλακτοβιομηχανία το πρόστιμο ύψους 24,5 εκατομμυρίων ευρώ που επρόκειτο να της επιβληθεί από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Ο Π. Αναγνωστόπουλος, γνωστός και ως «Πανάγος» στους κύκλους των Θεσσαλονικέων, ανέλαβε τον ρόλο του μεσολαβητή με την ΜΕΒΓΑΛ και κανόνισε τη συνάντηση μεταξύ του Παπαδάκη και του Κωνσταντινίδη σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, όπου ο πρόεδρος της ΜΕΒΓΑΛ, θα τους παρέδιδε αρχικά το ποσό των 200.000 ευρώ. Ο Παπαδάκης, ο οποίος στην κατάθεσή του είχε αναφέρει ως εγκέφαλο της συμμορίας τον Π. Αδαμόπουλο, είχε αναφέρει τον εκβιασμό στην αστυνομία και είχε προσημειώσει τα χαρτονομίσματα. Έτσι η σύλληψη Κωνσταντινίδη έγινε επ’αυτοφώρω .

Οι τρεις εμπλεκόμενοι στην υπόθεση πέραν της κομματικής σχέσης που είχαν με την Νέα Δημοκρατία, αφού ήταν χρόνια μέλη της, είχαν και στενές σχέσεις μεταξύ τους. Ο Κωνσταντινίδης με τον Αδαμόπουλο γνωρίζονται από πολύ παλιά και μάλιστα ο Κωνσταντινίδης πάντρεψε τον κ. Αδαμόπουλο και αυτός από την πλευρά του, τού βάφτισε το παιδί (εξ ου και σκάνδαλο των κουμπάρων). Ο Κωνσταντινίδης επίσης είχε κουμπάρο και τον τότε υπουργό Απασχόλησης Σάββα Τσιτουρίδη, ο οποίος τον είχε παντρέψει σε τελετή στην οποία παραβρέθηκε πλήθος στελεχών της ΝΔ στη Βόρεια Ελλάδα. Ο Τσιτουρίδης παραδέχθηκε ότι τον γνώριζε στο Κιλκίς και είχε δηλώσει: «Τον γνώριζα πριν από αρκετά χρόνια, έχοντας μια φιλία με τον αδελφό του, που σκοτώθηκε μετά από λίγα χρόνια, τον πάντρεψα. Από εκεί και πέρα την οικονομική και κοινωνική του πορεία την παρακολουθούσα μάλλον από απόσταση. Δεν νομίζω οι κουμπαριές να ποινικοποιούνται και δεν είμαι σε θέση να παρακολουθώ την οικονομική και κοινωνική πορεία του καθενός με τους οποίους είχα σχέση στο παρελθόν».

Αρκετά στελέχη της ΝΔ, αξιολογώντας την υπόθεση ΜΕΒΓΑΛ, θεώρησαν ότι υπήρξε αφορμή για εσωκομματικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ο λόγος ήταν η πρόθεση του Σάββα Τσιτουρίδη να μετακινηθεί από τον νομό Κιλκίς στην Α' Θεσσαλονίκης και ενόχλησε αρκετούς στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, που δεν ήθελαν τον υπουργό Απασχόλησης να εξελιχθεί σε «θεσσαλονικάρχη» και να του δώσει δύναμη εν όψει και της «μετακαραμανλικής» εποχής.

Τον Απρίλιο του 2009 οι τρεις κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για απόπειρα εκβίασης κατ' επάγγελμα σε βάρος της ΜΕΒΓΑΛ
και καταδικάστηκαν από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων σε συνολική ποινή πεντέμισι ετών ο καθένας. Ωστόσο η ποινή είχε ανασταλτικό χαρακτήρα και αφέθηκαν ελεύθεροι ύστερα από καταβολή του ποσού των μόλις 10.000 ευρώ έκαστος.




Δικαιοσύνη εναντίον Δικαιοσύνης

Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν τουλάχιστον 90 δικαστές και δεκάδες δικηγόροι, καθώς και ο πρώην βουλευτής Πέτρος Μαντούβαλος, ο ιερωμένος Ιάκωβος Γιοσάκης αλλά και πολυάριθμα άλλα πρόσωπα, που το 2005 το όνομα τους συνδέθηκε με το κύκλωμα πληρωμένης δικαιοσύνης που στην ιστορία των σκανδάλων καταγράφτηκε ως παραδικαστικό κύκλωμα.

Με την ανάκριση να διαπιστώνει ύποπτες συναλλαγές μεταξύ των υπηρετών του νόμου, από την υπόθεση του Χρηματιστηρίου έως την υπόθεση των οικοπέδων της Αιξωνής στη Γλυφάδα, τρείς δικαστές, οι Κ. Μπουρμπούλια, Ε. Καλούσης και Λ. Στάθης πέρασαν την πύλη των φυλακών, σηματοδοτώντας μια έστω και επι μέρους κάθαρση της Δικαιοσύνης. Στο μεταξύ, με βάση επίσημα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης, 13 δικαστές αποπέμφθηκαν από το σώμα, 49 διώχθηκαν πειθαρχικά και 33 ποινικά, αν και η πλειοψηφία των κατηγορουμένων του παραδικαστικού απαλλάχθηκε με βουλεύματα ή αθωώθηκε σε πρώτο βαθμό. Στα μαλακά έπεσε και ο Ιάκωβος Γιοσάκης, ο οποίος πρωτόδικα είχε καταδικαστεί σε κάθειρξη εννέα ετών, που τελικά μετετράπη σε ποινή 14 μηνών με αναστολή για το πλημμεληματικό βαθμό αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος.

Ανάμειξη στην υπόθεση είχε και ο τότε βουλευτής της ΝΔ, Πέτρος Μαντούβαλος, ο οποίος φέρεται να είχε καταθέσει το ποσό των 7 εκατ. δρχ. σε λογαριασμό του τότε ανακριτή της υπόθεσης Μπολέτση, Ε. Καλούση. Η Βουλή αποφάσισε την άρση της ασυλίας του Πέτρου Μαντούβαλου, ο οποίος παρατήθηκε από το αξίωμα του και αθωώθηκε τελικά, αν και το ίδιο δικαστήριο καταδίκασε, σε πολυετείς καθείρξεις τον δικαστή Ε. Καλούση και τον επιχειρηματία Ε. Μπολέτση.




Απαγωγές αλα Τζέιμς Μπόντ

Σκηνές κατασκοπευτικής ταινίας θυμίζουν τα όσα φέρονται να διαδραματίστηκαν το καλοκαίρι του 2005 σε Αθήνα και Ιωάννινα. Ήταν λίγο μόνο μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο μετρό στο Λονδίνο στις 7 Ιουλίου, όταν, όπως ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Δ. Λινός και ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Δ. Παπαγγελόπουλος είχαν επιβεβαιώσει, Πακιστανοί μετανάστες που ζούσαν στην Ελλάδα απήχθησαν και ανακρίθηκαν μαζικά από όργανα των ελληνικών κρατικών υπηρεσιών σε συνεργασία με ξένες μυστικές υπηρεσίες.

Η αποκάλυψη του σκανδάλου εξέθεσε τον τότε υπουργό Δημόσιας Τάξης, Γ. Βουλγαράκη, ο οποίος είχε κάνει λόγο για «δήθεν απαγωγές» και είχε δηλώσει πως πρόκειται για «ευφάνταστα σενάρια στυλ "Τζέιμς Μποντ" και σενάρια με καουμπόηδες, κουκούλες και καραγκιοζιλίκια». Τέσσερις μήνες μετά τις παραπάνω δηλώσεις, το πόρισμα των εισαγγελέων για την υπόθεση ήρθε να επιβεβαιώσει τις καταγγελίες και να αφήσει έκθετο τον υπουργό ενώ ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ' αγνώστων, για αρπαγή κατά συναυτουργία και κατά συρροή, σε βαθμό κακουργήματος. Σύμφωνα με το πόρισμα της έρευνας του εισαγγελέα πρωτοδικών Νίκου Δεγαΐτη, εμπλεκόμενα στην υπόθεση ήταν επιτελικά στελέχη της ΕΥΠ αλλά και ο πράκτορας Νίκολας Τζον Αντριου Λάγκμαν, ο οποίος λέγεται ότι ήταν προϊστάμενος του βρετανικού κλιμακίου της μυστικής υπηρεσίας M16 στην Αθήνα και δεν κλήθηκε να καταθέσει καθώς είχε διπλωματική ασυλία. Στο πόρισμα γινόταν λόγος και για το ενδεχόμενο «οι καταγγελίες και οι μηνύσεις για απαγωγές Πακιστανών να οφείλονται σε ενδοπακιστανική έριδα μεταξύ πακιστανικών κοινοτήτων που τα μέλη τους διαμένουν στην Ελλάδα», ωστόσο υπογραμμιζόταν ότι οι απαγωγές φαίνεται να έγιναν.

Παρά τα προηγούμενα πορίσματα, το 2010 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών απήλαξε από τις κατηγορίες τους κατηγορούμενους για τις απαγωγές, Σεραφείμ Τσιτσιμπή, πρώην υποδιοικητής της ΕΥΠ και τον υπάλληλο της υπηρεσίας, Χρόνη Μπακόπουλο.




Εκατό υποκλοπές και μια αυτοκτονία

Όταν στις 2 Φεβρουαρίου του 2006, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης Γιώργος Βουλγαράκης, σχεδίαζε σε έναν λευκό πίνακα πώς λειτουργούσε το σύστημα που υπέκλεπτε την περίοδο 2004-2005 τηλεφωνικές συνομιλίες τουλάχιστον 100 δημοσίων πολιτικών και όχι μόνο προσώπων - ένας εκ των οποίων και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής - όσοι παρακολούθησαν τη συνέντευξη Τύπου δυσκολεύτηκαν όχι μόνο να καταλάβουν το πως τα 16 καρτοκινητά «τηλέφωνα-σκιές» κατέγραφαν τις συνομιλίες, αλλά και να πιστέψουν ότι η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων ακόμα και της ηγεσίας της χώρας ήταν τόσο διάτρητη.

Οι υποκλοπές αποκαλύφθηκαν στις 4 Μαρτίου 2005, έπειτα από έλεγχο ρουτίνας, που διεξήγαγε η εταιρία Vodafone στο λογισμικό της. Την επομένη και χωρίς να ενημερωθεί η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), με πρωτοβουλία της εταιρείας το ξένο λογισμικό αποσυνδέεται. Τέσσερεις μόλις μέρες μετά ο προϊστάμενος σχεδιασμού δικτύων της Vodafone και κορυφαίο στέλεχος της εταιρείας, Κώστας Τσαλικίδης, βρίσκεται απαγχονισμένος μέσα στο σπίτι του, χωρίς να αφήσει σημείωμα που να εξηγεί την αυτοκτονία του. Η οικογένεια του θεωρεί ύποπτο τον ξαφνικό του θάνατο, καθώς και το γεγονός ότι δεν διενεργείται αυτοψία στο χώρο του συμβάντος και η ιατροδικαστική έκθεση είναι ελλιπής.

Μία μέρα μετά, στις 10 Μαρτίου του 2005, ο Διευθύνων Σύμβουλος της Vodafone, Γιώργος Κορωνιάς ενημερώνει τον πρωθυπουργό για τις υποκλοπές. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Δημήτρης Λινός δίνει έγγραφη παραγγελία για κατεπείγουσα και απόρρητη προκαταρκτική εξέταση στον προϊστάμενο της εισαγγελίας πρωτοδικών, Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, η οποία μετά από 11 μήνες καταλήγει σε άσκηση ποινικής δίωξης κατά αγνώστων και ερευνάται η περίπτωση κατασκοπείας, ενώ η υπόθεση αποκαλύπτεται επίσημα στην γνωστή συνέντευξη Τύπου, όπου Ρουσόπουλος, Βουλγαράκης και Παπαληγούρας συγχαίρουν τον Κορωνιά για την απόφαση του να σβήσει το λογισμικό, που στην πραγματικότητα εμπόδισε να εντοπιστούν οι υποκλοπείς.

Μετά από δικαστική έρευνα δύο ετών που δεν απέδωσε αποτελέσματα, η υπόθεση μπήκε στο αρχείο τον Αύγουστο του 2008. Δύο χρόνια μετά, το 2010 η υπόθεση ξανάνοιξε με την εμφάνιση νέων στοιχείων που υποδείκνυαν υπόθεση κατασκοπείας με ανάμιξη της αμερικανικής πρεσβείας, χωρίς να οδηγήσει και πάλι πουθενά. Η αυτοκτονία Τσαλικίδη εξακολουθεί να παραμένει άλυτο μυστήριο.




Παραλίγο αυτόχειρας

Το βράδυ της 20ης Δεκεμβρίου του 2007 τάραξε αρκετά τα νερά της πολιτικής ζωής αφού έφερε στο φως, με τον πιο εμφατικό τρόπο, ένα «ροζ» σκάνδαλο με το οποίο εκβιάστηκε μία ολόκληρη κυβέρνηση. Εκείνο το βράδυ, ο μέχρι πρότινος Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού, Χρήστος Ζαχόπουλος προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας πέφτοντας στο κενό από το μπαλκόνι του σπιτιού του στην οδό Καρνεάδου στο Κολωνάκι. Μεταφέρθηκε αμέσως στον Ευαγγελισμό και από εκείνη τη στιγμή άρχισε το ντόμινο των αποκαλύψεων.

Ο Χ. Ζαχόπουλος είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με την Εύη Τσέκου, συμβασιούχο υπάλληλο του υπ. Πολιτισμού υποσχόμενος από τη θέση εξουσίας που κατείχε ότι θα την μονιμοποιούσε μέσω «στημένου» διαγωνισμού. Η υπόσχεση δεν τηρήθηκε και η Τσέκου σε προσπάθεια εκβιασμού, μαγνητοσκόπησε τις ερωτικές συνευρέσεις με τον Χ. Ζαχόπουλο. Στο συγκεκριμένο βίντεο ο πρώην Γενικός Γραμματέας αποκάλυπτε αρκετά στοιχεία προσωπικής φύσεως και για άλλα πολιτικά πρόσωπα και κυρίως για τον τότε πρωθυπουργό, ενώ η Τσέκου (στην μετέπειτα κατάθεσή της) έκανε λόγο και για οικονομικές ατασθαλίες στο υπ. Πολιτισμού από τον Ζαχόπουλο.

Η ίδια μαζί με τον δικηγόρο της Χρίστο Νικολουτσόπουλο έδειξαν το βίντεο στον υπεύθυνο ειδήσεων του τηλεοπτικού καναλιού MEGA, Βίκτωρα Βλαχογιάννη και έπειτα στον εκδότη της εφημερίδας Πρώτο Θέμα, Θέμο Αναστασιάδη. Ο τελευταίος, σύμφωνα με την Τσέκου, υπέκλεψε το βίντεο χωρίς την άδειά της. Στις 17 Δεκεμβρίου 2007 ο Θέμος Αναστασιάδης έχοντας στην κατοχή του το επίμαχο βίντεο συναντάται με τον τότε διευθυντή του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού Γιάννη Ανδριανό και του παρουσιάζει την κατάσταση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο δημοσιοποίησής του. Δύο ημέρες μετά ο Ζαχόπουλος οδηγείται σε παραίτηση και την αμέσως επόμενη κάνει την απόπειρα αυτοκτονίας. Τον Ιανουάριο του 2008 συλλαμβάνονται και προφυλακίζονται η Εύη Τσέκου και ο Χρίστος Νικολουτσόπουλος με την κατηγορία του εκβιασμού ενώ κατηγορούνται και οι δημοσιογράφοι Θέμος Αναστασιάδης και Γιάννης Μακρυγιάννης για παραβίαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων.

Τον Δεκέμβριο του 2008 ο Θ. Αναστασιάδης συλλαμβάνεται στα σύνορα Γαλλίας-Ελβετίας έχοντας στην κατοχή του 5,5 εκατομμύρια ευρώ, ποσό που ακόμη και σήμερα δεν έχει δικαιολογήσει τον τρόπο απόκτησής του και εκδίδεται στην Ελλάδα
όπου δεν ασκείται καμία δίωξη. Τον Ιούνιο του 2010 Τσέκου, Νικολουτσόπουλος, Αναστασιάδης και Μακρυγιάννης, παραπέμπονται σε δίκη ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ενώ τον Απρίλιο του 2013 αθωώνονται και οι τέσσερις κατηγορούμενοι παρά την καταδικαστική πρόταση του εισαγγελέα της Έδρας.




Αυθαίρετη αυθαιρεσία

Το ζήτημα των αυθαίρετων υπήρξε σε όλη σχεδόν την περίοδο της Μεταπολίτευσης ψηφοθηρικό εργαλείο στα χέρια των πολιτικών κομμάτων, που ιδιαίτερα από τη δεκαετία του '80 και ύστερα πρόταξαν τη νομιμοποίηση και όχι την πάταξη της παρανομίας, μέσω της καταβολής προστίμων. Με την πολιτική διαχείριση του ζητήματος της αυθαίρετης δόμησης να μπορεί να χαρακτηριστεί διαχρονικά στην μεταπολιτευτική Ελλάδα ως σκανδαλώδης, δεν είναι λίγες οι φορές που το παράδειγμα στους παρανομούντες έδωσαν πολιτικά πρόσωπα.

Δύο από τις πιο τρανταχτές υποθέσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας ήταν αυτή του «αναψυκτηρίου» του Βασίλη Μαγγίνα, αλλά και του αυθαίρετου του Γιώργου Σουφλιά στην Ανάβυσσο. Στην πρώτη περίπτωση, το 2007, ο τότε υπουργός Απασχόλησης έχοντας βγάλει άδεια αναψυκτηρίου έκτισε επτά παράνομα κτίσματα σε έκταση στα Χατζήρια Κορωπίου, για τα οποία η Πολεοδομία Μαρκόπουλου του επέβαλε πρόστιμο-μαμούθ της τάξης των 600 χιλιάδων ευρώ, αλλά με πολλά «παράθυρα». Ο Βασίλης Μαγγίνας απασχόλησε επίσης τον Τύπο για τον περίεργο διορισμό της κόρης του στον ΟΤΕ αλλά και για το γεγονός ότι παρότι υπουργός Απασχόλησης, απασχολούσε ανασφάλιστους Ινδούς οικιακούς βοηθούς στο «αναψυκτηρίο».

Έναν χρόνο αργότερα, χωρίς αναθεωρημένη οικοδομική άδεια έχτιζε εξοχική κατοικία στην περιοχή Θυμάρι Αναβύσσου ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γ. Σουφλιάς. Ο Σουφλιάς είχε αγοράσει το 1999 με τη μορφή κάθετης ιδιοκτησίας δύο μερίδια σε ακίνητο που βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή της Αναβύσσου, καθώς και το δικαίωμα να χτίσει δύο κατοικίες συνολικού εμβαδού 122 τετραγωνικών. Η αρχική οικοδομική άδεια είχε εκδοθεί το 1989. Την άνοιξη του 2005, λίγο πριν λήξει η οικοδομική άδεια ο μηχανικός υπέβαλε αίτηση για αναθεώρηση στην πολεοδομία Μαρκοπούλου. Η αρμόδια αρχιτεκτονική επιτροπή αρχικά απέρριψε τον φάκελο, αργότερα όμως τον ενέκρινε και στη συνέχεια η άδεια προωθήθηκε για να εγκριθεί για τα υπόλοιπα τμήματά της. Χωρίς όμως να ολοκληρωθεί η αναθεώρηση το χτίσιμο συνεχιζόταν. Η πλευρά του υπουργού επέρριψε την ευθύνη στον μηχανικό.




Τα δομημένα ομόλογα που αποδόμησαν τα ταμεία

Ευθύνες σε πρώην υπουργούς της ΝΔ, γενικούς γραμματείς, διοικήσεις ταμείων, χρηματιστές αλλά και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος, καταλόγισε το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για την υπόθεση των δομημένων ομολόγων, ενώ η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης είναι ακόμη εν εξελίξει. Επρόκειτο για την υπόθεση κατά την οποία μέρος των αποθεματικών ορισμένων ελληνικών ταμείων επικουρικών συντάξεων επενδύθηκε με ζημιογόνο αποτέλεσμα σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα.

Πιο συγκεκριμένα τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία αγόρασαν 8 δομημένα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου συνολικής αξίας 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ, με τη μεγαλύτερη βαρύτητα να έχει ένα μόνο από αυτά, αξίας 280 εκατομμυρίων ευρώ. Στις 22 Φεβρουαρίου 2007 το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους εξέδωσε ομόλογο 12ετούς διάρκειας αξίας 280 εκατομμυρίων ευρώ με ανάδοχο την αμερικανική JP Morgan. Από αυτή πέρασε στο αμοιβαίο κεφάλαιο NPI, στη γερμανική Hypovereinsbank, η οποία το μεταπούλησε στη χρηματιστηριακή εταιρεία Ακρόπολις ΑΧΕΠΕΥ, από την οποία τελικά πωλήθηκε σε 4 ασφαλιστικά ταμεία, το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ), το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Φαρμακευτικών Εργασιών (ΤΕΑΥΦΕ), το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΤΕΑΠΟΚΑ) και το Ταμείο Συντάξεων Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων (ΤΣΕΥΠ). Στις 31 Αυγούστου 2007 η JP Morgan αγόρασε ξανά το ομόλογο από τα τέσσερα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ από τον κρατικό προϋπολογισμό καταβλήθηκε στα τέσσερα ταμεία έκτακτη οικονομική ενίσχυση 3.067.762,48 ευρώ.

Στο μεταξύ, στις 3 Μαρτίου 2010 συνελήφθησαν και προφυλακίστηκαν οι τρεις μέτοχοι της Ακρόπολις, Γιώργος Αποστολίδης, Σοφοκλής Πρινιωτάκης και Θοδωρής Πρινιωτάκης, στους οποίους επεβλήθη πρόστιμο 5,5 δισεκατομμυρίων ευρώ με αφορμή εικονικές συναλλαγές κατά την πώληση 20 ομολόγων σταθερού επιτοκίου συνολικής αξίας 180 εκατομμυρίων ευρώ προς το ΤΕΑΔΥ στο διάστημα 2005-2006. Αναφέρεται ενδεικτικά ότι για την πώληση των 20 ομολόγων εκτελέστηκαν περισσότερες από 300 συναλλαγές, αυξάνοντας το συνολικό τζίρο από τα 180 εκατομμύρια στα 2,5 δισεκατομμύρια.

Σύμφωνα με το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής οι βαρύτερες ευθύνες καταλογίζονται στους τότε γενικούς γραμματείς των υπουργείων Οικονομικών Γ. Κουρή και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων Μαμμωνά, αλλά και τους προϊσταμένους τους, τον υφυπουργό Οικονομικών Π. Δούκα, και τον τότε υπουργό Εργασίας Σ. Τσιτουρίδη οι οποίοι είχαν βάλει τις υπογραφές τους σε συγκεκριμένες αποφάσεις. Πολιτικές ευθύνες καταλογίζονται στον τότε υπουργό Οικονομίας Γ. Αλογοσκούφη και τον υπουργό Αμύνης Ευ. Μεϊμαράκη. Παράλληλα, στο πόρισμα των βουλευτών καταλογίζονται ευθύνες στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τον πρώην πρόεδρο της Αλ. Πιλάβιο, αλλά και στην διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος, με ιδιαίτερη αναφορά στον τότε υποδιοικητή που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης των τοποθετήσεων των ασφαλιστικών ταμείων και των τίτλων του δημοσίου.




