Θ.ΒοήθειαςΘ.Βοήθειας   ΑναζήτησηΑναζήτηση   Εγγεγραμμένα μέληΕγγεγραμμένα μέλη   Ομάδες ΧρηστώνΟμάδες Χρηστών  ΕγγραφήΕγγραφή  ΠροφίλΠροφίλ 
Συνδεθείτε, για να ελέγξετε την αλληλογραφία σαςΣυνδεθείτε, για να ελέγξετε την αλληλογραφία σας   ΣύνδεσηΣύνδεση 

nnn
Μετάβαση στη σελίδα Προηγούμενο  1, 2, 3, 4, 5, 6  Επόμενο
 
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    www.filosofia.gr Αρχική σελίδα -> Κουβεντούλα
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας :: Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας  
Συγγραφέας Μήνυμα
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Σεπ 25, 2013 1:53 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Πρόσληψη ή σφετερισμός;

19-01-1997


Με επιστολές τους στην ''Καθημερινή'' ο καθηγητής και ακαδημαϊκός κ. Κ. Ι. Δεσποτόπουλος και ο επίσης πανεπιστημιακός κ. Κώστας Αγαθοκλέους Καλογρής επανέρχονται στο θέμα που έθιξαν κάποιες προηγούμενες επιφυλλίδες μου: Ο σύγχρονος δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός έχει ελληνικές ρίζες ή θεμελιώνεται στην αντιπαλότητα προς τον Ελληνισμό;

Η ιστορική ερμηνευτική που επισημαίνει την αφετηριακή αντιπαλότητα, αποκρούεται από τους ευγενικούς μου επιστολογράφους. Ξενίζει ευρύτερα την κοινή γνώμη στην πατρίδα μας η αμφισβήτηση των ελληνικών καταβολών του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού ( ''πρέπει να προστατευθεί ο αναγνώστης από την απογοήτευση'', σημειώνει ο κ. Δεσποτόπουλος ). Τουλάχιστον δύο αιώνες τώρα έχει παγιωθεί στις συνειδήσεις των Νεοελλήνων η βεβαιότητα ότι η Δύση μας οφείλει τις βάσεις του πολιτισμού της. Μας επέβαλαν τη βεβαιότητα οι κορυφαίοι της εγχώριας επιστημοσύνης, την εμπέδωσε η σχολική μας εκπαίδευση, την καθιέρωσε η κρατική πολιτική σαν εθνική ιδεολογία. Για πρωτογενή αφετηριακή αντιπαλότητα ούτε μίλησε ούτε μιλάει κανείς.

Βέβαια, η αντιπαλότητα δεν αποκλείει τον σφετερισμό επιτευγμάτων και πλεονεκτημάτων του αντιπάλου. Οι εθνοφυλετικές ομάδες που συγκρότησαν τη νεώτερη Ευρώπη, σίγουρα επηρεάστηκαν από τον κυρίαρχο τότε, στη ρωμαϊκή οικουμένη, ελληνικό πολιτισμό. Και όχι απλώς τον χρησιμοποίησαν για να μπορέσουν να αρθρώσουν γλώσσα, σκέψη, τέχνη και πολιτικό βίο, αλλά φιλοδόξησαν να τον ιδιοποιηθούν αποκλειστικά, να εμφανιστούν ως οι μοναδικοί έγκυροι συνεχιστές του. Ονόμασαν ''Γραικούς'' και αργότερα ''Βυζαντινούς'' τους πολίτες της αυτοκρατορίας που σάρκωνε την οργανική συνέχεια της ελληνικότητας με κέντρο τη Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη.

Επέβαλαν αυτήν την ψευδωνυμία στη διεθνή ορολογία ως σήμερα, προκειμένου να διεκδικήσουν οι Δυτικοευρωπαίοι την αποκλειστικότητα της κληρονομιάς του ελληνικού πολιτισμού στη φιλοσοφία, στην τέχνη, στην πολιτική. Μόλις πριν από δύο μήνες, ο περιβόητος καθηγητής Χάντινγκτον επανεβεβαίωσε ότι ''ο ισλαμικός και ορθόδοξος πολιτισμός κληρονόμησαν επίσης κάποια στοιχεία της κλασσικής παράδοσης, αλλά ούτε κατά προσέγγιση στο ίδιο επίπεδο με τη Δύση''.