Siemens ή Μίζενς

Το σκάνδαλο Siemens θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και σκάνδαλο-Λερναία Ύδρα, καθώς όπως για κάθε κομμένο κεφάλι του μυθικού τέρατος φύτρωναν δύο, έτσι και για κάθε περίπτωση δωροδοκίας της εταιρείας, υπάρχουν άλλες τόσες πτυχές στα μετόπισθεν. Το σκάνδαλο αφορά στον χρηματισμό Ελλήνων πολιτικών και στελεχών δημόσιων οργανισμών από την γερμανική εταιρεία, ώστε να υπογράφονται συμβάσεις προμήθειας υλικών, υπηρεσιών και συστημάτων στο Ελληνικό Δημόσιο. Η υπόθεση -που στα αλήθεια ξεκινάει μεταπολεμικά και όχι το 1996- αποκαλύφθηκε όταν έγινε γνωστό στη Γερμανία ότι η Siemens χρημάτιζε πολιτικούς σε διάφορες χώρες για να εξασφαλίσει συμβόλαια, και εκτιμάται ότι το ποσό ύψους 100 εκατομμυρίων μάρκων από τα κρυφά ταμεία της Siemens είχε δοθεί σε μίζες σε Έλληνες, μέσω υπεράκτιων (offshore) εταιρειών.

Ενδεικτικά, κάποιες από τις μεγάλου βεληνεκούς συμβάσεις μεταξύ Siemens Ελλάς και ελληνικού Δημοσίου ήταν η ψηφιοποίηση των τηλεφωνικών κέντρων του ΟΤΕ μαζί με την Intracom, το σύστημα C4I για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, το τρίτο τμήμα του Προαστιακού μαζί με τις Τέρνα και Άκτωρ, η προμήθεια ντιζελάμαξων και τροχαίου υλικού σε ΟΣΕ και ΗΣΑΠ, το πρόγραμμα τηλεπικοινωνιών "Ερμής" του Ελληνικού Στρατού μαζί με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία, καθώς και η προμήθεια τεχνολογικού εξοπλισμού των δημόσιων νοσοκομείων.

Ρόλο κλειδί στη ροή χρήματος από τα μαύρα ταμεία της Siemens προς τους Έλληνες παραλήπτες, φέρεται να είχε ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Siemens Ελλάδος, Μιχάλης Χριστοφοράκος, καθώς και ο πρώην διευθυντής τηλεπικοινωνιών της Siemens Ελλάδος, Πρόδρομος Μαυρίδης. Ο Χριστοφοράκος διέφυγε στην Γερμανία στις 15 Δεκεμβρίου 2007 και δικάστηκε από την γερμανική Δικαιοσύνη, ενώ παρότι εκδόθηκαν τρία ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης, δεν παραδόθηκε στην Ελλάδα από τις γερμανικές αρχές παρά τη σύμφωνη γνώμη του Εφετείου του Μονάχου μετά από απόφαση του Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο που έκρινε τα αιτήματα της έκδοσης αντισυνταγματικά. Η απόφαση φαίνεται να ευνόησε τόσο το γερμανικό σκέλος της εταιρίας, όσο και όσους φοβούνταν στην Ελλάδα αυτά που πιθανόν μπορεί να αποκαλύψει. Ο Χριστοφοράκος εξετάστηκε από αντιπροσωπεία του Ελληνικού Κοινοβουλίου - μέλη της εξεταστικής επιτροπής για την υπόθεση τον Οκτώβριο του 2010 στο Μόναχο, στους οποίους δήλωσε ότι δε δωροδόκησε κόμματα και πολιτικούς. Η γερμανική Δικαιοσύνη αποφάσισε τελικά την αθώωση του για την κατηγορία της δωροδοκίας πολιτικών κομμάτων, με την επιβολή προστίμου 350.000 και ολιγόμηνη ποινή φυλάκισης με εξαγοράσιμη αναστολή για το πλημμέλημα της παράπλευρης βοήθειας σε απιστία κατά της εταιρείας Siemens.

Τον χρηματισμό τους από την γερμανική εταιρεία παραδέχτηκαν, ωστόσο δημοσίως, δύο πολιτικά πρόσωπα. Τον Ιούνιο του 2008 ο Θεόδωρος Τσουκάτος παραδέχτηκε ότι το 1999 έλαβε ένα εκατομμύριο μάρκα, τα οποία υποστήριξε ότι σταδιακά διοχετεύτηκαν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ. Δύο χρόνια μετά, το 2010, ο Τάσος Μαντέλης παραδέχθηκε, κατά την κατάθεσή του στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για την υπόθεση Siemens, είσπραξη προεκλογικής χορηγίας από την Siemens ύψους 200.000 μάρκα το 1998. Παράλληλα παραδέχτηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2000 κατατέθηκαν 250.000 μάρκα στον ίδιο λογαριασμό, τα οποία όμως δεν γνωρίζει από ποιον προήλθαν.

Πολιτικά ονόματα που συνδέθηκαν με το σκάνδαλο Siemens ήταν επίσης ο τότε υπουργός Μεταφορών, Μιχάλης Λιάπης, για τον οποίο η εταιρεία είχε κάνει κράτηση για τις 16 Ιουνίου 2005, στο ξενοδοχείο Westin, της Λειψίας. Η Siemens αντιμετώπιζε ως εταιρικό της ταξίδι τη διοργάνωση της επίσκεψης, που εκπόνησε η θυγατρική της από την Αθήνα, σε Λειψία, Ζάλτσμπουργκ και Φρανκφούρτη, από τις 16 μέχρι τις 20 Ιουνίου 2005, με οργανωτή το υψηλόβαθμο στέλεχος της εταιρείας, Μιχάλη Χριστοφοράκο. Το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη ενεπλάκη επίσης, καθώς στην κατοχή του βρέθηκαν ύποπτα τιμολόγια άνω των 100 χιλιάδων ευρώ, που αφορούσαν στην προμήθεια ηλεκτρονικού εξοπλισμού κατά την προεκλογική περίοδο του 2007 και τα οποία εξοφλήθηκαν λίγες μέρες μετά τις πρώτες αποκαλύψεις για τις μίζες της εταιρείας.

Η Εξεταστική Επιτροπή που διερεύνησε το θέμα για έντεκα περίπου μήνες ζήτησε την περαιτέρω διερεύνηση των κ.κ. Μιχάλη Λιάπη, Χρίστου Μαρκογιαννάκη, Γιώργου Αλογοσκούφη, Γιώργου Βουλγαράκη, Γιάννη Παπαθανασίου, Προκόπη Παυλόπουλου και Βύρωνος Πολύδωρα από πλευράς της ΝΔ και των Ακη Τσοχατζόπουλου, Τάσου Μαντέλη, Γιάννου Παπαντωνίου, Χρίστου Βερελή και Νίκου Χριστοδουλάκη από πλευράς ΠΑΣΟΚ.




Ιερές ανταλλαγές με την ευλογία της ΝΔ

Τρεις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, μία προανακριτική και πολυάριθμες επιμέρους αποφάσεις της Δικαιοσύνης και καμία ουσιαστική κατάληξη, ακολούθησαν τις αποκαλύψεις για το «σκάνδαλο του Βατοπεδίου», που έπληξε την εικόνα της κυβέρνησης Καραμανλή, καθώς κορυφαία στελέχη της βρέθηκαν εμπλεκόμενα. Γιάννης Αγγέλου, Θόδωρος Ρουσόπουλος, Γιώργος Βουλγαράκης, Ευάγγελος Μπασιάκος, Αλέξανδρος Κοντός και Πέτρος Δούκας ήταν τα ηχηρά ονόματα που πρωταγωνίστησαν στις «ιερές» μπίσνες της Μονής Βατοπεδίου με το ελληνικό Δημόσιο.

Το σκάνδαλο ξεκινάει με τη Μονή Βατοπεδίου να εγείρει αξιώσεις ιδιοκτησίας εκτάσεων στη λίμνη Βιστωνίδα, που υποστηρίζει πως κατέχει με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα. Η κυριότητα των εκτάσεων αυτών αμφισβητούταν στα δικαστήρια μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου, πριν να εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου όμως, ο τότε υφυπουργός Οικονομίας και Οικονομικών Πέτρος Δούκας υπέγραψε απόφαση με την οποία ενέκρινε την παραίτηση του Δημοσίου από τη δίκη, αποδεχόμενος γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτος και του Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων.

Στις 25 Ιανουαρίου 2005, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Ευάγγελος Μπασιάκος εξέδωσε την απόφαση με την οποία η Μονή Βατοπεδίου επέστρεψε τις εκτάσεις αυτές στην Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ), και σε αντάλλαγμα η Μονή απέκτησε ένα παραλιακό φιλέτο γης στην Ουρανούπολη της Χαλκιδικής, επιφάνειας 8.608 στρεμμάτων, οικόπεδα σε δήμους της Ανατολικής Θεσσαλονίκης, μια περιοχή μεγάλης τουριστικής αξίας στον Άγιο Αθανάσιο της Πέλλας και δύο κτίρια συνολικού εμβαδού 20.664 τ.μ. του Ολυμπιακού Χωριού στους Θρακομακεδόνες. Σημειώνεται ότι οι εκτάσεις της λίμνης δεν έχουν στα αλήθεια οικονομικό αντίκρισμα καθώς δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν επιχειρηματικά, μιας και αποτελούν προστατευόμενες περιοχές ως υγροβιότοπος από τη συνθήκη RAMSAR, εν αντιθέσει με τις εκτάσεις και τα ακίνητα που παραχωρήθηκαν στη Μονή.

Η διερεύνηση από πλευράς της Βουλής του σκανδάλου απεφάνθη στη μη στοιχειοθέτηση ανάμειξης στις συναλλαγές, του Θεόδωρου Ρουσόπουλου
, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση με τον επικεφαλής ηγούμενο Εφραίμ της Μονής. Απήλλαξε επίσης και τον Γιώργο Βουλγαράκη, η σύζυγος του οποίου, Αικατερίνη Πελέκη, ήταν η συμβολαιογράφος που υπέγραψε τα συμβόλαια των ανταλλαγών, ενώ ο πατέρας της και ο αδελφός της ήταν οι νομικοί εκπρόσωποι της Μονής. Ο ηγούμενος Εφραιμ προφυλακίστηκε και αποφυλακίστηκε το 2012, χωρίς να παραπεμφθεί σε δίκη. Η σχέση Εκκλησίας και Κράτους και ο μη διαχωρισμός τους απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι αποτελούν παθογένεια της ελληνικής μεταπολιτευτικής ιστορίας.




Πετάει η Ολυμπιακή; Πετάει!

Η υπόθεση της Ολυμπιακής Αεροπορίας αποτέλεσε κλασική περίπτωση χρόνιας σκανδαλολογίας όπου συμβάσεις αγοράς στόλου, προσλήψεις στελεχών και μισθοδοσία υπαλλήλων, κρατικές επιχορηγήσεις και η μετέπειτα πώλησή της απασχόλησαν την κοινή γνώμη.

Η αρχή γίνεται στα τέλη της δεκαετίας του '80 , όπου η Ολυμπιακή θα κινηθεί για την προμήθεια αεροσκαφών Boeing 767 κάτω από αδιαφανείς διαδικασίες. Στην υπόθεση είχε εμπλακεί το όνομα της Δήμητρας Λιάνη Παπανδρέου (τότε σύντροφος και μετέπειτα σύζυγος του Α.Παπανδρέου), γι’ αυτό και τα Boeing ονομάστηκαν «ροζ». Τελικά ύστερα από το θόρυβο που προκλήθηκε η υπόθεση της προμήθειας δεν τελεσφόρησε. Την δεκαετία του '90 η κατάσταση της Ολυμπιακής χειροτερεύει, αφού τα ελλείμματα έχουν ξεπεράσει κάθε επιτρεπτό όριο. Οι κυβερνήσεις της εποχής προχωρούν σε παράνομες κρατικές ενισχύσεις για την επιβίωση της εταιρείας και προσπαθούν να καταρτίσουν πρόγραμμα εξυγίανσης, το οποίο όμως ποτέ δεν προχώρησε.

Τον Οκτώβριο του 2003 η Ευρωπαϊκή επιτροπή στράφηκε κατά της Ελλάδας και έστειλε την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τις παράνομες χρηματοδοτήσεις της Ολυμπιακής από την κυβέρνηση Σημίτη. Ζητούσε μάλιστα την επιστροφή της οικονομικής υποστήριξης χαρακτηρίζοντας αποτυχημένο το σχέδιο εξυγίανσης από το 1994 έως το 2002. Χαρακτηριστικό της υπόθεσης είναι ότι εκείνη την περίοδο η Ολυμπιακή κόστιζε στο ελληνικό κράτος 550 εκατομμύρια το χρόνο. Έτσι λοιπόν, τον Δεκέμβριο του 2003, με το έλλειμμα της εταιρείας να έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, ο τότε υπουργός Μεταφορών Χρίστος Βερελής προώθησε σχέδιο αναδιάρθρωσης του Ομίλου Ολυμπιακής Αεροπορίας με τη μετονομασία της θυγατρικής εταιρείας «Μακεδονικές Αερογραμμές» σε «Ολυμπιακές Αερογραμμές» και την ανάληψη του πτητικού έργου της Ο.Α. από αυτήν, με παραγραφή των χρεών της.

Το Δεκέμβριο του 2004, η κυβέρνηση ανακοίνωσε την προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού για την πώληση της Ολυμπιακής σε ιδιώτη, ο οποίος δεν καρποφόρησε. Εκείνη ακριβώς την περίοδο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ερεύνησε τις καταγγελίες αεροπορικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της Aegean Airlines, σχετικά με κρατικές ενισχύσεις που δόθηκαν παράνομα στην Ολυμπιακή και στις Ολυμπιακές αερογραμμές το χρονικό διάστημα 1994-2004. Η απόφαση ήταν καταδικαστική, και ανάγκασε το ελληνικό κράτος να αναζητήσει από την Ο.Α. 111 εκατ. ευρώ μέσα στους επόμενους μήνες. Για να το πετύχει όμως αυτό, θα πρέπει να κηρύξει πτώχευση και να πουλήσει όλα της τα περιουσιακά στοιχεία. Πάλι δεν βρίσκεται λύση.

Τον Σεπτέμβριο του 2008 η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, μέσω του υπουργείου Μεταφορών, δημοσιοποιεί ένα σχέδιο για τη δημιουργία μιας νέας εταιρείας, που θα εξαγοράσει το όνομα και το σήμα των Ο.Α. αλλά δεν θα έχει καμία απολύτως σχέση μαζί της. Το σχέδιο αυτό είχε εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και προέβλεπε τη συρρίκνωση του πτητικού έργου της εταιρείας στο 65% εκείνης της εποχής και την ιδιωτικοποίησή της. Με βάση αυτό το σχέδιο η εταιρεία χωρίσθηκε σε τρία επιμέρους τμήματα (πτητικό έργο, επίγεια εξυπηρέτηση και τεχνική βάση) και προκηρύχθηκε διαγωνισμός για το κάθε τμήμα. Τελικά τον Μάρτιο του 2009 η εταιρεία περνά στον έλεγχο της MIG του Ανδρέα Βγενόπουλου, η πρόταση της οποίας ήταν 45,7 εκ. ευρώ για το πτητικό έργο της Ολυμπιακής και 16,7 εκατ. ευρώ για την τεχνική βάση.




Η διόγκωση του δημοσίου χρέους

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2010 την οποία βιώνουμε μέχρι σήμερα με ιδιαίτερα σκληρές επιπτώσεις, είναι αποτέλεσμα μίας πορείας συνεχούς αύξησης των ελλειμμάτων του δημοσίου προϋπολογισμού και κατ’ επέκταση διόγκωσης του δημοσίου χρέους στα σαράντα χρόνια μεταπολίτευσης.
Τα δημόσια ελλείμματα μπήκαν σε τροχιά αύξησης από το 1974 που το έλλειμμα ήταν χαμηλότερο του 2%, με τη δεκαετία του '80 να ξεκινάει με έλλειμμα 2,6% του ΑΕΠ και να καταλήγει 10 χρόνια αργότερα στο 15,9%. Στην αύξηση αυτή συνέλαβαν αφενός οι αυξημένες δαπάνες για την αγορά εξοπλιστικών προγραμμάτων, όσο και η πολιτική αναδιανεμητικού χαρακτήρα που ακολουθήθηκε και άμβλυνε σε μεγάλο βαθμό τις οικονομικές ανισότητες, οξύνοντας όμως παράλληλα την οικονομική ανισορροπία του κράτους. Καθόλη τη δεκαετία χαρακτηριστικό ήταν ότι κατά τις εκλογικές χρονιές 1981, 1985, 1989 και 1990 το ποσοστό του ελλείμματος παρουσιάζει κορύφωση. Την ίδια στιγμή, όπως ήταν φυσικό ακόλουθο, το ποσοστό χρέους από 27,7% του ΑΕΠ το 1980 εκτινάχθηκε στο 89% το 1990. Το άνοιγμα της δαγκάνας του ελλείμματος το πρώτο μισό της δεκαετίας του '80 μεταφράστηκε με πληθωριστικές κορυφώσεις που οδήγησαν και στην υποτίμηση της δραχμής, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας και μετά η άμεση επίπτωση ήταν στα επιτόκια τα οποία αυξάνονταν με ρυθμό ανάλογο της αύξησης των δανειακών αναγκών της ελληνικής οικονομίας.

Σταθμός για τη σημερινή εξέλιξη του οικονομικού γίγνεσθαι ήταν η κρίσιμη για την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, περίοδος 1996-2000
, όπου η συμμετοχή στο ευρώ ήταν ο εθνικός στόχος που θα διασφάλιζε μόνιμες συνθήκες πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας και ανάπτυξης. Η δημοσιονομική εξυγίανση που απαιτούσε η ένταξη στην ΟΝΕ προχώρησε με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Το έλλειμμα από 9,1% του ΑΕΠ το 1995 μειώθηκε στο 3,1% το 1999. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από 97% του ΑΕΠ το 1995 στο 94% το 1999. Την ίδια στιγμή, το πρωτογενές πλεόνασµα αυξήθηκε από 2,2% του ΑΕΠ το 1995 σε 4,3% το 1999. Έτσι και σε συνδυασμό με τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, από 11,2% του ΑΕΠ το 1995 στο 7,4% το 1999, κατάφερε την σημαντική μείωση ελλειμμάτων και χρέους, παρουσιάζοντας παράλληλα ρυθμό ανάπτυξης μεγαλύτερο από τον μέσο όρο της ευρωπαϊκής οικογένειας. Έτσι στις 19 Ιουνίου του 2000 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Σάντα Μαρία ντα Φέιρα, αποφασίστηκε η υιοθέτηση του ευρωπαϊκού νομίσματος από την Ελλάδα.

Το 2005 η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας
παρουσίασε αποτελέσματα δημοσιονομικής απογραφής με τα οποία αμφισβήτησε δημοσιονομικά στοιχεία των κυβερνήσεων Σημίτη. Επρόκειτο για την απογραφή που οδήγησε στην επιτήρηση, καθώς η Eurostat αναθεώρησε το ύψος των αμυντικών δαπανών για τα έτη 1997 – 2003 αλλάζοντας τον κανονισμό λογιστικής καταγραφής των αμυντικών δαπανών, με αποτέλεσμα να αναθεωρηθούν και τα δημοσιονομικά στατιστικά της ελληνικής οικονομίας, η άνθιση της οποίας φαίνεται να ήταν αποτέλεσμα δημιουργικής λογιστικής. Ήταν η κίνηση που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για την κρίση που ακολούθησε και την υπογραφή μνημονίων που καταδίκασαν στην εξαχρείωση μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Οι σκανδαλώδεις πολιτικές που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική και κοινωνική κατάρρευση της χώρας τα τελευταία 4 χρόνια, θα κριθούν σύντομα από τη σύγχρονη πραγματικότητα...


-
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 20, 2014 8:19 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

-

TVXS Αφιέρωμα - Μεταπολίτευση


ΜΜΕ στη Μεταπολίτευση: Από τον γύψο στην κρίση Δημοκρατίας

Γιώργος Πλειός *

Τον όρο «μεταπολίτευση» ποτέ δεν τον κατανόησα εννοιολογικά, αν και έζησα έντονα την εν λόγω περίοδο. Είναι ασαφής και νεφελώδης. Για την ακρίβεια, αν και στοχεύει να περιγράψει τη διαφορά της δικτατορικής (συχνά και της προδικτατορικής) περιόδου σε σχέση με τη μετα-δικτατορική, στην πραγματικότητα κάνει ακριβώς το αντίθετο. Περιγράφει τη μετα-δικτατορική περίοδο ως μεταλλαγμένη συνέχεια της δικτατορικής περιόδου και όχι ως ρήξη των δεσμών της μ’ αυτήν. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Αν εξαιρέσει κάποιος τις μεταβολές στο πολιτικό σύστημα, κυρίως την κατάργηση του Α.Ν. 509/49 και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, στα υπόλοιπα κοινωνικά συστήματα (οικονομία, πολιτισμό κ.ά., κυρίως όμως στο επίπεδο της κρατικής ιδεολογίας) πολλά παρέμειναν ίδια, στο βαθμό που δεν σχετίζονταν άμεσα με τον (τυπικό αλλά όχι και ουσιαστικό) εκδημοκρατισμό της δημόσιας ζωής.

Πέραν των άλλων μεταβολών, με τη δημιουργία της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας σημειώνεται μετάβαση στη διευρυμένη χρήση ιδεολογικών μηχανισμών έναντι των κατασταλτικών μηχανισμών της προηγούμενης περιόδου, τόσο της χουντικής όσο και της μετεμφυλιακής. Σ’ αυτό συνέδραμαν το πολιτικό και πολιτιστικό ξέσπασμα της αριστεράς μετά τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, το διεθνές περιβάλλον κ.ά. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος των μέσων επικοινωνίας γίνεται ακόμα πιο σημαντικός απ΄ ότι στο παρελθόν, προκειμένου να διατηρηθεί εν ζωή μια παντοδύναμη κρατική εξουσία, αφενός προς όφελος των επιχειρηματικών ελίτ της χώρας, αφετέρου για να στηρίξουν και οι δυο μαζί τον νατοϊκό συνασπισμό στο μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου. Η στήριξη προς τις εγχώριες πολιτικές ελίτ και των τελευταίων προς τις ελληνικές και ξένες επιχειρηματικές ελίτ και αντιστρόφως, έγινε τόσο με πολιτικά μέσα (όπως λ.χ. η ένταξη στην ΕΟΚ) όσο και με χρηματοοικονομικά μέσα (δάνεια , «αλμυρή» εξαγορά χρεοκοπημένων επιχειρήσεων κ.ά).

Συνεπώς, με την πρόοδο της «μεταπολίτευσης», στο παιχνίδι μεταξύ πολιτικής εξουσίας και επιχειρηματικών ελίτ και των δυο μαζί με τα «κέντρα του εξωτερικού», τα ΜΜΕ αποκτούν διαρκώς βαρύνοντα ρόλο. Έτσι, βασικό γνώρισμα της περιόδου μετά την πτώση της χούντας και τον απλό γύψο (και στον Τύπο), γίνεται η εξύφανση μιας όλο και πιο πολύπλοκης σχέσης εξάρτησης των ΜΜΕ από το πολιτικό σύστημα, ιδιαιτέρως από την κυβέρνηση, με τη χρήση τόσο πολιτικών – διοικητικών όσο και χρηματο-οικονομικών εργαλείων. Στη διαδικασία αυτή παρατηρείται η σταδιακή μετάβαση από την πολιτική – διοικητική εξάρτηση των ΜΜΕ από τις πολιτικές ελίτ στην οικονομική εξάρτηση (διαπλοκή), προς όφελος των μιντιαρχών (και των ομίλων που διαθέτουν) και μέσω αυτών τελικά προς όφελος του ίδιου του συστήματος εξουσίας. Με άλλα λόγια, τα (συστημικά) ΜΜΕ γίνονται ο καταλύτης της σταδιακής σύντηξης της πολιτικής, επικοινωνιακής και οικονομικής εξουσίας, η οποία οδηγεί σε βαθιά οικονομική και πολιτική κρίση την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία.


Πρώτη φάση: Μιντιακό φέουδο της κυβέρνησης

Σχηματικά θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο αναφορικά με τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και ΜΜΕ, από το 1974 μέχρι το 1989. Σ’ αυτήν τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα αποτελούν φέουδο και φερέφωνο της (εκάστοτε) κυβέρνησης, που περιφρονούν (αρχικά) και υποβαθμίζουν (στη συνέχεια) την αριστερά. Η ενημέρωση ελέγχεται, αν δεν εκπορεύεται, από το εκάστοτε υπουργείο Τύπου, ενώ η γνώριμη πολιτική τοποθέτησης «ημετέρων» είναι ο κανόνας. Κατά την περίοδο 1974 – 1981 πολλά στελέχη της κρατικής ραδιοτηλεόρασης που υπηρέτησαν τη χούντα υπηρετούν με τον ίδιο ζήλο (ακόμα και από τη θέση του παρουσιαστή ειδήσεων), αν και με κάποιο φόβο, τη νέα κυβέρνηση της ΝΔ. Γύρω της άλλωστε στοιχίζονται τα περισσότερα (ουκ ολίγα) υπολείμματα της χούντας, τα οποία κατ’ ουσίαν τα αμνήστευσε. Η κατάσταση δεν αλλάζει μετά το 1981 και την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, παρά μόνο νέοι προϊστάμενοι, «πράσινοι» αυτή τη φορά, παίρνουν τη θέση των γαλάζιων και μαύρων. Τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα εξακολουθούν να αποτελούν φέουδο της (νέας) κυβέρνησης, τόσο στο περιεχόμενο της ενημέρωσης όσο και στο προσωπικό, στο οποίο προστίθενται νέοι κομματικοί φίλοι, πράσινης προέλευσης αυτή τη φορά. Τα πολιτικά θέματα, εξωτερικά και εσωτερικά, ιδίως οι ενέργειες των κυβερνήσεων ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου τα σημαντικότερα θέματα.

Σε ότι αφορά τα έντυπα, εξακολουθούν να κυριαρχούν λίγες στον αριθμό οικογενειακές επιχειρήσεις, εκδότες, άνθρωποι που βγήκαν από το χαρτί, δηλαδή μια βιοτεχνία του Τύπου (με τη θετική σημασία της λέξης). Για παράδειγμα, τέσσερις μόνο οικογένειες (Αθανασιάδη, Βλάχου, Λαμπράκη και Μπότση) ελέγχουν πάνω από το 50% της αγοράς. Οι εφημερίδες έχουν σαφή πολιτικό προσανατολισμό, αλλά και πολλαπλούς δεσμούς με την πολιτική εξουσία, την οποία και στηρίζουν. Δάνεια, αλλά κυρίως «πιέσεις», «χάρες», ιδεολογικοί δεσμοί, προσωπικές γνωριμίες, διοικητικός έλεγχος κ.ά., καθώς και έλεγχος της σχέσης των πολιτικών στελεχών με τα έντυπα από τον αρχηγό του κόμματος, είναι μερικά από τα μέσα με τα οποία επιτυγχάνεται ο πολιτικός έλεγχος των εντύπων.


«Αυριανισμός» και «τζάκια»

Ωστόσο, λίγο πριν την πρώτη εναλλαγή κυβέρνησης το 1981, εμφανίζεται και η πρώτη σημαντική αλλαγή στα «μεταπολιτευτικά» ΜΜΕ. Πρόκειται για τον «αυριανισμό», του οποίου το αισθητικό και πολιτικό κιτς αλλά κυρίως η χυδαιότητα (όπως σμιλεύτηκε από την εφημερίδα «Αυριανή») χαρακτηρίστηκαν, λανθασμένα νομίζω, ως «λαϊκισμός». Σε μια κοινωνία που σταδιακά γλιστρούσε στον καταναλωτισμό και τη φτηνή ψυχαγωγία (και ασυνείδητα και προς τον νεοφιλελευθερισμό), συνεπεία και της πολιτικής «παροχών», εμφανίστηκε ο «αυριανισμός». Ήταν η πρώτη ατόφια μορφή κιτρινισμού στον ελληνικό Τύπο. Σε συνδυασμό με την κουλτούρα της βιντεοταινίας και του σκυλάδικου, συνέβαλε στο σχηματισμό μιας νέας όλο και πιο αποιδεολογικοποιημένης, κυνικής ή και χυδαίας, αλλά «στρατευμένης» πολιτικά νοοτροπίας. Ο «αυριανισμός» θα αποτελέσει αργότερα το πολιτιστικό έδαφος στο οποίο αναπτύχθηκε το μεγαλύτερο τμήμα της «ελεύθερης», ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης, καθώς και των εμπορικών εντύπων, ιδιαίτερα των ταμπλόιντ και των περιοδικών.

Την περίοδο αυτή, της οποίας τη δεύτερη φάση άνοιξε ο «αυριανισμός», θα την κλείσει το σκάνδαλο Κοσκωτά, που ήταν μια επιχείρηση άλωσης και ελέγχου του παραδοσιακού Τύπου από την κρατική εξουσία, με όχημα τον επιχειρηματία Κοσκωτά, αλλά συνάμα ήταν και η απαρχή της κρίσης του Τύπου. Ο Κοσκωτάς εκπροσωπούσε τα «νέα τζάκια» (όρος τον οποίο αν δεν απατώμαι εισάγαγε το περιοδικό του Κοσκωτά ΕΝΑ), τα οποία δημιούργησε η 8ετία του ΠΑΣΟΚ. Κάτι ανάλογο συνέβαινε σε κάθε προηγούμενη σημαντική πολιτική αλλαγή στη διακυβέρνηση της χώρας (με τον Καραμανλή τη δεκαετία ’50, ή τη χούντα). Συνέβη και μετά τον Κοσκωτά, σε μεταγενέστερες αλλαγές στη διακυβέρνηση της χώρας (με τον Σημίτη, τον Καραμανλή το νεώτερο και σήμερα με τον Σαμαρά). Κάθε νέο σύστημα διακυβέρνησης φτιάχνει τα δικά του «τζάκια» και τη δική του κοινωνική βάση. Στη συνέχεια, τα νέα, κάθε φορά, τζάκια, μεταξύ άλλων, εφορμούσαν εναντίον των ΜΜΕ αφενός για να ικανοποιήσουν τα γούστα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας που απαιτούσε η νέα κοινωνική βάση που δημιούργησε το αντίστοιχο σύστημα διακυβέρνησης, και αφετέρου για να παίξουν το ρόλο του κουκλοπαίχτη απέναντι στο κοινό, προς όφελος των κομμάτων που βρίσκονται στην κυβέρνηση ή περιμένουν στον προθάλαμό της, αλλά και για να κερδίσουν, εν τέλει, μέσω των δυο προηγούμενων, ίδιο όφελος.


Η περίοδος της «διαπλοκής»

Αν η περίοδος άνοιξε με το αλισβερίσι εκδοτών και πολιτικής εξουσίας, θα κλείσει με τη δημιουργία του τριγώνου πολιτική εξουσία – επιχειρηματίες – ΜΜΕ (και αντίστροφα) ή αλλιώς του φαινομένου της διαπλοκής. Η διαπλοκή δεν είναι, όπως πιστεύεται από κάποιους, η καταστροφή των προηγούμενων σχέσεων πολιτικής εξουσίας και ΜΜΕ. Αν και απειληθήκαν οι παραδοσιακοί εκδότες (και γι’ αυτό ανέδειξαν και πολέμησαν το φαινόμενο Κοσκωτά), είναι η συνέχειά των σχέσεων αυτών στο νέο «επιχειρηματικό», «ιδιωτικό», «θεαματιστικό» και φτηνό ψυχαγωγικό περιβάλλον. Γι’ αυτό και η «διαπλοκή» αποτελεί την απαρχή μιας νέας περιόδου στην εξέλιξη των σχέσεων πολιτικού συστήματος και ΜΜΕ, και συχνά την υπηρέτησαν και αυτοί που την κατάγγελλαν.

Η δεύτερη μεταπολιτευτική περίοδος που ουσιαστικά με το «φαινόμενο Κοσκωτά» διαρκεί περίπου μέχρι το ξέσπασμα της «κρίσης» το 2009 (δηλαδή την κινεζοποίηση της χώρας και τη φτωχοποίηση των εργαζομένων). Τυπικά, εγκαινιάζεται με την ίδρυση ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών και την άλωση του Τύπου από κατασκευαστές, εφοπλιστές, βιομήχανους κ.ά. επιχειρηματίες προς τα τέλη της δεκαετίας ’90. Η άλωση του ραδιοτηλεοπτικού πεδίου από τους επιχειρηματίες έγινε με την άμεση ή έμμεση υποστήριξη των κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένης και της οικουμενικής κυβέρνησης του ‘89, από την οποία πήραν «προσωρινές» (και πλέον μονιμότατες) άδειες ραδιοτηλεοπτικών σταθμών. Πέντε ιδιωτικοί σταθμοί, το 2008 έφτασαν να συγκεντρώνουν περίπου το 70% του τηλεοπτικού κοινού. Παραδόξως, όσο περισσότερο «έμπαιναν μέσα» από οικονομική άποψη οι ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις, τόσο επεκτείνονταν. Είναι η χρυσή περίοδος της διαπλοκής. Κρατικό χρήμα (λ.χ. δημόσια έργα) κατευθύνεται προς στους μητρικούς ομίλους, στους οποίους ανήκουν οι επιχειρήσεις ΜΜΕ ή και προς τις ίδιες τις επιχειρήσεις των ΜΜΕ (π.χ. κρατική διαφήμιση), κι αυτά προσφέρουν ως αντάλλαγμα πολιτική υποστήριξη στα κόμματα του δικομματισμού. Και ο κύκλος επαναλαμβάνεται όταν τα κόμματα του δικομματισμού γίνονται κυβέρνηση.

Α propos, η ουσία της διαπλοκής βρίσκεται στην αιμομικτική ανταλλαγή πολιτικής δύναμης (στήριξης) έναντι χρήματος, στη μετατροπή της οικονομικής δύναμης σε πολιτική και αντιστρόφως. Αυτό είναι και η βάση της σύγκλισης πολιτικής, οικονομικής και επικοινωνιακής εξουσίας. Πολλοί κατηγορούν τις επιχειρήσεις ΜΜΕ ως ατμομηχανή της διαπλοκής. Αυτό είναι λάθος επειδή, παρά το μέγεθος των ιδιωτικών επιχειρήσεων που στήθηκαν στο χώρο των ΜΜΕ και στην «πραγματική οικονομία», το κράτος παραμένει, ιδιαίτερα εκείνη την περίοδο, ο μεγαλύτερος καπιταλιστής. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσαν (όπως και δεν μπορούν ακόμα) να σταθούν τα, εκάστοτε, «νέα τζάκια». Οι επιχειρηματίες ΜΜΕ είναι απλώς οι εισπράκτορες του τραίνου της διαπλοκής. Όσοι στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, συμπλέκονται με το κράτος, στο τέλος διαπλέκονται αναπόφευκτα μαζί του και την ανάγκη του να στηριχθεί πολιτικά.

Στην περιοχή των εντύπων, όπως και στα ραδιοτηλεοπτικά, κυριαρχούν κατά βάση οι ίδιοι επιχειρηματίες. Οι πωλήσεις των εφημερίδων πέφτουν, μια τάση που εμφανίστηκε ήδη κατά την περίοδο 1987 – 1988 με το σκάνδαλο Κοσκωτά, με ταχύτατους ρυθμούς, συνεπεία και της εξάπλωσης της ιδιωτικής τηλεόρασης. Παρά ταύτα, οι επιχειρηματίες του Τύπου επεκτείνονται σταδιακά και σε άλλους κλάδους, όπως στη μουσική βιομηχανία, σε άλλες μορφές εκδόσεων, καθώς και στο χώρο της ραδιοτηλεόρασης, αλλά και σε τομείς που είναι ξένοι προς τα ΜΜΕ, δημιουργώντας μεγάλους ομίλους. Για παράδειγμα, το 2008, τέσσερις όμιλοι (Τεγόπουλος, Πήγασος ΔΟΛ, Καθημερινή) είχαν στον έλεγχό τους πάνω από το 50% της αγοράς. Πάντα με τη βοήθεια του από «μηχανής θεού». Και όσο συμβαίνει αυτό τόσο ενισχύεται και παραμένει κραταιός ο δικομματισμός.


Lifestyle και αμερικανοποίηση

Σε ότι αφορά την κάλυψη, τα πράγματα αλλάζουν. Αν και τα πολιτικά θέματα εξακολουθούν να δεσπόζουν στην ενημέρωση, εν τούτοις αυτή στρέφεται με ένταση και σε «ελαφρά θέματα» (προσπαθώντας να μιμηθεί την αμερικανική τηλεόραση), ενώ ακόμα και η κάλυψη της πολιτικής γίνεται με διασκεδαστικό τρόπο. Είναι η εποχή που αρχίζει να απογειώνεται η ενημερωδιασκέδαση και να συντελείται η αμερικανοποίηση της πολιτικής, με τις πρώτες εκλογές «του καναπέ» το 1996, και το πρώτο ντιμπέϊτ Σημίτη – Έβερτ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα έντυπα. Τα μεν περιοδικά παίρνουν μια σαφή και έντονη στροφή προς το lifestyle, άλλωστε είναι η εποχή της φρενήρους εξάπλωσης της καταναλωτικής ιδεολογίας, που επενδύεται μουσικά με την κουλτούρα του σκυλάδικου και της Μυκόνου. Την ίδια στιγμή, εκτός από τα «ελαφρά θέματα», τα οποία προσθέτουν διαρκώς περισσότερες σελίδες ή εμφανίζονται όλο και πιο συχνά στα πρωτοσέλιδα, σημαντικός αριθμός εφημερίδων περνά στην ταμπλόιντ έκδοση. Τα «δώρα» που τις συνοδεύουν (από λεξικά, cd και γκραβούρες μέχρι διαμερίσματα) είναι η χειροπιαστή μορφή της διαπλοκής. Ένα μέρος του συνόλου των εκδόσεων καταλαμβάνεται από κουτσομπολίστικα περιοδικά, που αυξάνουν σε τίτλους και αναγνώστες, ενώ σημαντική θέση ανάμεσά τους κατακτούν σταδιακά και οι αθλητικές εφημερίδες με τη γνωστή οπαδική (εκτός από διαπλεκόμενη) λογική.


Μετά την κατάρρευση του χρηματιστηρίου
Το πρώτο ταρακούνημα θα έλθει με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου το 1999, από το οποίο δεν θα συνέλθουν οι περισσότεροι «επενδυτές» μέχρι και σήμερα, και φυσικά αυτό επηρεάζει την οπτική και τη σχέση τους με ΜΜΕ, τα οποία ακολουθούσαν πριν σαν γκουρού προκειμένου να κάνουν την «καλή» επένδυση. Την οικονομική ενίσχυση των νοικοκυριών από το κράτος μέσω των μισθών, την έχει ήδη αντικαταστήσει ο τραπεζικός δανεισμός των ιδιωτών, ενώ και η δύναμη των επιλεγμένων από την πολιτική εξουσία της περιόδου 1996 – 2009 ολιγαρχών πηγάζει τόσο από τη διαπλοκή όσο και από τον τραπεζικό δανεισμό. Η διευρυμένη κατανάλωση (που εξασφαλίζει κοινωνική και πολιτική σταθερότητα, αλλά και μεγάλα κέρδη) φεύγει σταδιακά από την πολιτική παροχών για να περάσει στις τράπεζες και τον ιδιωτικό δανεισμό. Όπως θα φανεί στη συνέχεια, το κεφάλαιο το συμφέρει περισσότερο να δανείζουν οι τράπεζες στα ΜΜΕ ώστε αυτά να ελέγχουν τις συνειδήσεις των πολιτών, αντί να ανέχονται μια πολιτική παροχών και δημοσίων επενδύσεων, σε μια εποχή που τα ποσοστά κέρδους τους πέφτουν, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση 2007 – 2008 (Lehman Brothers). Όμως δεν πέφτουν μόνο τα ποσοστά κέρδους. Εξακολουθούν να πέφτουν και οι πωλήσεις των εφημερίδων (από 1.130.00 φύλλα το 1989 μειώνονται στις 430.100 φύλλα το 2008). Σ’ αυτό συνέδραμε όχι μόνο η ανάπτυξη του διαδικτύου, αλλά και η κριτική της αξιοπιστίας των συστημικών ΜΜΕ, η οποία βγαίνει από τα πανεπιστήμια και τους κύκλους διανοουμένων και ενεργών πολιτών και διαχέεται σε όλη την κοινωνία, όπως δείχνουν οι μετρήσεις του ευρωβαρομέτρου.


Ρατσισμός και εθνικισμός: Η ραχοκοκαλιά της ενημέρωσης

Μιλώντας για την κάλυψη χρειάζεται να αναφέρουμε πως δυο ιδεολογικές συνιστώσες της κρατικής ιδεολογίας που αναπαράγουν τα κόμματα εξουσίας, η εκκλησία, το σχολείο, ο στρατός, η αστυνομία και άλλοι κατασταλτικοί και ιδεολογικοί μηχανισμοί, και τις οποίες εξελίσσουν αριστοτεχνικά τα ΜΜΕ, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ενημέρωσης, αλλά και της ψυχαγωγίας, τόσο στα έντυπα όσο (ιδιαίτερα) και στα ραδιοτηλεοπτικά. Η μια συνιστώσα είναι ο ρατσισμός που άρχισε φουντώνει με την έλευση των οικονομικών μεταναστών από τις αρχές της δεκαετίας ’90 και μετά (εστίαση στους αλλοδαπούς δράστες ή στην εθνική ταυτότητα των δραστών, περίπολα από πολίτες κ.ά. γίνονται σταθερό πιάτο στο μενού των ειδήσεων, των ενημερωτικών εκπομπών, αλλά και των σειρών). Πώς άλλωστε θα γίνονταν, όταν λ.χ. μια περίοδο, το 25% των ειδήσεων του δεύτερου μεγαλύτερου ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού ήταν αφιερωμένες στην εγκληματικότητα;

Η δεύτερη ιδεολογική συνιστώσα, ο εθνικισμός, αν και γνώριμη από παλιά, επίσης φούντωσε κατά τη δεκαετία του ’90. Τα ΜΜΕ έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ αυτό. Το μακεδονικό και η κρίση των Ιμίων αποτέλεσαν το καύσιμο της εθνικιστικής ανάφλεξης των ΜΜΕ. Πολλά σκοταδιστικά στοιχεία του πολιτιστικού και ιδεολογικού περιβάλλοντος που εξέλιξαν «δημιουργικά» τα ΜΜΕ, αλλά κυρίως αυτές τις δυο ιδεολογικές συνιστώσες, είναι το κεφάλαιο που ρευστοποίησε πολιτικά η Χρυσή Αυγή, την οποία κατά τα άλλα κατακεραυνώνουν στα ρεπορτάζ τους τα σοβαρά συστημικά ΜΜΕ. Το κάνουν όμως κατόπιν εορτής, ίσως και υποκριτικά, αφού μαζί με τα κόμματα εξουσίας έβαλαν το νερό στο αυλάκι που έφτιαξε η «κρίση».


Η «αλλαγή» της διαπλοκής

Με το ξέσπασμα της ελληνικής οικονομικής κρίσης το 2009 μπαίνουμε και στην τελευταία (για την ώρα) φάση των σχέσεων των ΜΜΕ με την οικονομική και πολιτική εξουσία (που άλλωστε πάντα αντανακλάται και στο περιεχόμενο των ΜΜΕ). Το σύνολο των συστημικών ΜΜΕ, συνδεδεμένα μέσω της διαπλοκής με το δικομματισμό, στηρίζουν τις επιλογές του. Άλλωστε αυτά είναι που έκαναν «βούκινο» σε όλο τον κόσμο την επιλογή του τότε πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου να χαρακτηρίσει την ελληνική οικονομία «Τιτανικό». Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν πως ο χαρακτηρισμός της χώρας ως Τιτανικού οδήγησε στις αρνητικές αξιολογήσεις των Διεθνών Οίκων, στον αποκλεισμό της από τις αγορές και εν τέλει στο ΔΝΤ (την οποία προέβλεπε από το 2008, μάλλον ευμενώς, ο άτολμος Κ. Σημίτης). Η ενέργεια αυτή αποδείχθηκε μπούμερανγκ καθώς η συνταγή της τρόικας και του ΔΝΤ για περικοπές μισθών και συντάξεων οδήγησαν σε μείωση της κατανάλωσης, και τη διαφημιστική δαπάνη σε απώλειες άνω του 50%. Ενώ η συρρίκνωση των δημοσίων επενδύσεων (αποτέλεσμα πάλι της συνταγής ΔΝΤ) στέρησε από τους καναλάρχες και επιχειρηματίες τα έσοδα των δημόσιων έργων.

Όμως σε αυτό το σημείο είναι που άλλαξε η δομή της διαπλοκής και επιπλέον έγινε ακόμα πιο σκληρή, ενώ η στάση των συστημικών ΜΜΕ έγινε απροκάλυπτα προπαγανδιστική. Πολλές άλλες (εκτός από ΙΜΑΚΟ, Άλτερ κ.ά.) επιχειρήσεις και ΜΜΕ θα έπρεπε να έχουν κλείσει είτε με τους νόμους της αγοράς είτε (και) με τους νόμους τους κράτους, καθώς τεράστιοι όμιλοι που σήμερα συγχωνεύονται βρέθηκαν να έχουν ίδια κεφάλαια κάτω του 10% της αρχικής κεφαλαιοποίησης. Και όπως προβλέπει ο νόμος Ν.2190/1920, με τις τροποποιήσεις που έγιναν το 2007, αυτά θα έπρεπε να έχουν κλείσει. Δεν κλείνουν όμως, αντιθέτως παίρνουν διαρκώς νέα δάνεια. Γεγονός που εκτός των άλλων επιβαρύνει στο δημόσιο χρέος (για το οποίο υποτίθεται πως μπήκαμε στο μνημόνιο), καθώς τα δάνεια που δίνουν οι ανακεφαλαιοποιημένες τράπεζες στα ΜΜΕ προέρχονται από το μηχανισμό στήριξης, περιλαμβάνονται στο δημόσιο χρέος και τα πληρώνουν οι κάτοικοι της Ελλάδας με φόρους και χαράτσια. Στην πραγματικότητα τα ιδιωτικά ΜΜΕ είναι ιδιωτικά μόνο ως προς την ιδιοκτησία τους. Ως προς τη χρηματοδότησή τους, είναι πρακτικώς δημόσια.

Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό είναι απλός και, πλέον, προφανής. Όπως δείχνει σειρά ελληνικών και ξένων ερευνών, τα συστημικά ΜΜΕ κατά την κάλυψη της «κρίσης» συντάσσονται απόλυτα με τις μνημονιακές επιλογές της κυβέρνησης και συμβάλλουν τα μέγιστα ώστε αυτές να γίνουν αποδεκτές από τον ελληνικό λαό. Με άλλα λόγια χωρίς τη στήριξη των συστημικών ΜΜΕ, η εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών θα ήταν αδύνατη. Μετά την κυβέρνηση, τα εν λόγω ΜΜΕ είναι ο πλέον σημαντικός μηχανισμός για την επιβολή των μνημονιακών πολιτικών στην Ελλάδα. Είναι δε ενδιαφέρον ότι σε ότι αφορά αυτές τις πολιτικές, τα συστημικά ΜΜΕ είναι βασιλικότερα ακόμα και από την κυβέρνηση που τις αποφασίζει και τις εφαρμόζει. Αυτά τα ΜΜΕ δεν εκπροσωπούν τους πολίτες για να ελέγχουν την κυβέρνηση (αν ποτέ συνέβαινε αυτό στην Ελλάδα) αλλά αντίθετα εκπροσωπούν την κυβέρνηση και την τρόικα, και ασκούν κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο πάνω στους πολίτες.


Η «ανταρσία» της ΕΡΤ

Και ενώ η μνημονιακή κυβέρνηση και η τρόϊκα ελέγχουν απόλυτα τα ιδιωτικά συστημικά ΜΜΕ, η «ανταρσία» ξεσπά εκεί που δεν το περιμένουν. Στην, επί δεκαετίες φερέφωνο των κυβερνήσεων, κρατική ΕΡΤ. Η «ανταρσία» της ΕΡΤ ήταν αποτέλεσμα δυο αλληλένδετων παραγόντων. Αφενός της ανόδου του Σύριζα, στον οποίον θα έπρεπε πλέον να παραχωρεί σημαντικό χώρο μετά το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου 2012, καθώς ήταν επί δεκαετίες συνηθισμένη στην πολιτική λογική της κάλυψης των γεγονότων. Αφετέρου ήταν προϊόν της ριζοσπαστικοποίησης των εργαζομένων της, την οποία προκάλεσε η «κρίση».

Προκειμένου να ανακτήσει το απόλυτο πολιτικό έλεγχο της ΕΡΤ, η τρικομματική κυβέρνηση Σαμαρά την διέλυσε με πραξικοπηματικά Αυτό είναι το σημαντικότερο γεγονός στις σχέσεις ΜΜΕ και πολιτικής, όχι μόνο αυτής της περιόδου, αλλά ίσως και όλης της ιστορίας των ελληνικών ΜΜΕ, και είναι σημαντικό για τα ραδιοτηλεοπτικά πράγματα και εκτός των συνόρων της χώρας. Ακολούθως η κυβέρνηση διένειμε τα ιμάτια της ΕΡΤ στην υπηρεσία ενημέρωσης του ΥΠΟΙΚ και τους (συνασπισμένους στη Digea) επιχειρηματίες των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Έτσι, συνεπής στο ακραίο νεοσυντηρητικό της πρόγραμμα, η κυβέρνηση Σαμαρά χρησιμοποίησε νεοφιλελεύθερες πολιτικές για να πετύχει πρωτίστως πολιτικά αποτελέσματα.


«Εξορθολογισμός» για διατήρηση του ρόλου

Η στροφή των πολιτών στο διαδίκτυο, η ευρεία ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής προς τα συστημικά ΜΜΕ, δημόσιας σφαίρας, η αναξιοπιστία των ΜΜΕ που τα κάνει αναποτελεσματικά πλέον στον πολιτικό τους ρόλο (κάτι που σχετίζεται και με την αυξημένη χρήση των κατασταλτικών μηχανισμών), σε συνδυασμό με τα υπέρογκα χρέη τους οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην ανασύνταξη του σημερινού τοπίου των ΜΜΕ. Από τη μια επιδιώκεται ο «εξορθολογισμός» κόστους – (πολιτικού) οφέλους, ιδιαίτερα τώρα που το μνημόνιο, ακόμα και όταν εκπνεύσει, θα έχει μετουσιωθεί σε οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα με την αμέριστη συνδρομή των ΜΜΕ. Από την άλλη, καθώς το πολιτικό σύστημα πνέει τα λοίσθια και επίκεινται σημαντικές αλλαγές, επιδιώκεται, με τη βοήθεια αυτού του «εξορθολογισμού», να διατηρηθεί ο ρόλος των συστημικών ΜΜΕ και στην μελλοντική πολιτική ζωή της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που αποτελεί ήδη πραγματικότητα, το αποτέλεσμα της 40χρονης πορείας της «μεταπολίτευσης» αναφορικά με τη σχέση πολιτικής εξουσίας και ΜΜΕ, είναι η σύγκλιση σε ένα σκληρό πυρήνα, της οικονομικής, πολιτικής και επικοινωνιακής εξουσίας, η αναίρεση του αρχικού πνεύματος της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, της μεταπολίτευσης χωρίς εισαγωγικά. Το ζητούμενο είναι αν αυτός ο σκληρός πυρήνας θα διαλυθεί ή θα συνεχίσει να καθορίζει τη μοίρα της χώρας και της πλειοψηφίας των κάτοικων της για επόμενα 40 χρόνια.

* Γιώργος Πλειός, Καθηγητής Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ, Πανεπιστημίου Αθηνών

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Αύγ 21, 2014 6:54 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

-

TVXS Αφιέρωμα - Μεταπολίτευση


ΠΑΣΟΚ, ο κυρίαρχος της Μεταπολίτευσης

Παναγιώτης Κωνσταντίνου


Το ΠΑΣΟΚ αποτελεί τον κυρίαρχο της Μεταπολίτευσης. Από την ίδρυση και την ανάληψη της εξουσίας, μέχρι το «Βρώμικο ‘89» και τον «εκσυγχρονισμό» του Κώστα Σημίτη, ο Πέτρος Πιζάνιας, καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο μιλάει στο Tvxs.gr για την άνοδο και την πτώση του κόμματος που πρωταγωνίστησε στην Ελλάδα για τέσσερις δεκαετίες, στο πλαίσιο του πολυήμερου αφιερώματος για την συμπλήρωση 40χρόνων από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστρέφει στην Ελλάδα στα μέσα Αυγούστου του 1974, σχεδόν ένα μήνα μετά την πτώση της Χούντας και την άφιξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Αθήνα (24 Ιουλίου). Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974 θα ιδρύσει το ΠΑΣΟΚ με βάση τέσσερις αρχές, όπως παρουσιάστηκαν στην ιδρυτική διακήρυξη: «Εθνική Ανεξαρτησία, Λαϊκή Κυριαρχία, Κοινωνική Απελευθέρωση, Δημοκρατική διαδικασία».

Οι βάσεις του ΠΑΣΟΚ, όπως εξηγεί ο κ. Πιζάνιας, βρίσκονται στη δεκαετία του ’60. «Ήταν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 όταν εμφανίστηκε ένα είδος ‘ριζοσπαστικής πτέρυγας’ στο πλαίσιο της Ένωσης Κέντρου. Τότε κάνουν την εμφάνισή τους ορισμένα συνδικαλιστικά και πολιτικά στελέχη. Μετά το Πραξικόπημα του ’67 κάποια από αυτά τα στελέχη θα ενταχθούν στο ΠΑΚ (* Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Κίνημα - οργάνωση που ίδρυσε ο Παπανδρέου στο πλαίσιο του αντιδικτατορικού αγώνα). Το ΠΑΚ δεν ήταν καμία σπουδαία αντιστασιακή οργάνωση. Εξάλλου με εξαίρεση τον Ρήγα Φεραίο καμία αντιδικτατορική οργάνωση δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη».

Με την πτώση τους Χούντας εμφανίζεται, ιδρυτικά πλέον, το ΠΑΣΟΚ, το οποίο εντάσσει στην πολιτική ζωή τον όρο «Σοσιαλιστικό». «Αυτό ήταν και το στοιχείο που ενισχύει την επιρροή του», σημειώνει ο Πέτρος Πιζανίας και συνεχίζει: «Μέχρι εκείνη την περίοδο η πόλωση ερχόταν από τον εμφύλιο και ήταν ανάμεσα σε Κομμουνιστές και Δεξιούς. Το ΠΑΣΟΚ με τον όρο ‘Σοσιαλιστικό’ εμφανίζεται ως η νέα Κεντροαριστερά χωρίς όμως να έχει σχέση με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης εκείνης της περιόδου. Ήταν θα λέγαμε ένα ριζοσπαστικό κόμμα και δεν είναι τυχαίο πως με τις πρώτες εκλογές παίρνει ποσοστό 13,5%, που αντιστοιχούσε σε 15 βουλευτές. Με την πρώτη εμφάνισή του εδραιώνεται ως ένα κόμμα ριζοσπαστικό, σοσιαλιστικό και λαϊκό», δηλαδή ένα κόμμα με απήχηση σε λαϊκά στρώματα.

Την ίδια περίοδο τα δύο κομμουνιστικά κόμματα (ΚΚΕ Εσωτερικού και ΚΚΕ) συνεργάζονται και δημιουργούν τον συνασπισμό της Ενωμένης Αριστεράς. «Θεωρώ πως η ένωση με το ΚΚΕ ήταν ένα μεγάλο λάθος του ΚΚΕ εσωτερικού και προσωπικά του Λεωνίδα Κύρκου. Το ΚΚΕ εκείνη την περίοδο ήταν πάρα πολύ αδύναμο, οριακά ανύπαρκτο, και πέρα από τη συνεργασία ο Λεωνίδας Κύρκος παραχωρεί στην ουσία όλα τα σύμβολα στο ΚΚΕ. Ήταν μια κίνηση ακατανόητη πολιτικά δεδομένου ότι ακύρωνε αφενός την πολύ θετική διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ το 1968 και κυρίως ακύρωνε στην πράξη τον ευρωκομμουνιστικό προσανατολισμό του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ήταν φυσικό συνεπώς ότι η Ενωμένη Αριστερά αντιμετωπίστηκε αρνητικά από ένα μεγάλο μέρος του Αριστερού κόσμου, που προέρχονταν από την ΕΔΑ και το ριζοσπαστικό τμήμα του Κέντρου και άφησε πολύ χώρο κοινωνικής επιρροής στο ΠΑΣΟΚ».

Στα χρόνια που ακολούθησαν τις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης το ΠΑΣΟΚ δυναμώνει. Στις εκλογές του 1977 θα διπλασιάσει το ποσοστό του και θα εκλέξει συνολικά 92 βουλευτές καταλαμβάνοντας τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ποιες ήταν όμως οι αιτίες αυτής της ραγδαίας αύξησης των ποσοστών, που οδηγούν το ΠΑΣΟΚ προς την εξουσία;
«Υπάρχουν δύο επίπεδα ανάλυσης για να καταλάβουμε την ραγδαία άνοδο του ΠΑΣΟΚ. Το πρώτο είναι ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται το κόμμα. Υπάρχει μια έντονη λαϊκή δραστηριότητα νέων ριζοσπαστικοποιημένων και μορφωμένων ανθρώπων που οργώνουν όλη τη χώρα, επαρχία και πόλεις, και οργανώνουν το ΠΑΣΟΚ. Μια τεράστια δραστηριότητα νέων στελεχών, που έχουν αναφορές στη ριζοσπαστικοποίηση των νέων κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο της Χούντας. Ουσιαστικά το ΠΑΣΟΚ αυτοοργανώνεται, όπως είχε αναφέρει και στο κάλεσμά του, κατά την ιδρυτική διακήρυξη, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Μέσω αυτής της διαδικασίας κερδίζει σε μεγάλο βαθμό το λαϊκό στοιχείο. Το δεύτερο είναι το γεγονός πως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την ίδια περίοδο, παρά τη σχετικά ‘τολμηρή’ πολιτική του σε σχέση με την πολιτική που ακολούθησε πριν από την Χούντα, κρατάει στο ακέραιο μέσα στη ΝΔ τους πάντες: Χουντικούς, δωσίλογους, ακροδεξιούς, παρακρατικούς κ.α. Ουσιαστικά ο Καραμανλής αρνείται τον εκσυγχρονισμό της Δεξιάς και αυτό επίσης δημιούργησε πολύ χώρο για το ΠΑΣΟΚ», τονίζει ο κ. Πιζάνιας


Ο καθοριστικός ρόλος του Ανδρέα Παπανδρέου

Σε αυτό το σημείο υπογραμμίζει και τον ρόλο του Ανδρέα Παπανδρέου. «Χωρίς τον Ανδρέα Παπανδρέου το ΠΑΣΟΚ δεν θα υπήρχε», εξηγεί και συνεχίζει: «Η παρουσία του είναι καθοριστική. Ήταν ένας εξαιρετικά πολιτικοποιημένος διανοούμενος, με υψηλού επιπέδου μόρφωση και καλλιέργεια, με βαθιά γνώση της ελληνικής κοινωνίας και έντονα τα στοιχεία της αμερικανικής αριστεράς, αυτού του ιδιότυπου αμερικανικού ριζοσπαστιμού. Είχε όλες τις προϋποθέσεις και επιπλέον ήταν ένας πολιτικός αρκετά σκληρός και άτεγκτος όταν αντιμετώπιζε τους αντιπάλους του, εκτός αλλά και εντός κόμματος». Ενδεικτικά ο κ. Πιζάνιας αναφέρει τη μαζική διαγραφή στελεχών από το ΠΑΣΟΚ μέσω της οποίας εκκαθαρίζει το κόμμα από όσους είχαν ευρωπαϊκό προσανατολισμό και σχετικοποιούσαν την κυριαρχία του Α. Παπανδρέου. «Με αυτόν τον τρόπο, μένει ο απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής έκφρασης του ΠΑΣΟΚ».

Όπως υπογραμμίζει, ένα ακόμη σημείο κλειδί για την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία είναι επίσης πως από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τα πρώτα χρόνια του ’70 καταγράφεται μια σημαντική στροφή στην ελληνική κοινωνία, την οποία θα αντιληφθεί και θα αξιοποιήσει τα επόμενα χρόνια ο Ανδρέας Παπανδρέου. «Σχετικά με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ πρέπει να σκεφτούμε και τα βαθύτερα ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας. Δυναμικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας πραγματοποιούν τότε μια στροφή με αποκλειστική επιδίωξη την οικονομική ευμάρεια. Ενδιαφέρονται περισσότερο να βγάλουν χρήματα, παρά να κινητοποιηθούν πολιτικά.
Με την πτώση της Χούντας ο Ανδρέας Παπανδρέου έρχεται και νομιμοποιεί ιδεολογικά τον κόσμο που πλέον δεν ενδιαφέρεται για τόσο πολύ για ιδεολογικοπολιτικά ζητήματα και έχει στραφεί προς τον πλουτισμό. Εν ολίγοις αναγνωρίζει την ‘Αριστεροσύνη’ αλλά επιπλέον την απενοχοποιεί δίνοντάς της και το δικαίωμα του πλουτισμού. Αλλά και γενικότερα απενοχοποιούσε τον λαό ο οποίος ενώ στην μεγάλη πλειονότητά του είχε συμβιβαστεί με την Χούντα παρουσιαζόταν από τον Α. Παπανδρέου ως μαχόμενος. Τίποτε από αυτά η αριστερά δεν μπορούσε να το διανοηθεί, πόσο μάλλον ότι ήταν καθηλωμένη σε ένα πνεύμα μαρτυρολογικό, δηλαδή ενοχοποιητικό».

«Την ίδια στιγμή η παραδοσιακή Αριστερά περιθωριοποιείται. Το ΚΚΕ Εσωτερικού κερδίζει κυρίως κόσμο από τον καλλιτεχνικό χώρο και τους διανοούμενους εν γένει, το δε ΚΚΕ κάνει τη στροφή προς μια κλειστή πολιτική, που απλώς συντηρούσε το κόμμα. Όμως το ΚΚΕ είχε και κάποια πλεονεκτήματα: Είχε πάρει όλα τα σύμβολα και είχε και έναν χαρισματικό ηγέτη, τον Χαρίλαο Φλωράκη και μια πολύ πλούσια χρηματοδότηση από την Σοβιετική Ένωση».

Ιστορικά η παραδοσιακή Αριστερά έχει κατηγορήσει το ΠΑΣΟΚ για παραπλάνηση της ελληνικής κοινωνίας, στην οποία παρουσιάστηκε ως ένα κόμμα με Αριστερές ιδέες για να ανέλθει στην εξουσία. «Όταν κάποιος στέκεται από μόνος του στην κόψη του ξυραφιού και ο πολιτικός του αντίπαλος τον σπρώξει και πέσει, δεν φταίει ο αντίπαλος. Το ΠΑΣΟΚ στην ουσία δεν πλάνεψε κανέναν. Οι ιδέες της Αριστεράς δεν ήταν κάποια κατοχυρωμένη ιδιοκτησία και το ΚΚΕ τις χειρίστηκε με τον πιο παρωχημένο και ακαλλιέργητο τρόπο, θα έλεγα σκοταδιστικά. Το δε ΚΚΕ εσωτερικού διέθετε μεν αριστερό λόγο νεοτερικό και ευρωπαϊκό, αλλά όπως είπαμε πριν δεν μπορούσε να τον διαχειριστεί πολιτικά, σχεδόν δεν ήξερε τι να τον κάνει. Μοιραία, συνεπώς, στην πολιτική αρένα κέρδισε τις ιδέες και τους ανθρώπους το ΠΑΣΟΚ», απαντάει ο κ. Πιζάνιας. Και προσθέτει: «Πολλά από τα συνθήματα του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν δημαγωγικά αλλά να μην ξεχνάμε πως άλλα τόσα ήταν δημεγερτικά. Όπως τα βασικά του συνθήματα για κοινωνική απελευθέρωση, η κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια αμερικανοκρατίας κτλ.»


Η «Αλλαγή»: Άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία

Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές του ’81 με ποσοστό 48%. Σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση με 173 βουλευτές και ο Ανδρέας Παπανδρέου βρίσκεται στην πρωθυπουργία. «Όταν το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε την εξουσία η μισή Αθήνα δεν είχε αποχέτευση. Ένα σημαντικό τμήμα δεν είχε νερό πόσιμο. Τμήματα της χώρας δεν είχαν ηλεκτρικό ρεύμα. Οι επαρχιακοί δρόμοι ήταν καρόδρομοι. Η ακτοπλοΐα της χώρας αποτελείτο από σαπάκια. Αυτή ήταν η χώρα που παρέδωσε η τριακονταετής διακυβέρνηση της δεξιάς. Επίσης τα σχολεία ήταν λίγα και στοιχειώδους επιπέδου, ενώ τα Πανεπιστήμια ήταν ελάχιστα. Το σύστημα υγείας επίσης ήταν τραγικό με πέντε – έξι νοσοκομεία σε όλη τη χώρα.
Στην ουσία παραδόθηκε στο ΠΑΣΟΚ μια χώρα υπανάπτυκτη. Το ΠΑΣΟΚ προχώρησε σε μια αναμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας. Έχτισε υποδομές (δρόμους, αποχετεύσεις, αεροδρόμια, λιμάνια, δίκτυα ηλεκτροδότησης και υδροδότησης κ.α.), δημιούργησε νέο εκπαιδευτικό σύστημα (ανέγερση σχολείων, πολυκλαδικών, πανεπιστημίων, βιβλιοθηκών κ.α.), αλλά και το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Επίσης αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση. Ήταν μια μεγάλη πολιτική κίνηση από την πλευρά του Ανδρέα Παπανδρέου. Αυτή είναι η μία πλευρά του ΠΑΣΟΚ που δεν θα πρέπει να ξεχνάμε.

Η άλλη είναι η πλευρά της διαφθοράς. Μιας διαφθοράς, σε πρώτη φάση όχι πολύ μεγάλης, που εξαπλώνεται σταδιακά σε όλη την κοινωνία. Στις αρχές του ’80, δεύτερο με τρίτο χρόνο διακυβέρνησης, ξεκινάει μια σύγκρουση στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ μεταξύ των παλιών κεντρώων του κόμματος (κομματάρχες, πατρόνοι κλπ) και των νέων στελεχών που έχτισαν το ΠΑΣΟΚ από το ’74.
Σε αυτή τη σύγκρουση τα νέα στελέχη, οι ‘εκσυγχρονιστές’, ηττήθηκαν. Και δεν μιλάμε για τους ‘εκσυγχρονιστές’ του Σημίτη, αυτοί ήταν ακόμη χειρότεροι από τους Κεντρώους της περιόδου του ‘80. Μιλάμε για τους νέους ανθρώπους που ζητούσαν ένα αυστηρό κράτος, λειτουργικό, υψηλού επιπέδου, με προσανατολισμό σε ευρωπαϊκά κριτήρια. Ο Ανδρέας Παπανδρέου εκτίμησε πως το ρεύμα της κοινωνίας ήταν υπέρ των Κεντρώων και καιροσκοπικά πήρε το μέρος τους. Αυτό οδήγησε σε μια ήττα των εκσυγχρονιστών αλλά και σε μια μεγάλη ζημιά για τη χώρα.

Στόχος των κεντρώων ήταν μια οργάνωση τύπου κομματαρχών και βλαχοδημάρχων. Έτσι στήνεται ξανά το πελατειακό κράτος με νέους όρους σε σχέση με αυτό που είχε στήσει η δεξιά. Τμήματα των πολιτών ενσωματώνονται στο ΠΑΣΟΚ έχοντας τα δικά τους οφέλη, όπως μια θέση στο Δημόσιο, ένα επίδομα, μια θέση στον συνεταιρισμό, ένα αυθαίρετο, μια εργολαβία κλπ. Αυτή ήταν και η διάχυση της διαφθοράς. Αυτό το χρησιμοποιήσαν τα στελέχη ως σύστημα εκλογικής επιρροής.


Το «Βρώμικο ‘89»

Μετά από μια οκταετία με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία έρχεται το «Βρώμικο 89». Η ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κερδίζει τις εκλογές του ’89 με 44,25% έναντι 39,15% του ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Μητσοτάκης, Φλωράκης και Κύρκος θα αποφασίσουν τη δημιουργίας μιας κυβέρνησης συνεργασίας. Στόχος της ετερόκλητης κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Τζανή Τσανετάκη είχε ως στόχο την «κάθαρση» και τη διεξαγωγή επαναληπτικών εκλογών. Ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο τότε Υπουργός Δημήτρης Τσοβόλας οδηγούνται στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση τηλεφωνικών υποκλοπών και για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Το 1992 θα αθωωθεί ενώ στην κυβέρνηση βρίσκεται η ΝΔ, με μόλις 151 βουλευτές, ύστερα από μια οικουμενική κυβέρνηση και δύο εκλογικές αναμετρήσεις.