Η αντιπαλότητα λοιπόν της Δύσης προς τον Ελληνισμό δεν εκφράστηκε με απόρριψη, αλλά με σφετερισμό και μονοπώληση - κυρίως με ριζική διαστροφή των όρων και προϋποθέσεων του ελληνικού πολιτισμού. Βεβαίως οι ευρωπαϊκές γλώσσες είναι κατάσπαρτες με ελληνικές λέξεις, βεβαίως στη βάση της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και επιστήμης βρίσκεται η δυτική ερμηνευτική του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, βεβαίως και η δυτική αρχιτεκτονική, γλυπτική, ζωγραφική και ποίηση άντλησαν από τη μίμηση του αρχαιοελληνικού υποδείγματος. Το πρόβλημα είναι πόση ελληνικότητα διασώθηκε σε αυτήν την ιδιοποίηση του ελληνικού πολιτισμού από τους Δυτικούς. Κατά πόσον το πρόσλημμα αλλοτριώθηκε και υποτάχθηκε στους νάρθηκες της δυτικής ατομοκρατίας και νοησιαρχίας.

Δεν αρκεί να βαυκαλιζόμαστε με ομολογίες αναγνώρισης από κορυφαίους Δυτικούς των οφειλών τους στην αρχαία Ελλάδα. Πρέπει, τουλάχιστον, να ξέρουμε το αναποδογύρισμα της σημαντικής των ελληνικών λέξεων στη γλώσσα των Δυτικών: Τι σήμαινε στα ελληνικά λόγος, λογική και τι σημαίνει ratio, raison, Vernunft, τι σήμαινε ορθός λόγος και τι σημαίνει rationalismus. Ποιο νοηματικό και βιωματικό φορτίο κομίζει η ελληνική λέξη κοινωνία και ποιό η societas - societe - society. Ποιούς υπαρκτικούς στόχους ενσάρκωνε για τους Έλληνες η πολιτική και η δημοκρατία και ποιές χρησιμοθηρικές βλέψεις επένδυσαν στις ίδιες λέξεις οι Δυτικοί. Κι ας αφήσουμε τα δυσκολότερα της αντιστροφής των προϋποθέσεων στη φιλοσοφία, στην τέχνη, στη μεταφυσική.

Για πολλοστή φορά να προλάβω τις παρεξηγήσεις. Η επίγνωση της ιστορικής διαστροφής, η συνείδηση των διαφορών, δεν σημαίνει εμμονή δική μας στην αντιπαλότητα. Δεν σημαίνει ''αυτοαπομόνωση'' και ''αυτοκαταστροφική αποκοπή από την κοινή πορεία με τη σημερινή Ευρώπη''. Μην είμαστε αφελείς - ο μόνος τρόπος ισότιμης, ενεργητικής και δημιουργικής μετοχής στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι σήμερα είναι να ξέρουμε ποιοι είμαστε, να μετέχουμε ως εταίροι με ραχοκοκαλιά και ταυτότητα, να κομίζουμε πρόταση, ετερότητα λόγου και πείρας. Όχι να πιθηκίζουμε ιστορικές πλαστογραφήσεις, όχι να πασχίζουμε χατζηαβατικά να πειθαρχήσουμε σε αυτό που άλλοι σχεδίασαν πριν από μας για μας.