«Το Βρώμικο ’89 ήταν ένα τερατώδες λάθος του Λεωνίδα Κύρκου, του Χαρίλαου Φλωράκη και του μεγάλου τακτικιστή καιροσκόπου της πολιτικής, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Όπως είχε πει τότε και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής: Δεν στέλνεις έναν πρωθυπουργό στο ειδικό δικαστήριο χωρίς αποδείξεις και ικανοποιητικά στοιχεία. Οι πρωθυπουργοί πηγαίνουν στα σπίτια τους, είχε τονίσει. Οι Κύρκος και Φλωράκης, άκρως καιροσκοπικά και μεγάλη δόση πολιτικής αφέλειας, πίστεψαν πως με αυτόν τον τρόπο θα διαλύσουν το ΠΑΣΟΚ και θα πάρουν μέρος του κόσμου του, ενώ ο Μητσοτάκης πως θα πάρει την εξουσία. Το δεύτερο συνέβη, έστω για τρία χρόνια, όχι όμως και το πρώτο. Το Βρώμικο ’89 ήταν ένα κράμα πολιτικής ανοησίας και καιροσκοπισμού. Εξάλλου κερδισμένο από το Βρώμικο ’89 βγαίνει τελικά το ΠΑΣΟΚ», σχολιάζει ο Πέτρος Πιζάνιας.


Καταστροφικός Συνδυασμός: Άγριος νεοφιλελευθερισμός και Σαμαράς

Σχετικά με την τριετία που έμεινε η ΝΔ στην εξουσία ο καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας του Ιόνιου Πανεπιστημίου σημειώνει πως «η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν μια ιδιαιτέρως αποτυχημένη κυβέρνηση». «Αποσπάται από την κοινωνία και αρχίζουν οι πόλεμοι φατριών. Ποιος θα πάρει την τάδε βιομηχανία, τι θα ιδιωτικοποιηθεί κλπ. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εισάγει άγαρμπα τον νεοφιλελευθερισμό και κανείς δεν μπορεί να το αντέξει στην κοινωνία. Έτσι έπεσε. Ανεξάρτητα αν είχε λίγους βουλευτές.

Το άλλο σημείο της κυβέρνησης Μητσοτάκη που πρέπει να επισημανθεί ήταν η παρουσία του σημερινού πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά. Η δράση του ήταν ό,τι πιο καταστροφικό υπήρχε στο θέμα των Σκοπίων. Συμπεριφέρθηκε τελείως καιροσκοπικά οδηγώντας τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο. Πρόκειται για μια μεγάλη καταστροφή για τη χώρα.
Να θυμίσω πως ο τότε πρόεδρος του Συμβουλίου των Υπουργών εξωτερικών της Ένωσης και υπουργός Εξωτερικών της Πορτογαλίας, Ζοάο Ντε Ντέους Πινέιρο, είχε σχεδιάσει το λεγόμενο «Πακέτο Πινέιρο», ένα χρηματοδοτικό πακέτο για την ανασυγκρότηση των Σκοπίων και άλλων ανατολικών χωρών της Ευρώπης. Το σχέδιο προέβλεπε την Ελλάδα ως διαχειρίστρια αυτού του πακέτου για τα Βαλκάνια. Πολλοί από την Ευρώπη αντέδρασαν στο γεγονός πως με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα μετατρεπόταν σε μια μικρή περιφερειακή δύναμη.

Ωστόσο η ηγεσία της Ευρώπης είχε αποφασίσει να προωθήσει αυτό το σχέδιο, το οποίο όμως μπλόκαρε ο Αντώνης Σαμαράς με το «κίνημά του για το Έθνος και την Πατρίδα», την οποία βέβαια ξεπουλάει σήμερα στις γερμανικές ελίτ. Χάθηκε μια τεράστια ευκαιρία. Όμως σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί πως και ο Ανδρέας Παπανδρέου λειτούργησε καιροσκοπικά εκείνη την περίοδο καθώς τάχθηκε κατά της προωθούμενης λύσης για το Σκοπιανό, κυρίως για να στραφεί εναντίον της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Από την πλευρά του ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν υπέρ των ευρωπαϊκών σχεδιασμών καθώς είχε διαγνώσει τις ευκαιρίες που δημιουργούνταν με το πακέτο Πινέιρο». Αλλά και αυτός δεν έκανε τίποτε σχετικά.


Η επιστροφή του ΠΑΣΟΚ και ο «εκσυγχρονισμός» Σημίτη


Η κυβέρνηση Μητσοτάκη καταρρέει (μαζικές διαδηλώσεις, δολοφονία Τεμπονέρα, αποχώρηση Σαμαρά) και το ΠΑΣΟΚ επιστρέφει στην εξουσία τον Οκτώβριο του 1993 ύστερα από την πρόωρη εκλογική αναμέτρηση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστρέφει στον πρωθυπουργικό θώκο. Η δημοφιλία του παραμένει υψηλή, όμως η υγεία του είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Κυβερνητικά το ΠΑΣΟΚ επιστρέφει με ένα πρόγραμμα με ξεκάθαρο ευρωπαϊκό προσανατολισμό, στο πλαίσιο της συνθήκης του Μάαστριχτ (1992) και με απώτερο στόχο την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ. «Εκεί έρχεται η λιτότητα. Επιχειρείται ένα συμμάζεμα των δημοσιονομικών», αναφέρει ο κ. Πιζάνιας, ενώ υπογραμμίζει πως «ο αντιευρωπαϊσμός του ΠΑΣΟΚ έχει ξεπεραστεί ήδη από τα ΜΟΠ (Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα), στα μέσα της δεκαετίας του ’80». «Τότε μείναμε στην Ευρώπη με αντάλλαγμα αυτά τα προγράμματα, μια πάρα πολύ σημαντική κίνηση του Α. Παπανδρέου. Ουσιαστικά όμως ο αντιευρωπαϊκός λόγος του είχε τελειώσει από τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ».

Σε αυτό το σημείο ο κ. Πιζάνιας επισημαίνει και την σημαντική εξωτερική πολιτική που άσκησε ο Ανδρέας Παπανδρέου τη δεκαετία του ’80. Όπως υπογραμμίζει «ο αντιευρωπαϊσμός του Παπανδρέου υπήρξε αρχικά ένας ιδεολογικός προσανατολισμός, όμως δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί πολιτικά. Σε όλη την περίοδο διακυβέρνησης τη δεκαετία του ’80, ο Α. Παπανδρέου ασκούσε μια εξωτερική πολιτική πολύ σημαντική με μεγάλη επιρροή στην ΕΕ και συμμετοχή στο κίνημα των «αδεσμεύτων» στον ΟΗΕ. Είχε μια πραγματικά ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική στο βαθμό που το επέτρεπαν οι δυνατότητες της μικρής Ελλάδας».

Τον Νοέμβριο του 1995 η υγεία του κλονίζεται σοβαρά. Εισάγεται στο Ωνάσειο και λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του ’96, υπογράφει την παραίτησή του. Στις αρχές Ιουνίου του ίδιου έτους ο Ανδρέας Παπανδρέου πεθαίνει μετά από οξύ ισχαιμικό επεισόδιο. Ο διάδοχός του στην πρωθυπουργία της χώρας αλλά και την προεδρία του κόμματος είναι ο Κώστας Σημίτης. «Μέσα σε ένα χρόνο έρχονται τα πάνω κάτω», τονίζει ο κ. Πιζάνιας. Βασικός εσωκομματικός αντίπαλος για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αλλά και την πρωθυπουργία ήταν ο Άκης Τσοχατζόπουλος. Και στις δύο εσωκομματικές εκλογικές διαδικασίες ο Τσοχατζόπουλος ηττήθηκε (για την πρωθυπουργία χρειάστηκε επαναληπτική καθώς στην πρώτη ισοψήφησαν).

Κεντρικός άξονας της πολιτικής Σημίτη ήταν ο λεγόμενος «εκσυγχρονισμός». «Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που αρχικά προσέγγισε πάρα πολύ κόσμο (και εμένα προσωπικά) αλλά διαψεύστηκε μέσα σε ένα με ενάμιση χρόνο. Ο εκσυγχρονισμός του Σημίτη κατέληξε στην παροχή εργολαβιών, σε δουλειές ‘ημετέρων’ και εδραίωση της διαφθοράς. Οι βασικές αρχές αυτού του προγράμματος όπως παρουσιάστηκαν ήταν ο ισχυρός ευρωπαϊκός προσανατολισμός με ένταξη στο ευρώ, ανασυγκρότηση του κράτους από πελατειακό σε σύγχρονο ευρωπαϊκό, ανασυγκρότηση του κόμματος σε μοντέρνο ευρωπαϊκό και βέβαια οικονομική ανάπτυξη. Τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε», αναφέρει ο κ. Πιζάνιας και συνεχίζει:
«Αντίθετα κατέληξε στην καταστροφή της μισής αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής και του 70% του παραδοσιακού αλιευτικού στόλου. Χωρίς όλα αυτά να αναπληρωθούν από κάτι άλλο. Κατέληξε επίσης στην υπόθεση του χρηματιστηρίου και στις ιδιωτικοποιήσεις, όπως στον ΟΤΕ. Μια ελληνική κρατική εταιρεία πολύ ανεπτυγμένη, που ήταν μεν προβληματική αλλά θα μπορούσε να εκσυγχρονιστεί, δόθηκε σε μια γερμανική κρατική εταιρεία, την Deutsche Telekom, η οποία στη συνέχεια πούλησε όλες τις εταιρείες επιρροής που είχε φτιάξει ο ΟΤΕ στα Βαλκάνια. Σκεφτείτε το αυτό ως ζήτημα γεωπολιτικό. Ήταν το δεύτερο χτύπημα στην χώρα μετά την ακύρωση του πακέτου Πινέιρο.

Ο «εκσυγχρονισμός» αποδείχτηκε μία καταστροφική αναπαλαίωση. Αν πραγματικά ο Κώστας Σημίτης επιθυμούσε τον εκσυγχρονισμό θα έπρεπε να συγκρουστεί με το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, με τη Δεξιά, με ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά πρώτα από όλα θα έπρεπε να συγκρουστεί με τους εργολάβους, τους ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης, τους κρατικοδίαιτους Έλληνες καπιταλιστές, τους τραπεζίτες κ.α. Αυτό είναι ένα σύστημα που σερνόταν από την εποχή Καραμανλή, που το ΠΑΣΟΚ του Παπανδρέου δεν το πείραξε και ενδεχομένως να το επέκτεινε, όμως η πολιτική Σημίτη του έδωσε προνομιακό χώρο. Στην πραγματικότητα ο «εκσυγχρονισμός» Σημίτη ενίσχυσε το παρασιτικό τμήμα της ελληνικής οικονομικής ελίτ. Κατά τα άλλα το κράτος το άφησε όπως ήταν αν δεν το έκανε και χειρότερο.

Θυμάμαι τη φράση ενός κομματικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, του Μιχάλη Χαραλαμπίδη, ο οποίος στο συνέδριο του 1996 όπου και εκλέχθηκε ο Κώστας Σημίτης, είχε λοιπόν πει πως αν περάσει η γραμμή Σημίτη η Ελλάδα σε είκοσι χρόνια θα είναι ένα γερμανικό λάντερ (γερμανικό ομόσπονδο κρατίδιο) και μια κοινωνία τουρκομπαρόκ’. Τότε μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση αλλά φαίνεται πως κάτι ήξερε. Πρέπει να σημειωθεί πως η άνοδος Σημίτη συμπτωματικά συνέπεσε με την άνοδο της δύναμης της Γερμανίας στην Ευρώπη. Νομίζω πως ο Κώστας Σημίτης αυτό το αντιλήφθηκε και συνέδεσε πιο στενά τις τύχες της Ελλάδας με τη Γερμανία».

Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας αποδίδει την αύξηση του χρέους και την οικονομική κατάρρευση στις κυβερνήσεις και την πολιτική Παπανδρέου της δεκαετίας του ’80. Ο κ. Πιζανίας απορρίπτει αυτή την ανάλυση. «Πράγματι στην περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου το δημόσιο χρέος αρχίζει να αυξάνεται αλλά θα πρέπει να δούμε τι γίνεται αυτό το χρέος. Που πάνε τα λεφτά των δανείων; Τα περισσότερα δίνονται για υποδομές, εκπαίδευση και υγεία. Πρόκειται για παραγωγικές επενδύσεις. Εκείνη την περίοδο είναι γεγονός πως εμφανίζεται η διαφθορά, όμως ένα μεγάλο μέρος του χρέους κατευθύνθηκε σε τομείς που επέτρεψαν στη χώρα να εξελιχθεί σε στοιχειωδώς ανεπτυγμένη.
Αντίθετα το χρέος στις κυβερνήσεις Μητσοτάκη και Σημίτη κατευθύνθηκε όλο σε παρασιτικές επενδύσεις. Επίσης τα φαινόμενα Τσοχατζόπουλου εμφανίζονται στην περίοδο Σημίτη. Στη πραγματικότητα εκείνη την περίοδο εδραιώνεται και γίνεται πανίσχυρο το παρασιτικό τμήμα της οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Σε αυτό βοήθησαν και οι νόμοι περί ευθύνης υπουργών και για τα μέσα ενημέρωσης που συνέταξε ο Ευάγγελος Βενιζέλος.


Η εμπορευματοποίηση της πολιτικής και μια τερατώδης ιστορική ανατροπή

«Είναι αλήθεια πως το ΠΑΣΟΚ ήταν ο κυρίαρχος της Μεταπολίτευσης αλλά δεν μπορεί να χρεωθεί εξολοκλήρου την κατάρρευση της χώρας», σημειώνει ο Πέτρος Πιζανίας, εξηγώντας πως για να κατανοήσουμε το μεταπολιτευτικό σύστημα θα πρέπει να αντιληφθούμε πως τα προηγούμενα τριάντα χρόνια, δηλαδή από το ’44 έως και το ’74, η Ελλάδα είχε εμφύλιο, στην αρχή ένοπλο και στη συνέχεια θεσμικό.

«Η Μεταπολίτευση χτίζει μια Δημοκρατία όχι με βάση τους πολίτες, αλλά με βάση τα κόμματα. Αυτό το σύστημα είναι που κατέρρευσε. Όμως δεν κατέρρευσε στην εποχή του Μνημονίου αλλά από το 2004 – 2005. Για το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν θα πω τίποτε. Η κατάντια του και ειδικά της ηγεσίας του είναι τέτοια που είναι έξω από κάθε περιγραφή.
Η θεμελιώδης ιστορική αιτία της κατάρρευσης των δύο κομμάτων είναι πως εκτεταμένα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας γίνονται αυτόνομα. Αποκτούν πλούτο, υψηλού επιπέδου μόρφωση κλπ. Η δεύτερη αιτία αυτής της κατάρρευσης είναι πως τα δύο κόμματα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, μετέτρεψαν τις λειτουργίες της Βουλής και του Κράτους σε εμπόρευμα που το πουλούσαν σε κοινωνικές ομάδες και ισχυρά άτομα έναντι ανταλλαγμάτων. Αυτό κατέστησε τα κόμματα αλλά και την πολιτική αναξιόπιστα.

Όσο για την οικονομική κατάρρευση επίσης δεν οφείλεται αποκλειστικά στο ΠΑΣΟΚ αλλά στο σύνολο του κομματικού συστήματος της μεταπολίτευσης. Τα αναπτυξιακά μέτρα, των κυβερνήσεων Καραμανλή και Παπανδρέου, τελειώνουν το ’87 με ’89. Μετά αρχίζει ο παρασιτισμός. Και πριν υπήρχε παρασιτισμός, ωστόσο στη συνέχεια εξελίσσεται σε κυρίαρχο στοιχείο του συστήματος και με τη βοήθεια της ΕΕ. Ιδιαίτερα η περίοδος Σημίτη είναι η περίοδος μετάβασης από την όποια παραγωγική δραστηριότητα διέθετε η χώρα στον παρασιτισμό. Τα παρασιτικά στοιχεία του συστήματος ενισχύονται αντί να περιθωριοποιηθούν.

Τελικά, η Μεταπολίτευση ήταν αυτό που μπόρεσε να κάνει η ελληνική κοινωνία και οι πολιτικές ηγεσίες μετά από τριάντα χρόνια εμφύλιο. Ο εμφύλιος αποτελεί σημείο κλειδί και εδώ θα πρέπει να επισημανθεί μια κρίσιμη ιστορική αντιστροφή. Οι αγωνιστές που πολέμησαν στην εθνική αντίσταση, Αριστεροί κυρίως αλλά και κάποιοι Δεξιοί, είναι αυτοί που μετά τσακίστηκαν, σφαγιάστηκαν, εξορίστηκαν για να κυριαρχήσουν τελικά οι συνεργάτες των κατακτητών Ναζί. Αυτή είναι μια τερατώδης ιστορική ανατροπή την οποία πληρώνουμε ακόμη και σήμερα εν μέρει».


-
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Οκτ 28, 2014 3:02 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Διαφθείρει η ελεύθερη αγορά τον ηθικό χαρακτήρα;


του Μάϊκλ Γουόλτσερ


20-12-2013


Φυσικά τον διαφθείρει. Ο ανταγωνισμός στην αγορά θέτει τους ανθρώπους κάτω από μεγάλη πίεση να παραβιάσουν τους συνήθεις κανόνες αξιοπρεπούς συμπεριφοράς και στη συνέχεια να παρουσιάσουν εύλογες αιτιολογίες γι' αυτή την πράξη. Αυτές οι εκλογικεύσεις - η χωρίς τέλος αυτοεξαπάτηση, αναγκαία για να «γίνει η δουλειά» αλλά να εξακολουθήσουν να αισθάνονται καλά γι' αυτό - διαβρώνουν τον ηθικό χαρακτήρα.

Ωστόσο, αυτό δεν είναι από μόνο του επιχείρημα κατά της ελεύθερης αγοράς. Ας σκεφθούμε επίσης τους τρόπους με τους οποίους και η δημοκρατική πολιτική διαβρώνει τον ηθικό χαρακτήρα. Ο ανταγωνισμός για την πολιτική εξουσία θέτει τους ανθρώπους κάτω από μεγάλη πίεση - να ισχυρίζονται κραυγαλέα ψέματα σε δημόσιες συναντήσεις, να δίνουν υποσχέσεις που δεν μπορούν να κρατήσουν, να παίρνουν χρήματα από σκοτεινούς χαρακτήρες, να συμβιβάζονται σε θέματα αρχών, στα οποία δεν χωρεί συμβιβασμός. Όλα αυτά θα πρέπει με κάποιο τρόπο να τα υπερασπισθούν, και σ' αυτή την άμυνα δεν επιβιώνει ο ηθικός χαρακτήρας - τουλάχιστον δεν σώζεται ακέραιος. Αλλά αυτά τα προφανή ελαττώματα δεν συγκροτούν επιχείρημα εναντίον της δημοκρατίας.


Η αλήθεια είναι, ότι ο οικονομικός και πολιτικός ανταγωνισμός παράγει επίσης σχέδια συνεργασίας πολλών διαφορετικών ειδών - συμπράξεις, εταιρείες, κόμματα, συνδικάτα. Μέσα σε αυτά τα σχέδια αναπτύσσονται και ενισχύονται η συμπάθεια, ο αμοιβαίος σεβασμός, η φιλία και η αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι μαθαίνουν το δούναι και λαβείν της συλλογικής διαβούλευσης. Διακυβεύουν θέσεις, αναλαμβάνουν κινδύνους, σφυρηλατούν συμμαχίες. Όλες αυτές οι διαδικασίες οικοδομούν τον χαρακτήρα. Αλλά επειδή το διακύβευμα είναι τόσο υψηλό, οι συμμετέχοντες σ' αυτές τις δραστηριότητες μαθαίνουν επίσης, να παρακολουθούν με καχυποψία ο ένας τον άλλο, να κρύβουν τα σχέδιά τους, να προδίνουν τους φίλους τους, και - τα υπόλοιπα τα γνωρίζουμε, από το Watergate έως την Enron. Γίνονται «χαρακτήρες» σε γνωστές ιστορίες εταιρικής διαφθοράς, πολιτικών σκανδάλων, εξαπάτησης μετόχων και εξαπάτησης ψηφοφόρων. Προσοχή στον πελάτη! Προσοχή ο ψηφοφόρος!


Υπάρχει τρόπος να γίνει ο πολιτικός και ο οικονομικός ανταγωνισμός ασφαλής για ηθικούς άνδρες και γυναίκες; Είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να γίνει εντελώς ασφαλής. Οι ελεύθερες αγορές και οι ελεύθερες εκλογές είναι εγγενώς επικίνδυνες για όλους όσοι συμμετέχουν, όχι μόνον επειδή οι λάθος άνθρωποι, λάθος προϊόντα και λάθος πολιτικές μπορούν να κερδίσουν, αλλά και επειδή το κόστος της νίκης για τους σωστούς ανθρώπους, τα σωστά προϊόντα και τις σωστές πολιτικές, μπορεί να είναι υπερβολικά υψηλό. Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους εξαιτίας των αγορών και εξαιτίας των εκλογών με τον ίδιο τρόπο. Δουλεύουμε σκληρά για να θέσουμε όρια στον πολιτικό ανταγωνισμό και για ν' ανοίξουμε την πολιτική στη συμμετοχή των λιγότερο ή περισσότερο ηθικών ανθρώπων. Στις ημέρες μας, οι πολιτικοί δεν είναι αναγνωρισμένοι ως τα πιο ηθικά υποδείγματα, εν μέρει επειδή βρίσκονται τόσο πολύ στο μάτι των μέσων ενημέρωσης, και κάθε αμαρτία, κάθε σφάλμα, μεταδίδεται στον κόσμο.


Παρ' όλα αυτά, οι συνταγματικές δημοκρατίες έχουν κατορθώσει να σταματήσουν τις χειρότερες μορφές της πολιτικής διαφθοράς. Έχουμε απαλλαγεί από τις ιδιοτροπίες των τυράννων, από την αλαζονεία των αριστοκρατών, από την καταπίεση, από τις αυθαίρετες συλλήψεις, από τη λογοκρισία, από τα διορισμένα δικαστήρια και τις δίκες - θεάματα. Δεν έχουμε απαλλαγεί εντελώς, ώστε να μην χρειάζεται επαγρύπνηση για να υπερασπιστούμε την ελευθερία μας, αλλά αρκετά ώστε να οργανώσουμε την άμυνά μας. Οι πολιτικοί που ψεύδονται πολύ συχνά ή παραβιάζουν πάρα πολλές υποσχέσεις, τείνουν να χάνουν τις εκλογές. Όχι , οι χειρότερες καταστροφές της δημόσιας ζωής μας δεν έρχονται από την πολιτική, αλλά από την οικονομία, και έρχονται επειδή δεν έχουμε παρόμοια συνταγματικά όρια στη συμπεριφορά της αγοράς.


Ίσως το πιο σημαντικό επίτευγμα της συνταγματικής δημοκρατίας είναι ότι κρατά την απελπισία έξω από την πολιτική. Απώλεια της εξουσίας δεν σημαίνει να οδηγείσαι στο εκτελεστικό απόσπασμα. Οι υποστηρικτές των ηττημένων δεν γίνονται σκλάβοι, ούτε εξορίζονται. Το διακύβευμα στον αγώνα για την εξουσία βρίσκεται χαμηλότερα απ' όσο βρισκόταν στο παρελθόν, γεγονός που βελτιώνει σημαντικά τις δυνατότητες και επιλογές για ηθική συμπεριφορά. Υποτίθεται ότι το σύγχρονο κράτος πρόνοιας κάνει το ίδιο πράγμα για την οικονομία: Θέτει «συνταγματικά» όρια στην αγορά, με τον καθορισμό ορίων για το τι μπορεί να χαθεί.