Αλλά το παιχνίδι είναι μάλλον χαμένο. Γιατί η ιστορική και πολιτιστική μας συνείδηση των Νεοελλήνων είναι πια παγιδευμένη - τουλάχιστον δύο αιώνες τώρα - στην εισαγόμενη δυτική εκδοχή της ελληνικότητας. Αν οι Δυτικοί σφετερίστηκαν και αλλοτρίωσαν την ελληνική κληρονομιά, δεν έχουμε κριτήρια να το διακρίνουμε. Δεν έχουμε να αντιτάξουμε δική μας εκδοχή, ζωτική συνέχεια και αυθεντική γνησιότητα ελληνικότητας. Σπεύδουμε να αναγνωρίσουμε τις ''ελληνικές'' τους ρίζες, γιατί και η δική μας σημερινή ''ελληνικότητα'' δική τους είναι, δεύτερο χέρι, δάνειο του ''φιλελληνισμού'' τους. Είμαστε αδιαμαρτύρητα ''Γραικοί'', όπως αυτοί μας θέλησαν, δεν είμαστε Έλληνες.

Με τέτοια αλλοτριωτική εξάρτηση γίνεται αναπόφευκτη η κρατική μας υπανάπτυξη και ευτέλεια
, οι μακάβριες πολιτικές και διπλωματικές μας αποτυχίες, η κοινωνική μας καχεξία και κακομοιριά. Δεν αντέχουμε τόση ταπείνωση και ζητάμε παρηγοριά σε ψευδεπίγραφους τίτλους συγγένειας με τα δυτικά μας ινδάλματα. Ριζικά αποκομμένοι από τα κριτήρια και τα κίνητρα που γέννησαν τον πολιτισμό της αρχαίας και της ''βυζαντινής'' Ελλάδας, βαυκαλιζόμαστε ότι εμείς, οι σημερινοί άσχετοι, έχουμε τίτλους κυριότητας στις ''αξίες'', στο ''πνεύμα'', στην ''ηθική'', στη ''λογική'', στην ''αισθητική'' των θεμελίων του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού.

Θα μπορούσε να υπάρξει ελπίδα: Με μια ριζοσπαστική εκ βάθρων εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Αν ξαναχτίσουμε από την αρχή την πολιτιστική μας συνείδηση με κριτικό ρεαλισμό ιστορικής αυτογνωσίας. Αλλά οι υπουργοί Παιδείας διαβάζουν άραγε τέτοιες περιθωριακές επιφυλλίδες;

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Δευ Οκτ 28, 2013 1:43 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

«Aντίπαλες» ιδεολογίες, ίδια πολιτική

16-06-2013


Τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, οσοδήποτε συναρπαστικά ή και ιλιγγιώδη, αλλάζουν τις συνθήκες του βίου, τρόπους, συνήθειες, πρακτικές του βίου. Δεν αλλάζουν τη φύση του ανθρώπου. H φύση μένει πάντα φθαρτή και θνητή, πάντα ίδιες οι ενστικτώδεις ενορμήσεις που αντιπαλεύουν τη φθαρτότητα και τη θνητότητα – ορμή της αυτοσυντήρησης, ορμή της κυριαρχίας, ορμή της ηδονής. Πάντα ανοιχτή και η δυνατότητα αντίστασης στη νομοτέλεια των ενστίκτων (όχι ίδια σε όλους, αλλά σε όλους δοσμένη): Δυνατότητα σχετικής ελευθερίας από τις φυσικές αναγκαιότητες, ενεργητικής ετερότητας από τη φυσική ομοείδεια – ειδοποιός διαφορά του ανθρώπου η ελευθερία, «το κυρίως ανθρώπινον» γνώρισμα.

Οι κάποτε Έλληνες γέννησαν την «πόλιν», την «πολιτικήν τέχνην», γιατί είχαν κοινή και κοινωνούμενη την ανάγκη για προτεραιότητα της ελευθερίας: H ελευθερία πραγματώνεται στη σχέση όχι στη χρήση, η χρήση υπηρετεί το ένστικτο, την υποταγή στην ανάγκη, στη νομοτέλεια της φύσης. Το άθλημα της σχέσης παράγει την «πόλιν», την ελευθερία από την αναγκαιότητα, τον «πολιτισμό».