Αλλά στην πραγματικότητα, τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν έχουμε προχωρήσει πολύ στον δρόμο της συνταγματικοποιημένης αγοράς. Για πάρα πολλούς ανθρώπους, η μάχη του ανταγωνισμού είναι πολύ κοντά στην απελπισία Αυτό που τίθεται σε κίνδυνο είναι η επιβίωση της οικογένειας, η υγειονομική περίθαλψη για τα παιδιά, η αξιοπρεπής εκπαίδευση, η αξιοπρέπεια στα γηρατειά. Και κίνδυνοι όπως αυτοί, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στην ηθική. Οι αξιοπρεπείς άνθρωποι θα πράξουν με αξιοπρέπεια, και οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αξιοπρεπείς όταν μπορούν να είναι. Παρόλα αυτά, οι επιδράσεις του αγώνα είναι σταθερά διαβρωτικές.

Ένα άλλο επίτευγμα της συνταγματικότητας ήταν να θέσει όρια στην πολιτική εξουσία των πιο ισχυρών ανδρών και γυναικών. Πρέπει να συμβιώνουν με αντισταθμιστικές δυνάμεις, με κόμματα και κινήματα της αντιπολίτευσης, με περιοδικές εκλογές, με έναν ελεύθερο και μερικές φορές επικριτικό Τύπο. Το πρωταρχικό σημείο αυτών των περιορισμών είναι να ελαχιστοποιηθεί η βλάβη που οι ήδη διαβρωμένοι χαρακτήρες μπορούν να προκαλέσουν. Αλλά μερικοί από τους πολιτικούς μας εσωτερικεύουν πραγματικά τους περιορισμούς, και αυτό είναι μια σημαντική διαδικασία για την οικοδόμηση του χαρακτήρα.


Η συνταγματοποίηση της αγοράς θα όριζε παρεμφερή όρια στην οικονομική δύναμη των πλουσιότερων ανδρών και γυναικών. Αλλά και πάλι, προφανώς, δεν θα έχουμε κάτι σαν ένα σύνταγμα της αγοράς. [/b]Οι περιορισμοί στην οικονομική εξουσία είναι πολύ αδύναμοι.[/b] Η αντισταθμιστική δύναμη των εργατικών συνδικάτων έχει μειωθεί σημαντικά. Το φορολογικό σύστημα γίνεται όλο και πιο αντιδραστικό. Η ρύθμιση των τραπεζικών, επενδυτικών, τιμολογιακών πολιτικών και των συνταξιοδοτικών ταμείων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Η αλαζονεία της οικονομικής ελίτ, αυτές τις τελευταίες δεκαετίες, υπήρξε εκπληκτική. Και αυτό πηγάζει από μια ξεκάθαρη άποψη, ότι επιτρέπεται να κάνουν ό,τι θέλουν. Αυτό το είδος της εξουσίας, όπως ο Λόρδος Acton έγραφε χρόνια πριν, διαφθείρει βαθειά [«Power tends to corrupt, and absolute power corrupts absolutely. Great men are almost always bad men»].


Η διαφθορά εκτείνεται στην πολιτική, όπου η επίδραση του χρήματος, που κερδίζεται χωρίς περιορισμό σε μιαν ανεξέλεγκτη αγορά, υπονομεύει το πολιτικό σύστημα. Χρειάζονται τα χρήματα, ας πούμε για να διεξαχθεί μια πολιτική εκστρατεία (για έναν καλό υποψήφιο ή έναν καλό σκοπό), και εδώ βρίσκεται κάποιος - ένας τραπεζίτης, ένας εταιρικός γίγαντας - ο οποίος έχει πολλά χρήματα και τα προσφέρει σε κάποια τιμή, για τις πολιτικές ή τη νομοθεσία που θα βελτιώσει τη θέση του στην αγορά. Η άλλη πλευρά παίρνει τα χρήματα, όσο πιο πολλά μπορεί να πάρει. Ποιός χαρακτήρας θα αντισταθεί στη διαφθορά τώρα;


Κάποιοι θα υποστηρίξουν: Δεν είναι αυτός ένας τρόπος για να δοκιμάζεται ο χαρακτήρας; Αν η συνταγματοποίηση της αγοράς περιορίζει την εξουσία του πλούτου και το κράτος πρόνοιας μειώνει το φόβο της φτώχειας, δεν κάνουμε αρετή υπερβολικά εύκολη; Ευκολότερη ίσως, αλλά ποτέ δεν είναι πολύ εύκολη. Ας δούμε και πάλι την πολιτική αναλογία: Κάνουμε την αρετή υπερβολικά εύκολη, όταν αρνούμαστε στους Προέδρους την τυραννική εξουσία και όταν προστατεύουμε τους αδύναμους από την δικαστική δίωξη; Οι διαβρωτικές πιέσεις του εκλογικού ανταγωνισμού δεν εξαφανίζονται. Έχουμε θέσει όρια σ' αυτές τις πιέσεις, λαμβάνοντας υπόψη την ανθρώπινη αδυναμία. Και αν πρέπει να το κάνουμε για ό,τι αφορά τις κυβερνήσεις, πρέπει σίγουρα να το κάνουμε για ό,τι αφορά τις αγορές.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Νοέ 04, 2014 9:26 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

-

Μαζική Κουλτούρα



[...]



Χαρακτηριστικά της μαζικής κουλτούρας :

Ένα από τα σπουδαιότερα γνωρίσματα της μαζικής κουλτούρας είναι η τυποποίηση. Είναι η ατέρμονη επανάληψη των ίδιων θεμάτων, μοτίβων και τεχνικών, η αναπαλαίωση (που καταλήγει σε ευνουχισμό) παλιότερων θεμάτων και έργων, η "διασκευή" κλασικών, αυθεντικών έργων τέχνης, η τεχνητή αναβίωση παλιών τεχνοτροπιών και μοδών, η αναίσχυντη εκμετάλλευση στοιχείων της λαϊκής κουλτούρας που αποχωρίζονται βάναυσα από τα αρχικά τους συμφραζόμενα.
Η ψεύτικη αυτή ποικιλομορφία και ποικιλοχρωμία δείχνει ότι η μαζική κουλτούρα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μια επίφαση πρωτοτυπίας και νεωτερισμού. Η ψευδοεξατομίκευση επιτυγχάνεται με την υπερβολική χρήση κάθε είδους εφέ, που εξαρτώνται με τη σειρά τους από μια προηγμένη τεχνολογία. [...] Η τυποποίηση δεν αφορά πάντως μόνο τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, αλλά και τις αντιδράσεις, τις απαντήσεις των δεκτών τους. Σ’ αυτή την εκ των προτέρων κατασκευή απαντήσεων αποβλέπουν τα διάφορα σχόλια και οι κριτικές που παρουσιάζονται από τις εφημερίδες, τα περιοδικά, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, και που επιβάλλουν στο κοινό πρότυπα ερμηνείας των προϊόντων της μαζικής κουλτούρας"
(Από την εισαγωγή στο: Αντόρνο, Λόβενταλ, Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, Τέχνη και μαζική κουλτούρα, επιλογή κειμένων, μετάφραση και εισαγωγή Ζήσης Σαρίκας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1984, σ. 222-23). ...

"Η μαζική κουλτούρα επινοήθηκε για να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του ανθρώπου, τον χρόνο που του αφήνει η άσκηση μιας ορθολογικοποιημένης και μηχανοποιημένης εργασίας και η συμμετοχή σε μια ανούσια διανθρώπινη συναλλαγή και επαφή. Η οχληρότητα της καθημερινής ζωής, τα προβλήματα επιβίωσης, συμμετοχής στα κοινά και αυτογνωσίας, η αγωνία για το μέλλον, η αίσθηση της αποξένωσης που έχει το σύγχρονο άτομο από κάθε τομέα της ιδιωτικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής, έκαναν τον ελεύθερο χρόνο πραγματικό άσυλο. Αλλά αυτό ακριβώς το καταφύγιο καταλήφθηκε από τη μαζική κουλτούρα, που πέτυχε τον εφησυχασμό, την εξουδετέρωση της οργής και της απελπισίας, την αδρανοποίηση της σκέψης και την αναπαραγωγή των παραδεδομένων αξιών και αναγκών. Η μαζική κουλτούρα προσφέρει διασκέδαση, μ’ άλλα λόγια φυγή από την πραγματικότητα και προετοιμασία για μια ακόμη εργάσιμη μέρα. Συμπερασματικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ασφαλιστική δικλίδα που εκτονώνει τις κρίσεις, είναι η πίσω όψη, ο πιστός συνοδοιπόρος της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής".
(Τέχνη και μαζική κουλτούρα, επιλογή κειμένων των Αντόρνο, Λόβενταλ, Μαρκούζε, Χορκχάιμερ, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1984, σ. 17-19, 22)


"Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος. [...] έτσι που το ανθρώπινο γένος να διαιρείται σε κοπάδια, καθένα με τον αρχηγό του, ο οποίος το περιφρουρεί για να το καταβροχθίσει. Καθώς ένας ποιμένας είναι ανώτερης φύσης από το κοπάδι του, οι ποιμένες ανθρώπων, οι ηγέτες τους δηλαδή, είναι επίσης ανώτερης φύσης από τους λαούς τους. Έτσι σκεφτόταν, κατά τον Φίλωνα, ο αυτοκράτορας Καλιγούλας, συνάγοντας αρκετά ικανοποιητικά από αυτή την αναλογία το συμπέρασμα ότι οι βασιλιάδες ήταν θεοί ή οι λαοί τους θηρία. Ο συλλογισμός του Καλιγούλα επανέρχεται στον Γκρότιους και τον Χομπς.
Πριν απ’ όλους ο Αριστοτέλης είχε επίσης αναφέρει ότι οι άνθρωποι δεν είναι καθόλου φύσει ίσοι, αλλά ότι άλλοι γεννιούνται για να γίνουν δούλοι κι άλλοι κύριοι. Ο Αριστοτέλης είχε δίκιο, αλλά εξέλαβε το αποτέλεσμα ως αίτιο. Όποιος έχει γεννηθεί στη σκλαβιά γεννιέται για τη σκλαβιά, αναμφισβήτητα. Οι σκλάβοι χάνουν τα πάντα μες στις αλυσίδες τους, ακόμα και την επιθυμία να τις αποτινάξουν. Αγαπούν την υποδούλωσή τους όσο οι σύντροφοι του Οδυσσέα λάτρευαν την αποκτήνωσή τους. Αν υπάρχουν λοιπόν φύσει δούλοι, είναι γιατί υπήρξαν δούλοι παρά φύσιν".
(Ζαν Ζακ Ρουσό, Κοινωνικό συμβόλαιο, μτφρ. Β. Γρηγοροπούλου - Α. Σαϊνχάουερ, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004, σ. 48, 50- 51)


_


Έχει επεξεργασθεί απο τον/την antanion στις Τετ Νοέ 05, 2014 7:27 am, επεξεργάσθηκε 3 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Νοέ 04, 2014 10:28 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

-


Μαζική Κουλτούρα

(μέρος 2ο)


Η τέχνη και η μαζική κουλτούρα στη σκέψη του Χέρμπερτ Μαρκούζε.

[...]

Ο Αντόρνο έκανε λόγο για «βιομηχανία της κουλτούρας» εννοώντας μια μαζική κουλτούρα που χειραγωγείται μέσω μηχανισμών που ελέγχει η πολιτιστική βιομηχανία [2]. Επομένως, η τέχνη (όπως εκλαμβάνεται ως μέρος του γενικότερου όρου «κουλτούρα») πρέπει να υφίσταται μια κριτική θεώρηση.
Κυρίως ο Αντόρνο επιδόθηκε σε μια ελιτίστικη άρνηση της μαζικής κουλτούρας. Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι η Σχολή της Φρανκφούρτης δεν έθεσε σαφείς όρους και κριτήρια διαχωρισμού ποιοτικής και μη τέχνης. Αυτό που κατέγραψε ήταν η χειραγώγηση και η α λ λ ο τ ρ ί ω σ η του ατόμου είτε μέσω της υψηλής είτε μέσω της ευτελούς τέχνης [3] .
Οι μηχανισμοί χειραγώγησης παρουσιάζουν μια αυταρχικότητα που καταλήγει σε ολοκληρωτισμό. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο καθυποτάσσουν τον άνθρωπο κατά το δοκούν. Πάνω σε αυτό ενδιαφέρον παρουσιάζει η φράση του Τσόμσκι ότι «ο ρόλος των διανοουμένων συνίσταται στο να κάνουν ότι πρέπει ώστε οι άνθρωποι να παραμένουν παθητικοί, υπάκουοι, αστοιχείωτοι και προγραμματισμένοι» [4] .
Αντίστοιχα, η Σχολή της Φρανκφούρτης υπό το πρίσμα της κ ρ ι τ ι κ ή ς θ ε ω ρ ί α ς τοποθετείται απέναντι στην επιτηδευμένη επίδειξη τεχνικής αρτιότητας [5] (ενδεχομένως, ο Μπένζαμιν να διαφωνεί εδώ). Ωστόσο, η Σχολή της Φρανκφούρτης κατηγορήθηκε αρκετά για ελιτισμό στα όρια της «αριστοκρατικής αλαζονείας, χωρίς αυτό να υποβαθμίζει το μεγάλο έργο του και την σημαντική καταγραφή του.

Παρόλα αυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Σχολή της Φρανκφούρτης παρουσιάζει η ιδεαλιστικής καταγωγής έννοια περί του τέλους της τέχνης [6] . Η έννοια αυτή αναφέρεται στη τέχνη ως εμπορικό προϊόν, ως μέσο χειραγώγησης και συνεπώς, στην αλλοτριωμένη τέχνη. Ακόμα, σχετίζεται με τις εσωτερικές αντινομίες της τέχνης, όπως την αλήθεια και την αναλήθεια που αυτή μπορεί να δηλώνει. Ο Αντόρνο στο έργο του «Αισθητική Θεωρία» υπερασπίζεται την αναγκαιότητα για συνέχιση της τέχνης, αν και αντιλαμβάνεται την απειλή του τέλους μέσα από την ευτέλεια στην οποία έχει περιέλθει. Πάνω στο ενδεχόμενο τέλος της τέχνης τοποθετείται και ο Μαρκούζε αναφέροντας ότι «το τέλος της τέχνης μπορεί να γίνει θεωρητικά νοητό μόνο αν οι άνθρωποι δεν είναι πια ικανοί να διακρίνουν την αλήθεια από το ψέμα, το καλό από το κακό, το ωραίο από το άσχημο, το τωρινό από το μελλοντικό» [7] . Επιπλέον, αναγνωρίζει τη πιθανότητα τέλους της τέχνης ως «μια πραγματικά ιστορική δυνατότητα».[...]

[...] Η έννοια «μαζική κουλτούρα» αποτελεί τον αντίποδα της έννοιας της κουλτούρας μια αντίθεση την οποία ο Μαρκούζε προσπαθεί να την αποσαφηνίσει εννοιολογικά και σημασιολογικά. Διακρίνει την «κουλτούρα» από τον «υλικό πολιτισμό» όπου τα χαρακτηριστικά αυτών των δυο εννοιών δημιουργούν αντιθετικά ζεύγη καταδεικνύοντας τις ποιοτικές διαφορές τους :

Πολιτισμός
υλική εργασία
εργάσιμη ημέρα
εργασία
βασίλειο της αναγκαιότητας
φύση
οπερασιοναλιστική σκέψη

Κουλτούρα
πνευματική εργασία
αργία
σχόλη
βασίλειο της ελευθερίας
πνεύμα
μη οπερασιοναλιστική σκέψη


Η διάκριση αυτή «είναι μια ιστορική επιβεβλημένη από την αστική κοινωνία διάκριση.



ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Στο εσωτερικό της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, η υποδούλωση του ανθρώπου είναι πολύπλευρη. Μέσα από τον χαρακτήρα και τη δομή που έχουν πάρει οι σύγχρονες κοινωνίες το άτομο καθίσταται αλλοτριωμένο. Σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των κοινωνικών δομών έχει αφενός η παραγωγική διαδικασία και αφετέρου η τεχνολογική οργάνωση της κοινωνίας.

Η ιδιώτευση και ο ατομικισμός που κυριαρχούν στο εσωτερικό της σύγχρονης κοινωνίας έχουν σαν αποτέλεσμα την «υποδούλωση» του ατόμου σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς και την αυθαίρετη πορεία της τεχνολογίας και της επιστήμης, που σταδιακά καθήλωσε τον άνθρωπο στις επιταγές της.

Το δομικό στοιχείο μιας κοινωνίας, ο άνθρωπος, μετατράπηκε σε «πολίτη» ταγμένο να υπηρετεί τις προσταγές της κυρίαρχης τάξης, αποξενωμένος από τον εαυτό του και εν συνεχεία από το κοινωνικό γίγνεσθαι, εσωτερικεύοντας τους δοσμένους κανόνες και τις δοσμένες ανάγκες που παράγει η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία και χάνοντας τη φαντασία της δημιουργικότητας και τη δημιουργικότητα της φαντασίας.

Ο αλλοτριωμένος χαρακτήρας της εργασίας στο εσωτερικό της βιομηχανοποιημένης κοινωνίας παρουσιάζεται ως ορθολογιστικό χαρακτηριστικό της παραγωγής. Ο συνεχής καταμερισμός της εργασίας και των καθηκόντων παραγωγής βαδίζει παράλληλα με την τάση για πλήρη υποδούλωση του εργαζομένου στο σχέδιο παραγωγής που επιβάλλει η διεύθυνση παραγωγής ενσωματώνοντας τον άνθρωπο στη λογική ενός τέλειου μηχανικού συστήματος.

Ο καταναλωτισμός, μηχανισμός συντήρησης του καπιταλιστικού συστήματος, ως θεσμός εσωτερικεύθηκε με τον άνθρωπο να πουλά την εργατική του δύναμη για να έχει τη δυνατότητα να κερδίσει και να αγοράσει περισσότερα αγαθά για την ικανοποίηση των δοσμένων από την κοινωνία αναγκών του. Η ανορθολογικότητα του συστήματος, πυρήνας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου συμβίωσης, αποδεχόμενη από την κοινωνία ως η μόνη ορθολογική, κατόρθωσε τη διάλυση του κοινωνικού ιστού (π.χ. την εξάλειψη αλληλεγγύης και την απέχθεια για το διαφορετικό) και την επιβολή της λογικής της αγοράς εγκαθιδρύοντας το ατομικιστικό δόγμα και τον κομφορμισμό.

Η διατήρηση της εξουσίας προϋποθέτει
τη μετάλλαξη της κοινωνίας σε μονοδιάστατη. Μονοδιάστατη κοινωνία αποτελούμενη από μονοδιάστατους ανθρώπους με μονοδιάστατη σκέψη, στο εσωτερικό της οποίας «η ορθολογικότητα να είναι ακόμα βυθισμένη στο ανορθολογικό. Είναι η εποχή στην οποία οι λέξεις και οι έννοιες έχουν διαφοροποιηθεί ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία τους. Είναι η εποχή όπου η καταπίεση σημαίνει ελευθερία, η κατανάλωση δύναμη, ο έλεγχος ασφάλεια, ο φόβος σύνεση, η απάτη πολιτική, η υστερία χαρά. Κι είναι τόσο κοινά αποδεκτές οι έννοιες που έχουν ως αποτέλεσμα την εξάλειψη κάθε κοινωνικής αντιπολίτευσης και την απόρριψη κάθε μορφής αντίστασης. «Ο άνθρωπος σήμερα είναι ίσως περισσότερο ανίκανος από ποτέ να επιδράσει πάνω στον ίδιο του τον μηχανισμό. Όπως παρατήρησε ο Μπένζαμιν, είναι η εποχή που η αποχαύνωση της ανθρωπότητας βρίσκεται σε τέτοιο βαθμό που θα βιώσει την ίδια της την καταστροφή ως μια ύψιστη αισθητική απόλαυση.

Για τη διατήρησή της η εξουσία δημιούργησε μηχανισμούς χειραγώγησης. Ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της σχολής ανήκει στους Αντόρνο-Χορκχάιμερ το οποίο εκδόθηκε το 1944 με τίτλο «Η διαλεκτική του διαφωτισμού» ένα κείμενο του οποίου η επιρροή είναι έκδηλη στα επόμενα κείμενα των μελών τους. Στο κείμενο αυτό ο Aντόρνο κάνει λόγο για «βιομηχανία της κουλτούρας» εννοώντας μια μαζική κουλτούρα που χειραγωγείται μέσω μηχανισμών που ελέγχει η πολιτιστική βιομηχανία. Επομένως η τέχνη (η οποία αποτελεί μέρος της κουλτούρας) πρέπει να υφίσταται μια κριτική θεώρηση. Μια από τις θέσεις των μελών και του Marcuse ήταν η χειραγώγηση και η αλλοτρίωση του ατόμου είτε μέσω της υψηλής είτε μέσω της ευτελούς τέχνης.

Οι μηχανισμοί χειραγώγησης παρουσιάζουν μια αυταρχικότητα που καταλήγει σε ολοκληρωτισμό. Με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο καθυποτάσσουν τον άνθρωπο κατά το δοκούν. Η μαζική κουλτούρα δεν είναι δημιουργία της μάζας, αλλά ένας μηχανισμός χειραγώγησης, προϊόν βιομηχανικό, προορισμένο για τις μάζες. Προϊόν της βιομηχανίας της κουλτούρας.

Στα πλαίσια της μονοδιάστατης σκέψης και ζωής το «κενό» στην καθημερινότητα του ατόμου (ο προσωπικός του χρόνος) καλύπτεται από τις εκφάνσεις τις μαζικής κουλτούρας, μέσα στην αποπνικτική κοινωνία της αφθονίας : τηλεόραση, ραδιόφωνο, κινηματογράφος κ.α. . Μια μαζική κουλτούρα που μεταφέρει ιδέες και πεποιθήσεις με τη μορφή ενός προϊόντος, ενός εμπορεύματος που αισθητικοποιεί την ανορθολογικότητα του τεχνολογικού ορθολογισμού. Η μαζική κουλτούρα ταυτίζεται με την ανορθολογικότητα του ατόμου και ενισχύει την άλογη τυποποιημένη χωρίς φαντασία σκέψη του. Προσφέρει «φυγή από την πραγματικότητα και προετοιμασία για μια ακόμη εργάσιμη μέρα… όντας ο πιστός συνοδοιπόρος της καπιταλιστικής βιομηχανίας παραγωγής.


-------------------

[1] Αυτός που ασχολήθηκε περισσότερο με το συγκεκριμένο θέμα ήταν ο Αντόρνο με έργα όπως η «Αισθητική Θεωρία», «Σύνοψη της πολιτιστικής βιομηχανίας», «Minima Moralia» κ.α.

[2] Βλ. «Τέχνη και Μαζική Κουλτούρα», εκδ. Ύψιλον.

[3] Οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ διατυπώνουν: «Εμφαντικές διαφοροποιήσεις, όπως μεταξύ ταινιών Α και Β κατηγορίας […], χρησιμεύουν στη ταξινόμηση, στην οργάνωση και την καταγραφή των καταναλωτών. Για όλους έχει προβλεφθεί κάτι, ώστε να μη μπορεί να ξεφύγει κανείς».

[4] Ν.Τσόμσκι, Δύο Ώρες Διαύγειας, σελ. 23.

[5] Χαρακτηριστικά, οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ σημειώνουν: «Τα ταλέντα ανήκουν στο κύκλωμα πολύ πριν αυτό τα παρουσιάσει: αλλιώς δεν θα εντάσσονταν με τόσο ζήλο».

[6] Το τέλος της τέχνης δεν είναι όρος που εισήχθη από τη Σχολή της Φρανκφούρτης. Έχει ήδη αναφερθεί από τον Χέγκελ, τον Σίλερ κ.α.

[7] Χ. Μαρκούζε, Αντεπανάσταση και Εξέγερση, σελ. 112.



πηγή

_


Έχει επεξεργασθεί απο τον/την antanion στις Τετ Νοέ 05, 2014 6:57 am, επεξεργάσθηκε 4 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Νοέ 04, 2014 11:55 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

_


Μαζική Κουλτούρα

(μέρος 3ο)


Από την Πολιτιστική Βιομηχανία, στις Δημιουργικές Βιομηχανίες.




1. H Σχολή της Φρανκφούρτης


Ο όρος πολιτιστική βιομηχανία ( Π Β ) εμφανίζεται για πρώτη φορά στα κείμενα των κοινωνικών επιστημόνων της Σχολής της Φρανκφούρτης (Hartley 2005a: 10). Ο Σαρίκας αναφέρει ότι πρόκειται για βασική έννοια της κριτικής θεωρίας τους, η οποία είχε ως στόχο την περιγραφή και ανάλυση της κ ατάστασης του ανθρώπου στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας.
Υποστηρίζεται ότι τα άτομα είναι μοιρασμένα ανάμεσα στην «αλλοτριωτική και αλλοτριωμένη εργασία τους» και την «λατρεία» και κατανάλωση «περιττών και εφήμερων προϊόντων» κατά τον «ελεύθερο χρόνο» τους. Αυτή η συνθήκη, συνεχίζει ο Σαρίκας, σύμφωνα με την κ ρ ι τ ι κ ή θ ε ω ρ ί α, επιβάλλεται από την «κατεστημένη τάξη», η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τα άτομα (1984: 10). Σε αυτά τα πλαίσια, η μελέτη της μαζικής κουλτούρας ( Μ Κ ) και των τρόπων παραγωγής και λειτουργίας της, αναδεικνύεται σε σημαντικό πεδίο ανάλυσης, διότι αποτελεί όχημα κατεξοχήν ιδεολογικό επηρεάζοντας τα άτομα στην «ιδιωτική σφαίρα της ύπαρξής τους» (Ibid: 11), ενώ διέπει και χαρακτηρίζει με τρόπο όμοιο, όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης (Χορκχάιμερ, Αντόρνο [1953] 1984: 69).

Η Μ Κ περιγράφεται ως το αντίθετο της τέχνης (Λόβενταλ [1950] 1984: 144). Τα προϊόντα της χαρακτηρίζονται από «την τυποποίηση,τη στερεοτυπία, το συντηρητισμό, την ψευδολογία» …πρόκειται για… «χειραγωγημένα καταναλωτικά αγαθά» και σημαντικό ρόλο στην απρόσκοπτη αποδοχή τους από τα άτομα, παίζουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) και η διαφήμιση (Ibid: 153-4).

Σύμφωνα με τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο, πέρα από την αναπαραγωγή επί μέρους επουσιωδών διαφορών, η ΜΚ προωθεί και επιβάλλει το ίδιο βασικό μοτίβο παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων. Σκοπός της είναι να καλύψει τις ανάγκες μεγάλου αριθμού ατόμων και για να το επιτύχει, απαιτείται η ανάπτυξη περιορισμένου αριθμού κέντρων παραγωγής και αντιθέτως, διευρυμένου δικτύου κατανάλωσης βάσει προσδιορισμένου σχεδίου ([1953] 1984: 70). Οι συγγραφείς ισχυρίζονται ότι η ομοιομορφία των παραγόμενων προϊόντων, τα οποία είναι κατασκευασμένα με μαζικό – βιομηχανικό τρόπο, στοχεύει ακριβώς στην επιτυχή κάλυψη των προαναφερθέντων αναγκών. Η τεχνολογία, λειτουργώντας στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας, συνιστά ακρογωνιαίο λίθο του εγχειρήματος, διότι διασφαλίζει την λειτουργία και την ενότητά του (Ibid: 70-1).

Η συμπεριφορά των καταναλωτών αποτελεί οργανικό μέρος του συστήματος της λειτουργίας της ΜΚ, η οποία έχει απολέσει οποιαδήποτε δυνατότητα «αυθορμητισμού» και είναι υποταγμένη στους σκοπούς αυτών που ελέγχουν τις πολιτιστικές βιομηχανίες. Τους δίνεται η επίφαση της επιλογής ανάμεσα σε τύποις διαφορετικά προϊόντα, τα οποία όμως ουσιαστικά υπακούουν στον νόμο της ποσοτικοποίησης βάσει γενικών στατιστικών. Έτσι, γίνεται δυνατή η πρόβλεψη των αναγκών και των επιθυμιών του μεγαλύτερου δυνατού κομματιού του κοινού «ώστε να μην ξεφύγει κανένας» (Ibid: 72-3).

Οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο τονίζουν ότι στην ΜΚ, η «αξία», ως κριτήριο των πολιτιστικών προϊόντων, συνδέεται με το χρηματικό τους ανάλογο και μόνο, χωρίς αυτό να αντιστοιχεί στις «πραγματικές αξίες» όπως το νόημα (Ibid: 73). Αυτό το γεγονός, υποστηρίζουν, σε συνδυασμό με την εγγενή τους ομοιομορφία, αμβλύνει τις επιμέρους αισθητικές διαφορές, τεχνών και προϊόντων, όπου τον ενοποιητικό ρόλο έχει αναλάβει η τεχνολογία τυποποιώντας και διευκολύνοντας τις διαδικασίες παραγωγής. Συνέπεια αυτού είναι η κυριαρχία του παραμετροποιημένου μερικού, δηλαδή της προϋπολογισμένης λεπτομέρειας έναντι της ουσίας, η οποία επανέρχεται διαρκώς, κατά βάση απαράλλακτη, με την μορφή αυστηρά προκαθορισμένων «τύπων» (Ibidem).

Οι ίδιοι υπογραμμίζουν, ότι αυτή η καθολική σχηματοποίηση των προϊόντων που προσφέρει η ΜΚ, αφαιρεί την κριτική ικανότητα και την ενεργή συμμετοχή των ατόμων, δηλαδή την εξατομικευμένη εμπειρία των παραγόμενων έργων. Αποτέλεσμα αυτού είναι όχι μόνο η δίχως αντίσταση κατανάλωση των προϊόντων της, αλλά η ενσωμάτωσή των προκατασκευασμένων προτύπων της για τα άτομα, από τα ίδια, μέσω ενός οργανωμένου και ολοκληρωμένου συστήματος κωδίκων το οποίο εντέλει τα υποτάσσει στην θέλησή του ( Ibid: 74 – 78 ). Οι δύο συγγραφείς αναφέρουν ότι και η περίπτωση «της διαφωνίας», δηλαδή της αντίδρασης κάποιου απέναντι στο σύστημα παραγωγής της ΜΚ, δεν εκφράζει σύγκρουση μαζί της, αλλά ουσιαστικά προτείνει νέους δρόμους διεύρυνσής της, ενεργώντας μέσα στο ήδη, από αυτήν, διαμορφωμένο πλαίσιο ( Ibid: 82 ) .

Ισχυρίζονται, επιπλέον, ότι ΜΚ μέσω της προώθησης της κατανάλωσης και με πρόσχημα την εκδημοκρατικοποίηση της τέχνης, διέρρηξε τα σύνορα της «ελαφριάς» και της «σοβαρής» τέχνης. Συγκεράζοντάς τες και ενσωματώνοντας χονδροειδώς, ποιότητες της δεύτερης στην πρώτη, ανέδειξε την διασκέδαση σε βασικό τρόπο διάθεσης του ελεύθερου χρόνου. Η διασκέδαση ως ύψιστος στόχος διανοητικοποιήθηκε μέσω της σύνδεσής της με την κουλτούρα, έγινε αγαθό – ιδανικό για τις μάζες διευκολύνοντας την διαχείριση των σκέψεων και των συναισθημάτων τους, άρα και την πρόβλεψή τους (Ibid: 95 – 97). Την ίδια στιγμή απέδωσε στους γνώστες – ειδικούς της τέχνης την κατηγορία του ελιτισμού, δηλαδή της ταξικής αυτοδιάκρισής τους από την ευρύτερη κοινωνία, απονομιμοποιώντας τη φωνή της κριτικής τους αντίδρασης απέναντι στην ΜΚ (Ibid: 85 – 87).

Οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο περιγράφουν τον καταναλωτή ως μη έχων την ικανότητα της σκέψης. Αυτό το αποδίδουν στην ανασυγκρότηση των νοητικών του λειτουργιών από την εκμηχανισμένη και τυποποιημένη εργασία του η οποία καθορίζει ως νοοτροπία πια την χρήση του ελεύθερου χρόνου με βάση το ίδιο αυτοματοποιημένο πρότυπο ( Ibid: 88 ). Η ΜΚ, ισχυρίζονται, εγκλωβίζει τον καταναλωτή σε διαρκή προσπάθεια άντλησης ευχαρίστησης, η οποία προέρχεται από την κάλυψη αναγκών που τις δημιουργεί στα άτομα και τις κανοναρχεί, η ίδια (Ibid: 90, 91, 93). Πρόκειται, δηλαδή, για σύστημα κλειστό και αυτοτροφοδοτούμενο.

Για την ΜΚ οι άνθρωποι είναι κυρίαρχα καταναλωτές, κατέχοντας την δύναμη να τους κατευθύνει κατά το δοκούν, δημιουργώντας τους την ψ ε υ δ α ί σ θ η σ η της ελευθερίας της επιλογής. Καθιστά τον εαυτό της προνομιακό όχημα της ιδεολογικής προπαγάνδας των κυρίαρχων τάξεων, εξασφαλίζοντας εκ των προτέρων την άνευ όρων σ υ ν α ί ν ε σ η των υπολοίπων. Η ταύτισή τους άλλωστε με το γενικό και η συντριβή της ατομικότητάς τους αποτελεί βασική επιδίωξη της ΜΚ (Ibid: 99 – 100, 107).

Οι συγγραφείς αναφερόμενοι στην εμπορευματοποίηση του πολιτιστικού προϊόντος, τονίζουν ότι στην ΜΚ, η τέχνη, η οποία αποτελούσε και παλαιότερα εμπόρευμα, δηλώνει ευθαρσώς και υπερτονίζει αυτό το χαρακτηριστικό της. Η μαζικότητα της παραγωγής της, εξασφαλίζει την χαμηλή τιμή της και την θέση της δίπλα στα υπόλοιπα καταναλωτικά αγαθά, εγκαταλείποντας μεν, την πρότερη αυτονομία της ενισχύοντας την αίσθηση της καινοτομίας, δε (Ibid: 110).
Ανίχνευσαν την αστική γενεαλογία της ΜΚ, όπου τα έργα τέχνης αντικαθιστούν την «σκοπιμότητά» τους με τους σκοπούς της αγοράς συνδέοντάς τα με την έννοια της χρησιμότητας, δηλαδή του ρόλου κάλυψης των ατομικών αναγκών. Το έργο τέχνης γίνεται «χρήσιμο», δηλαδή χρηστικό. Αποκτά ανταλλακτική αξία, η οποία ορίζεται με όρους αγοράς. Το έργο τέχνης χάνει την ιδιότητα του της προσφοράς καλλιτεχνικής απόλαυσης και ικανοποιεί ανάγκες. Η κοινωνική αξία αντικαθιστά την καλλιτεχνική και ο εμπορευματικός χαρακτήρας «πραγματώνεται πλήρως» (Ibid:111-2).

Για τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο, τα «υποβαθμισμένα», χαμηλής – προσιτής τιμής προϊόντα της ΜΚ, χάνοντας τον «γνήσιο εμπορευματικό τους χαρακτήρα» (Εννοούν την αξία τους ως εμπορεύματα πριν την έλευση της ΜΚ, πριν δηλαδή η καλλιτεχνική αξία αντικατασταθεί από την κοινωνική αξία), δεν προώθησαν εν τέλει την εκδημοκρατικοποίηση της τέχνης (Ibid: 113). Δεν έφεραν, δηλαδή, στις μάζες, βάσει ενός φιλελεύθερου προγράμματος, την τέχνη, που πρωτύτερα ήταν προνόμιο των ολίγων. Αυτό που ισχυρίζονται ότι συνέβη, ήταν η δημιουργία των συνθηκών που προκάλεσαν «την παρακμή της κουλτούρας και…. τη βάρβαρη ασυναρτησία των πνευμάτων» (Ibid: 114).

Ο Χορκχάιμερ, σε προηγούμενο κείμενό του, διαπιστώνει την ισοπεδωτική ενέργεια του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής στα άτομα και την συνακόλουθη αντικατάσταση της προσωπικής ζωής από τον «ελεύθερο χρόνο», ο οποίος κατακλύστηκε από τα προϊόντα της ΜΚ. Συνέπεια αυτού ήταν η απώλεια της ικανότητάς τους να υπερβαίνουν τον κόσμο στον οποίο ζουν, όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, κυριαρχεί η κοινοτοπία και η καταπίεση και να μεταβαίνουν σε έναν άλλον, ιδιωτικό – εσωτερικό, αυτόν της τέχνης, όπου η προσωπική – διανοητική προετοιμασία τους για την αλλαγή του πρώτου ήταν δυνατή. Δηλαδή, διά της απώλειας της ατομικότητας στην καλλιτεχνική δημιουργία και της αντικατάστασής της από την μαζικότητα της παραγωγής, διεφθάρη η τέχνη ως καλλιτεχνική δημιουργία και συνεπώς έχασε την δυνατότητά της να τροφοδοτεί τα άτομα με εφόδια αντίστασης έναντι του καπιταλιστικού οικονομικού και εξουσιαστικού συστήματος που τα καταδυναστεύει (Χορκχάιμερ [1941] 1984:49, 51, 52, 54).




2. Οι εξελίξεις κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980


Σύμφωνα με τον Hartley, η αντίληψη περί ΠΒ όπως αυτή περιγράφηκε από τους ερευνητές της Σχολής της Φρανκφούρτης, έχασε το αρνητικό της πρόσημο στις δεκαετίες του 1970 και του 1980. Στα πλαίσια της πολιτιστικής πολιτικής, ο όρος απέκτησε περιεχόμενο εκδημοκρατικοποίησης και ισότητας, ενώ η σημαντικότερη εξέλιξη σε επίπεδο πολιτικής (policy) ήταν ότι τους αναγνωρίστηκε η δυνατότητα να συμβάλουν στην κ ρ α τ ι κ ή οικονομική ανάπτυξη. Την ίδια περίοδο, η βιομηχανία των ΜΜΕ εντάσσεται. από την ρητορική της πολιτιστικής πολιτικής, στις πολιτιστικές βιομηχανίες, ώστε να τεθούν υπό το πλαίσιο της κρατικής πολιτικής (2005: 13).

Σκοπός ήταν, στα πλαίσια του στόχου για την ενίσχυση της οικονομίας, να πεισθούν τα κράτη να χρηματοδοτήσουν τις πολιτιστικές βιομηχανίες. Παράλληλα, η συγκεκριμένη επιλογή είχε ως αποτέλεσμα να «προστατευθεί» ο εθνικός χαρακτήρας των τελευταίων (Ibid:14). Όταν έγινε αντιληπτή η δυναμική τους, τα κράτη επιδίωξαν περαιτέρω τη ρύθμιση και την επέμβασή τους (Cunningham 2002: 5).

Σύμφωνα με τον Hesmondhalgh, εκείνη την περίοδο συμβαίνει η αντιληπτική στροφή από την πολιτιστική βιομηχανία, όπως αυτή είχε θεωρητικοποιηθεί από την κριτική πολιτική οικονομία του 1960 και πρωτύτερα, στις πολιτιστικές βιομηχανίες. Ο συγγραφέας εστιάζει κυρίως στους εκπροσώπους της από την Β. Αμερική, όπως ο Chomsky, ο Shiller και άλλοι. Σε αυτό το διανοητικό πλαίσιο, η πολιτιστική βιομηχανία αποτελεί ενιαίο πεδίο, το οποίο κατέχει υψηλή επικοινωνιακή δύναμη επί των κοινωνιών. Αυτή γίνεται αντιληπτή με την μορφή είτε του κρατικού ελέγχου, είτε των ιδιωτικών συμφερόντων της επιχειρηματικής ιδιοκτησίας (Ibid: 2).

Ο Hesmondhalgh όμως, αντλώντας από το έργο του Miege, αλλά κυρίως του Garnham μας παρουσιάζει την αλλαγή αυτής της ανάλυσης, η οποία αδυνατούσε να αναγνωρίσει την «μεταμόρφωση των καλλιτεχνικών πρακτικών» λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων (2008: 1). Επίσης, έδινε μια «παράδοξη έμφαση στις αγορές και τα εμπορεύματα», αντί να στραφεί «στον πολιτισμό σαν βιομηχανία, ως διαδικασία παραγωγής με τα όρια και τα προβλήματά της» (Ibidem). Επιπρόσθετα, ο συγγραφέας τονίζει ότι εσφαλμένα δεν αναγνωρίστηκε η έντονη εσωτερική διαφοροποίηση στα χαρακτηριστικά και τις διαδικασίες λειτουργίας των πολιτιστικών βιομηχανιών. Κυρίως όμως υπογραμμίζει ότι δεν έγινε αντιληπτό το γεγονός ότι ο όρος πολιτιστικές βιομηχανίες εκτός από περιγραφικός ενός συγκεκριμένου τομέα παραγωγής, πάνω από όλα αποτελεί μια ξεχωριστή προσέγγιση αυτού (Ibid: 1, 2).

Συνεχίζοντας, με βάση το πεδίο ανάλυσης των βιομηχανικών οικονομικών, παρουσιάζει ως σημαντικότερο πρόβλημα των πολιτιστικών βιομηχανιών την συσσώρευση κεφαλαίου. Εξηγεί, ότι οι επενδύσεις στον τομέα χαρακτηρίζονται ως υψηλού κινδύνου λόγω της αδυναμίας πρόβλεψης της επιτυχίας στην κατανάλωση των πολιτιστικών προϊόντων την ίδια στιγμή που τα κόστη παραγωγής τους βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο (Ibid: 2).
Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι είναι σύνηθες τα πολιτιστικά προϊόντα, ενώ προορίζονται για προσωπική κατανάλωση, να τείνουν στη συνέχεια να λαμβάνουν τον χαρακτήρα δημόσιων αγαθών, δηλαδή να καταναλώνονται οι ίδιες μονάδες από πολλούς καταναλωτές. Η αδυναμία πλήρους ελέγχου της διανομής των προϊόντων δημιούργησε φαινόμενα όπως η πειρατεία. Αποτέλεσμα αυτού είναι σημαντικές οικονομικές ζημίες, ωθώντας επιχειρήσεις και κυβερνήσεις στην προσπάθεια περιορισμού τους, μέσω νομοθετημάτων copyright ή δημιουργίας συνθηκών τεχνητής έλλειψης. Η εστίαση πλέον περνά από την παραγωγή, στην προώθηση και το κύκλωμα διανομής (Ibid: 2, 3).

Η σύνδεση των πολιτιστικών βιομηχανιών με την δημόσια πολιτική δημιουργεί τον πρώτο αντίκτυπό της στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οπότε και παράγεται σχετική έκδοση από την UNESCO (Ibid: 3). Ο Hesmondalgh, σημειώνει ότι ήδη από το τέλος του ‘ΒΠΠ παρατηρείται σταδιακή μετατόπιση κρατικών επιδοτήσεων από τις καλές τέχνες στις τέχνες γενικότερα με τάση να περικλείονται ολοένα και περισσότερο «δημοφιλείς» κατηγορίες, όπως για παράδειγμα ο κινηματογράφος και οι λαϊκές τέχνες (Ibidem).

Παρατηρεί, όμως, ότι οι σημαντικότερες εξελίξεις μεταξύ πολιτιστικών βιομηχανιών και πολιτιστικής πολιτικής ξεκινούν από τις αρχές του 1980. Στον Δήμο του Λονδίνου, το 1983 αξιολογείται για πρώτη φορά η δυναμική των εμπορικών μορφών τέχνης και της ραδιοτηλεόρασης ως διαμορφωτικοί παράγοντες του καλλιτεχνικού γούστου και των επιλογών του κοινού. Παράλληλα οι πολιτιστικές βιομηχανίες γίνονται αντιληπτές ως μέσα οικονομικής αναζωογόνησης. Την ίδια περίοδο αυτή η άποψη εδραιώνεται και αλλού, όπως στην Γλασκώβη και το Μπιλμπάο (Ibid: 3, 4). Όπως όμως θα δούμε επόμενο μέρος, η ουσιαστική σύγκλιση πολιτιστικών βιομηχανιών και πολιτιστικής πολιτικής θα συμβεί στη δεκαετία του 1990. Ο πολιτισμός ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης σε τοπικό αλλά και εθνικό επίπεδο στα πλαίσια των αγορών θα μετουσιωθεί για πρώτη φορά σε δημόσια πολιτική στην Βρετανία του Μπλερ και εντός της νέας οικονομίας (Ibid: 4).


πηγή


_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Νοέ 09, 2014 11:11 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

_

ΜΜΕ ΚΑΙ MHΧΑΝΙΣΜΟΙ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ - ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΝΤΟΥΑΡΝΤ ΧΕΡΜΑΝ

(αποσπάσματα...)



Οικονομολόγος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, ο Έντουαρντ Σ. Χέρμαν έχει ειδικευτεί στους μηχανισμούς χειραγώγησης των ΜΜΕ. Τακτικός αρθρογράφος στο Z Magazine και στο Monthly Review, έχει συγγράψει δύο κλασικά πια έργα από κοινού με τον Νόαμ Τσόμσκι: το δίτομο Πολιτική οικονομία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (1979) και το προφητικό Κατασκευάζοντας τη συναίνεση: η πολιτική οικονομία των ΜΜΕ (1988/2002), στο οποίο επιχειρούν να εντοπίσουν τους μηχανισμούς με τους οποίους το χρήμα και οι ισχυροί καταφέρνουν να φιλτράρουν τις ειδήσεις που παρεκκλίνουν από τα όρια του επιτρεπτού, να περιθωριοποιούν εναλλακτικές απόψεις και να επιτρέπουν στην κυβέρνηση και τα κυρίαρχα ιδιωτικά συμφέροντα να περάσουν τα μηνύματά τους στις μάζες.
[...]


Μπορείτε να μας δώσετε μια ιδέα για το τι συνιστά το "μοντέλο προπαγάνδας" που προτείνατε με τον Νόαμ Τσόμσκι στο έργο σας "Κατασκευάζοντας την συναίνεση" το 1988;

Το μοντέλο προπαγάνδας (ΜΠ) είναι ένα δομικό μοντέλο που σχετίζει τον τρόπο που λειτουργούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) με τους βασικούς δομικούς παράγοντες που καθορίζουν αυτούς τους τρόπους λειτουργίας.