Στους αντίποδες ο σημερινός πρωτογονισμός: να εκλαμβάνεται η ελευθερία ως ατομικό «δικαίωμα», να ταυτίζεται με τη συμβατικά κατασφαλισμένη ευχέρεια απεριόριστων εγωτικών επιλογών. Ενδιαφέρει η θωράκιση του ατόμου (κάθε αδιαφοροποίητης μονάδας της φυσικής ομοείδειας), η ικανοποίηση των ενστικτωδών ενορμήσεων κυριαρχίας και ναρκισσιστικής ηδονής. «Πολιτισμός» με αντεστραμμένους τους όρους του ελληνικού αθλήματος.

Όμως καμιά συλλογικότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κάποιο χαλινό στη ζούγκλα των ενστικτωδών απαιτήσεων του φυσικού ατόμου. Ακόμα και τα οργανωμένα εθνοφυλετικά μορφώματα που προέκυψαν από τον δυτικό βαρβαρικό Μεσαίωνα (the barbarian West), συλλογικότητες συνεπέστατα υποταγμένες στην προτεραιότητα της χρείας (της θρησκευτικής, νομικής, ιδεαλιστικής ή ιστορικο-υλιστικής χρησιμοθηρίας) υποχρεώθηκαν εκ των πραγμάτων να αναζητήσουν κάποιους «υπερβατικούς» άξονες συνοχής της συλλογικότητας ως χαλινό του αντικοινωνικού ατομοκεντρισμού. Σαν τέτοιοι άξονες λειτούργησαν ο εμπεδωμένος από τη σχολική παιδεία και τη θεσμική οργάνωση ορθολογισμός των συμβάσεων (κυριολεκτικά ειδωλοποιημένος), η καύχηση για το ιστορικό παρελθόν της συλλογικότητας, για τα επιτεύγματα στις Τέχνες, στις επιστήμες, για τον κατά κεφαλήν πλούτο, τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά του οικιστικού περιβάλλοντος, την καλλιέργεια αυτοσυνειδησίας της όποιας συλλογικής ιδιαιτερότητας, κ.ά.π.

Κοινωνίες που βγήκαν από μακραίωνη υποδούλωση σε αλλοεθνή κυριαρχία ή από πολύχρονο αποικιοκρατικό καθεστώς, αφέθηκαν κατά κανόνα στην ψευδαίσθηση ότι αρκεί να αντιγράψουν κάποιο από τα μοντέλα εφαρμογής του δυτικού «παραδείγματος» για να γευθούν αυτόματα τους ηδονικούς καρπούς της απολυτοποιημένης χρησιμοθηρίας. Το ελλαδικό κράτος είναι μια τέτοια περίπτωση. Οι Βαυαροί που το έστησαν, συνεπικουρούμενοι από τους ξιπασμένους αυτόμολους της κοραϊκής δυτικολαγνείας, προσπάθησαν να προσδώσουν στον πιθηκισμό της Δύσης από τον ελλαδισμό στοιχεία διακοσμητικής ιδιαιτερότητας:Τη νεοκλασική αρχιτεκτονική, το μουσειακό ενδιαφέρον για το αρχαιοελληνικό κυρίως παρελθόν και το λαογραφικό ενδιαφέρον για το μεταβυζαντινό. Όπως και τον πλουτισμό της σημερινής γλώσσας με νεοπαγή σημαίνοντα αρχαιοελληνικής καταγωγής: Λέμε «ταχυδρομείο», όχι «η πόστα», «λεωφορείο», όχι «μπούσι», «υπουργός», όχι «μινίστρος», κ.λπ.