Ένας δομικός παράγοντας είναι η ιδιοκτησία, που σε ένα εμπορικό σύστημα επιδρά σημαντικά και ορισμένες φορές καθοριστικά στους στόχους και την πολιτική των ΜΜΕ. Οι ιδιοκτήτες συνήθως θέλουν να κερδίσουν χρήματα, και αυτό τους κάνει να επιδιώκουν την προσέλκυση διαφημιστών, οι οποίοι συνήθως δεν θέλουν τις αντιπαραθέσεις, είναι συχνά πολιτικά συντηρητικοί, και δεν ενδιαφέρονται να χρηματοδοτήσουν προγράμματα δημοσίων υπηρεσιών. Οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες είναι συνήθως πολύ συντηρητικά άτομα, όπως ο Ρούπερτ Μέρντοχ, και καθορίζουν τα προγράμματα και τον τρόπο λειτουργίας των ΜΜΕ ανάλογα.

Ο δεύτερος δομικός παράγοντας είναι η εξάρτηση των ΜΜΕ από τη διαφήμιση για τη χρηματοδότησή τους -η οποία όπως σημειώθηκε εστιάζεται στην προσέλκυση θεατών μέσω της ψυχαγωγίας και στη σταδιακή συρρίκνωση των προγραμμάτων δημοσίων υπηρεσιών, και έχει ισχυρές συντηρητικές τάσεις.

Ένας τρίτος δομικός παράγοντας και χαρακτηριστικό του ΜΠ είναι η τάση των ΜΜΕ να βασίζονται σε έγκριτες, έγκυρες πηγές πληροφόρησης. Αυτό συνεπάγεται την εμπλοκή κυβερνητικών και επιχειρηματικών φορέων και των στρατιών από "ειδικούς" των συνεργαζόμενων δεξαμενών σκέψης, οι οποίοι καλλιεργούν τα μέσα ενημέρωσης με τρόπο ώστε να τα καταστήσουν υποχείριά τους και να περιορίσουν την πρόσβαση σε αυτά των αντιφρονούντων καθώς και όσων αμφισβητούν την επίσημη γραμμή.

Ένα τέταρτο στοιχείο του ΜΠ είναι αυτό που αποκαλούμε φλακ (flak), δηλαδή η αρνητική ανάδραση στις περιστασιακές "παρεκκλίσεις" των ΜΜΕ. Ορισμένες φορές αυτό το κάνουν οι διαφημιστές ή οι κυβερνητικοί παράγοντες, και καμιά φορά και εταιρίες ή πολιτικές ομάδες για να ασκήσουν πίεση σε αυτά. Είναι μηχανισμοί πειθάρχησης των μέσων ενημέρωσης που τα εμποδίζουν να αποκλίνουν από τις γραμμές που χαράζουν οι ισχυροί.

Ένα τελευταίο στοιχείο του ΜΠ είναι η ιδεολογία. Αρχικώς είχαμε συμπεριλάβει μόνο τον "αντικομουνισμό" σαν την κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά στην αναθεωρημένη έκδοση του 2002 προσθέτουμε την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς -δηλαδή την πεποίθηση ότι η κυβέρνηση είναι κακή και αναποτελεσματική και ότι η ελεύθερη αγορά μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα. Αυτό παρέχει ένα ιδεολογικό προκάλυμμα στην ιδιωτικοποίηση, που προωθείται από την επιχειρηματική κοινότητα και τους πολιτικούς της εκπροσώπους. Αυτές οι ιδεολογικές θέσεις απορρέουν από την επιχειρηματική ισχύ -υπηρετούν τις ανάγκες των επιχειρήσεων και ασφαλώς όχι της εργατικής τάξης, η οποία χρειάζεται τη βοήθεια της κυβέρνησης για να αποτραπεί η υποτέλειά της στην ολιγαρχία των πολυεθνικών.


Το μοντέλο είναι ακόμα επίκαιρο στην εφαρμογή του στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ή θα το τροποποιούσατε
;

Πιστεύουμε πως το μοντέλο είναι πιο επίκαιρο τώρα παρά όταν πρωτοεκδώσαμε το "Κατασκευάζοντας τη συναίνεση" το 1988. Η ιδιοκτησία των μέσων είναι πιο συγκεντρωμένη απ' ό,τι ήταν τότε, η διαφήμιση εξακολουθεί να αναπτύσσεται, ενώ ο ανταγωνισμός στη διαφήμιση είναι πιο έντονος παρά ποτέ. Το δημόσιο ραδιόφωνο και η τηλεόραση έχουν παρακμάσει αφού απέκτησαν ένα πιο εμπορικό προσανατολισμό. Η συμβιωτική σχέση που έχουν αναπτύξει με ισχυρές πηγές χρηματοδότησης είναι πιο θερμή παρά ποτέ, και οι συχνές περικοπές προσωπικού έχουν καταστήσει τα μέσα ακόμα πιο εξαρτημένα από εξωτερικούς επιχειρηματικούς φορείς και πιο εύκολα να διοικηθούν.
[...]


Το μοντέλο μπορεί να διαφωτίσει τους τρόπους λειτουργίας των ΜΜΕ και σε άλλες χώρες εκτός των ΗΠΑ;

Το μοντέλο μας είναι εφαρμόσιμο και σε άλλες χώρες, όπως έδειξα με τον Robert McChesney στο τελευταίο μας βιβλίο, "The Global Media" (Τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης). Οι πολυεθνικές εταιρίες, που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά, έχουν διεισδύσει παντού, και συνοδεύονται από διαφημίσεις, από τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα των μέσων ενημέρωσης, και την κυριαρχία της ψυχαγωγίας στη δημόσια σφαίρα. Αυτό αποτελεί γενίκευση του αμερικανικού μοντέλου, και δεν είναι καλό σημάδι για τη δημοκρατία το ότι τα συγκεντρωμένα εμπορικά ΜΜΕ γίνονται μέρος μιας συστηματικής κυβερνητικής προπαγάνδας γύρω από βασικά θέματα όπως ο πόλεμος και η ειρήνη, και το "ελεύθερο εμπόριο". Η παραμικρή απόκλιση από την επίσημη γραμμή μπορεί να έχει υψηλό κόστος, όπως το BBC ανακάλυψε πρόσφατα στην Αγγλία.
[...]

Ο Μέρντοχ και άλλοι σημαντικοί ιδιοκτήτες είναι ακροδεξιοί• δεν υπάρχουν αριστεροί ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης• υπάρχει ένας δεξιός μηχανισμός κυβερνητικών διαρροών (echo chamber) και τίποτε ανάλογο στα φιλελεύθερα και αριστερά μέσα. Η δύναμη της δεξιάς έχει τρομάξει τους κεντροαριστερούς και τους κεντρώους παντού. Είναι ενδεικτικό ότι ο Κλίντον μπορούσε να είχε καθαιρεθεί για ένα ψέμα που αναφερόταν στην προσωπική συμπεριφορά του, ενώ ο Μπους δεν απειλείται ούτε από μια μνημειώδη αποτυχία ασφαλείας ούτε από ένα ατελείωτο κύμα ψεμάτων στα οποία βασίσθηκε η κυβερνητική του πολιτική -συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι μας οδήγησε σε ένα παράνομο πόλεμο.

[...]

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Νοέ 09, 2014 11:22 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

_


Σπαράζει και η δημοσιογραφία της «ηδονοβλεψίας»

19.01.2014


Την ώρα που οι δημοκρατίες της Ευρώπης αναζητούν διέξοδο από τα πνιγηρά προβλήματα της κρίσης και ετοιμάζονται για τις πιο καθοριστικές εκλογές στην ιστορία της Ένωσής τους, η δημοσιογραφία-της-κλειδαρότρυπας, κοινώς της τύφλωσης, κάνει ηχηρή αναδίπλωση και αντιπροτείνει μια γνώριμα ηδονική «ένωση» των Ευρωπαίων διά της μαζικής κατανάλωσης των τοξικών προϊόντων της. Το επέτυχε.

Η υπόθεση απιστίας του Γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ ήρθε στη δημοσιότητα με όλο το τελετουργικό της ηδονικής θέας στο «κρυφό», την παπαρατσική δηλαδή φωτογράφιση μιας κλεμμένης προσωπικής στιγμής. Μιας στιγμής, η οποία υπόκειται στον έλεγχο της κοινωνικής ηθικής, ενδεχομένως και των προσωπικών σχέσεων του Ολάντ, αλλά απέχει μακράν από το να αποτελεί «δημόσια υπόθεση» με άλλο τρόπο πλην του κουτσομπολιού.

Αυτό το τελευταίο, ωστόσο, αποτέλεσε το πανίσχυρο υπνωτικό των κοινωνιών της αφασικής κατανάλωσης, των κοινωνιών όπου το δημοκρατικό ιδεώδες της ισότητας εκφυλίστηκε σε ύπουλα βίαιη εξομοίωση του πλήθους διά του βομβαρδισμού του με μιντιακές ψευδαισθήσεις. Τα ισχυρά ίχνη αυτής της εποχής ήρθαν και πάλι στην επιφάνεια με την κριτική που ξέσπασε για την ερωτική συμπεριφορά Ολάντ, προφανώς πιο «γκουρμέ» από την κριτική στις αποτυχημένες προσπάθειές του να μειώσει την ανεργία. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό, οι κλυδωνισμοί στην πολιτική σκηνή είναι και ισχυρότεροι. Γιατί η δημοσιογραφία της «κλειδαρότρυπας» νομιμοποιεί τον πιο άγριο κιτρινισμό και εξ αυτού την κορύφωση θεωριών συνωμοσίας. Πρόκειται για τους κρίκους της μιντιακής αλυσίδας που, παγιδεύοντας την κρίση των πολιτών, ανοίγει τον δρόμο για σπασμωδικές πολιτικές εξελίξεις.

Αν έχει νόημα για τους Ευρωπαίους πολίτες η υπόθεση Ολάντ, είναι μόνο για να υπενθυμίσει ότι η συζήτηση για τα ήθη της δημοσιογραφίας παραμένει ανοιχτή και ας ξεκίνησε στα τέλη του προπερασμένου αιώνα, όταν ένα κόμικ στριπ με ήρωα ένα ατίθασο χαμίνι της Νέας Υόρκης, που φορούσε κίτρινο κοστουμάκι, πρόσφερε τον όρο «κιτρινισμός» σε ένα είδος της δημοσιογραφίας, η οποία εκείνη την εποχή άρχισε να μπερδεύει είδηση και ` ` σ υ ν α ί σ θ η μ α. ` ` Με την ενίσχυση του δεύτερου εις βάρος των αρχών της πρώτης, μετακινήθηκε οριστικά η μέχρι τότε ιερή για τη δημοκρατία ενημέρωση των πολιτών σε σφαίρες πιο ψυχαγωγικές, όπου η πραγματικότητα άρχισε να υποχωρεί μπροστά στην αφήγηση ενός γαστριμαργικού story.

Η ίδια συζήτηση συνεχίστηκε όταν ο ανταγωνισμός των εκδοτικών γιγάντων Πούλιτζερ και Χιρστ καθιέρωσε το ψυχαγωγικό σκέλος στην ενημέρωση και εξελίχθηκε με την εμφάνιση του Μέρντοχ στη Βρετανία, τη δεκαετία του 1960, του οποίου ο εκδοτικός κολοσσός –θερμός υποστηρικτής του θατσερισμού – βρέθηκε εντέλει πριν από τρία χρόνια να κατηγορείται για ποινικά κολάσιμες μεθόδους, όπως οι τηλεφωνικές υποκλοπές, προκειμένου να εξασφαλίσει γαστριμαργική «ενημέρωση» για το κοινό του.

Στην υπόθεση Ολάντ η τοξική βόμβα είναι το «κρυφό». Αυτό ερεθίζει τις μύχιες ηδονές του φιλοθεάμονος, για να ακολουθήσει η μιντιακή έκρηξη, η οποία αφορά πλέον την αγωνία επιβίωσης Μέσων και δημοσιογράφων. Γιατί μπορεί οι Γάλλοι να δήλωσαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία (77%) ότι ουδόλως τους αφορά η προσωπική ζωή του προέδρου, αλλά το πολιτικό ρεπορτάζ υποχώρησε στο λαϊφστάιλ, ενώ έκαναν τις δέουσες απευθείας συνδέσεις τα γαλλικά κανάλια με το νοσοκομείο όπου βρέθηκε με νευρικό κλονισμό η επίσημη συμβία του, Τριερβελέρ –δημοσιογράφος και αποκαλούμενη «χαϊδευτικά» από τους συναδέλφους της «ροντβάιλερ»–, για τα μάτια της οποίας είχε χωρίσει τη μητέρα των τεσσάρων παιδιών του Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Ιδανικά υλικά για αποκτήσει διαστάσεις σαπουνοπερικού σκανδάλου μια υπόθεση που αφορά την κρεβατοκάμαρα ενός ηγέτη.

Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Τι έχει αλλάξει από την εποχή Κένεντι ή και Μιτεράν, οι οποίοι επίσης είχαν ανάλογες ερωτικές δραστηριότητες; Τότε ακόμη υπήρχε η «δημοσιογραφία κυρίων», γράφουν Αμερικανοί αναλυτές.

Ως εκ τούτου, θα μπορούσαμε να δούμε την υπόθεση και σαν σύγκρουση δύο διαφορετικών ειδών δημόσιας κουλτούρας και εντέλει δημοκρατικής κουλτούρας. Η μία της παραδοσιακής αστικής δημοκρατίας, που αντιστέκεται στη σύγχυση ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας, και η άλλη, η κουλτούρα του ριάλιτι και της αμερικανικής ηθικολαγνείας, η οποία έχει σταδιακά ταυτίσει την πολιτική με το ` ` θ έ α μ α ` ` στο όνομα μιας ψευδοδιαφάνειας με τα γνωστά τραγελαφικά αποτελέσματα στην αμερικανική πολιτική σκηνή (υπόθεση Κλίντον).

Οι Γάλλοι δείχνουν να αντιστέκονται στη δεύτερη, παρά τις προσπάθειες Σαρκοζί να την καταλύσει με το προσωπικό του παράδειγμα, και λένε ότι δικός του «δάκτυλος» βρίσκεται στο σύστημα που αποκάλυψε τις αταξίες Ολάντ. Πάντως, οι φανατικοί θεατές της συγκλονιστικής πολιτικής σαπουνόπερας «Scandal» (από την έξοχη Shonda Rhimes) μπορούν να διαπιστώσουν πόσο η πραγματικότητα της πολιτικής τροφοδοτεί μια συναρπαστική τηλεόραση.


_


Έχει επεξεργασθεί απο τον/την antanion στις Δευ Νοέ 10, 2014 2:33 am, επεξεργάσθηκε 2 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Δευ Νοέ 10, 2014 1:22 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

_


Μια τραγωδία τόσο κοντά, τόσο μακριά!

20.07.2014

Η έκρηξη on camera. Γκρίζος καπνός και σκόνη. Μια ολόκληρη πολυκατοικία έχει εξαερωθεί. Η διπλανή ανέπαφη. Η στόχευση υπήρξε ακριβής. Συγκεκριμένες ζωές εξαερώθηκαν με επιτυχία. Ο τηλεοπτικός φακός τοποθετημένος σε κατάλληλη θέση καταγράφει τον θρίαμβο της τρομερής πολεμικής τεχνολογίας. Είχαν ειδοποιηθεί λέει οι κάτοικοι, μερικά λεπτά νωρίτερα, από τους Ισραηλινούς -αυτοί ήταν οι επιτιθέμενοι-, ώστε να μη σκοτωθούν άμαχοι. Αλλά οι κάτοικοι του εν λόγω οικήματος έπρεπε να τιμωρηθούν γιατί ήταν μέλη της Χαμάς.

Σημασία δεν έχει όμως σε ποιο στρατόπεδο ανήκαν τα θύματα. Τα ίδια και από τις δύο πλευρές. Το συγκεκριμένο «περιστατικό», ακόμη ένα πολεμικό συμβάν που έφτασε στις τηλεοπτικές οθόνες, μάλλον ως παραδοξότητα, για την ακρίβεια του στόχου, για την εξαέρωση του οικήματος, από τα τόσα που καταγράφουν διεθνή πρακτορεία και πολεμικοί ανταποκριτές για ακόμη μία φορά, συγκεντρωμένοι στην ανοιχτή πληγή της Γάζας. Οι αντιδράσεις αναιμικές.

Είναι τέτοιο το μέγεθος της δυστυχίας, κρατά τόσα πολλά χρόνια, είναι τέτοια η πληθώρα των εικόνων μιας σύγκρουσης που έχει εξοντώσει κάθε έννοια δικαίου, ώστε η παγκόσμια ανοχή στο αφόρητο είναι εξασφαλισμένη. Αν βρούμε χρόνο από άλλες ψυχαγωγικές ασχολίες, του ρίχνουμε μια ματιά. Για να αισθανθούμε προς στιγμήν το ρίγος της ανθρωπιάς.

Άλλωστε το ανθρώπινο βλέμμα έχει μπουκώσει από πολεμικές εικόνες, από ανθρώπινα κουρέλια που τρέχουν αλλόφρονα στους δρόμους ενώ ο θάνατος καιροφυλακτεί. Τι να σου κάνει και ο τηλεοπτικός φακός! Κάποτε πιστεύαμε πως μια εικόνα μπορεί να κατατροπώσει έναν στρατό, να ανατρέψει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, ακόμη και να σταματήσει τον πολεμικό παραλογισμό διεγείροντας ευαισθησίες και κινητοποιώντας την «κοινή γνώμη» με την οποία υποτίθεται καμιά εξουσία δεν επιθυμεί να συγκρουστεί. Κάποτε που στεκόμασταν αθώοι μπροστά στην τηλεοπτική φαντασμαγορία.

Δυστυχώς η πικρή συνείδηση της μιντιακής εποχής μας είναι ότι ο φακός μεταβάλλει με τη σειρά του το αντικείμενο σε μύθευμα. Σαν να μη συμβαίνει στ’ αλήθεια το γεγονός, αλλά υπάρχει μόνον μια εντυπωσιακή εικόνα του, για μια φευγαλέα στιγμή. Οι αληθινές συνέπειες έτσι κι αλλιώς παρέμεναν και παραμένουν αθέατες και το βλέμμα του κοινού αποτελεί απλώς έναν παράγοντα επικοινωνιακής διαχείρισης ενταγμένης στους πολεμικούς σκοπούς του κάθε μετώπου. Αυτό είναι το σύγχρονο δόγμα του πολέμου-κατά-αμάχων. Ούτε πολεμικές επιχειρήσεις ούτε λεγεώνες και μεραρχίες ούτε πεδία των μαχών, μόνον όπλα ακριβείας που σκοτώνουν μέσα στις πόλεις. Οι νεκροί, τα παιδιά ανάμεσά τους, νούμερα στατιστικά. Ας το παραδεχτούμε, αδιάφορα πλέον στη δική μας καθημερινότητα, παγιδευμένη σε προσθαφαιρέσεις ψηφαλακίων της Βουλής που έχουν μοναδικό αποτέλεσμα μουδιασμένες συνειδήσεις. Ευθύς ως ολοκληρώθηκε το εν λόγω σόου κομματικής ετοιμότητας και με την καθιερωμένη αδράνεια του θέρους να επιβάλλεται στα μέτωπα παραγωγής εσωτερικών γεγονότων, έμεινε λίγος χρόνος, λίγος χώρος, για να στραφούμε στην κατανάλωση των εικόνων της δυστυχίας δύο λαών.

Με κορυφαία στιγμή επικοινωνιακού θριάμβου του πολέμου-κατά-αμάχων την τραγωδία της 11ης Σεπτεμβρίου, έχει γίνει συνείδηση πλέον ότι τα όπλα μαζικής ή και στοχευόμενης καταστροφής είναι υποταγμένα στα «όπλα» μαζικής επικοινωνίας. Είναι προφανές ότι αυτά υπερτερούν με την ταχύτητα διάδοσης και τη μεγέθυνση μέσω του φακού και της επαναλαμβανόμενης προβολής του γεγονότος, οποιασδήποτε καταστροφής από βόμβες και βλήματα. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό οι βόμβες θερίζουν παιδιά. Ακριβώς γι’ αυτό οι στόχοι είναι οι πόλεις και η καθημερινότητα.

Μόνον που έχει πάψει πλέον το πολεμικό συμβάν, η εξαέρωση από σύγχρονη βόμβα μιας κατοικίας, ο βομβαρδισμός μιας γειτονιάς με θύματα παιδιά, ηλικιωμένους και γυναίκες, να αποτελεί ρήξη της συνέχειας της καθημερινότητας του υπόλοιπου κόσμου, εκείνου που παρακολουθεί από τις οθόνες τη φρίκη. Έχουμε περάσει πλέον στην τυποποίηση της παραγωγής πολεμικών «συμβάντων» τα οποία τροφοδοτούν με εικόνες φρίκης τα παγκόσμια μίντια, και εξ αυτής οδηγηθήκαμε και στην τυποποίηση της συγκίνησης (Πολ Βιριλιό). Γίνεται αυτή πλέον μιντιακό προϊόν προς ` ` κ α τ α ν ά λ ω σ η ` ` από τη μεγάλη μάζα των θεατών.

Πρόκειται για την άλλη όψη του επικοινωνιακού πολέμου, αυτή που αφορά τις συνειδήσεις των θεατών, στις οποίες ουδείς αρνείται τον ερεθισμό, αλλά άνευ αποτελέσματος. Είναι προφανές ότι η «κοινή γνώμη», όπως και οι πολεμικοί ανταποκριτές, που έρχονται σε άμεση επαφή με τη δυστυχία και τον θάνατο, βρίσκονται στο πλευρό των αμάχων. Σπουδαίο μιντιακό προϊόν, το οποίο εξαντλείται αμέσως μόλις εμφανιστεί και κυριαρχήσει η επόμενη συγκίνηση.

Κάπως έτσι χάνονται στον χρόνο και με την ανακούφιση των «πολίτικλι κορέκτ» αντιδράσεων από τους απανταχού ευαίσθητους και σκεπτόμενους οι αιτίες του πολεμικού μίσους και μαζί τους φυσικά και οι λύσεις. Αυτές πολυπλοκότερες και μακράν δυσκολότερες από το δάκρυ του παγκόσμιου κοινού και την πρόσκαιρη εκεχειρία κατόπιν διπλωματικών πρωτοβουλιών.


_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
Επισκόπηση όλων των Δημοσιεύσεων που έγιναν πριν από:   
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    www.filosofia.gr Αρχική σελίδα -> Κουβεντούλα Όλες οι Ώρες είναι GMT + 2 Ώρες
Μετάβαση στη σελίδα Προηγούμενο  1, 2, 3, 4, 5, 6  Επόμενο
Σελίδα 4 από 6

 
Μετάβαση στη:  
Δεν μπορείτε να δημοσιεύσετε νέο Θέμα σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Δεν μπορείτε να επεξεργασθείτε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράψετε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν έχετε δικαίωμα ψήφου στα δημοψηφίσματα αυτής της Δ.Συζήτησης





Μηχανισμός forum: PHPBB

© filosofia.gr - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του.

Υλοποίηση, Φιλοξενία: Hyper Center