Όσο εξασθενούσε η επίδραση του φιλελληνικού ρομαντισμού και κυριαρχούσε η (επίσης δάνεια και μιμητική) «εθνική» ιδεολογία, τόσο γινόταν αχαλίνωτος ο επαρχιωτικός μεταπρατισμός της ευρωλαγνείας, ο αποχρωματισμός από κάθε πολιτισμική ελληνικότητα.
H απρόσωπη ετοιματζίδικη πολυκατοικία, εφιαλτικά πολυώροφη ακόμα και σε στενωπούς ή σοκάκια, η φιγουρατζίδικη ακαλαισθησία της «χρηστικότητας», ομοιομορφοποίησε οικιστικά την Ελλάδα από άκρη σε άκρη – καθορίζει σήμερα ανεπανόρθωτα την τριτοκοσμική ταυτότητα της χώρας. Αδύνατο να ξεχωρίσεις αν βρίσκεσαι στο Ρέθυμνο ή στην Καβάλα, στην Πάτρα ή στον Βόλο, στην Αλεξανδρούπολη ή στην Καλαμάτα. Τερατώδη ξενοδοχειακά συγκροτήματα, απρόσωπα, πανομοιότυπα με της Σιγκαπούρης ή της Kόστα Mπράβα, έχουν οριστικά καταστρέψει το απαρόμοιαστο κάλλος τόσο των ακτών όσο και του ορεινού τοπίου. O μισός πληθυσμός της χώρας συγκεντρωμένος στην πρωτεύουσα, όπως σε όλες τις υπανάπτυκτες κοινωνίες – η Αθήνα συναγωνίζεται σε ασχήμια, μόλυνση και συνθήκες ανοργανωσιάς του βίου, το Κάιρο, τη Βαγδάτη, το Νέο Δελχί.

O μαζοποιημένος πια, από τη μονοδιάστατη τηλεοπτική «πληροφόρηση» και «ψυχαγωγία», ελληνώνυμος πληθυσμός, ζει και ενεργεί με μοναδικό στόχο και «νόημα» βίου το χρήμα, την καταναλωτική λιγούρα, την κρετινική «διασκέδαση». Με ακαταμέτρητους τους «λειτουργικά αναλφάβητους», αλλά επιδεικτικά, δίχως την παραμικρή μειονεξία ακκιζόμενους στα «μήντια», στην πολιτική, στον συνδικαλισμό, με το σχολειό εξευτελισμένο από τις «διευκολύνσεις» της ημιμάθειας, των «μιας χρήσεως» γνώσεων, της χυδαίας «φροντιστηριακής» χρησιμοθηρίας – την απόκτηση πτυχίου μόνο για εξασφάλιση μισθού με την ελάχιστη δυνατή απασχόληση. Οι περιγραφές της παρακμής τέλος δεν έχουν, ούτε ο απελπισμός που προκαλούν έχει όρια.

Όλοι όσοι κυβέρνησαν τον τόπο από το 1974 ώς σήμερα, όλοι, δίχως εξαίρεση και ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους λεοντή («οικονομικού φιλελευθερισμού» ή «σοσιαλισμού» ή των φενακισμένων τους αποχρώσεων), ήταν συνεπέστατοι ενσαρκωτές του Ιστορικού Υλισμού, στην πιο χονδροειδή, επαρχιώτικη εκδοχή του. Στόχος και αποκλειστικό περιεχόμενο της πολιτικής τους: η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας – να ρέει χρήμα, έστω και δανεισμένο, με παροχές για εξαγορά ψηφοφόρων, να ψηφοθηρούν τα φαυλεπίφαυλα κόμματα πουλώντας ψευδαισθήσεις ευζωίας.

H εγκληματική τους, όλων, αφροσύνη, ιδιοτέλεια και απαιδευσία μάς οδήγησε στον σημερινό εφιάλτη καταστροφής της ζωής μας και των ονείρων μας. Τουλάχιστον, με την πείρα τώρα πια του πανικού και της απόγνωσης, οφείλουμε στον εαυτό μας, επιτέλους, ρεαλιστικές επιγνώσεις: «Καραμανλικός» ή «παπανδρεϊκός», «προοδευτικός» ή «ριζοσπαστικός», ο Ιστορικός Υλισμός συγκεφαλαιώνει την αποτυχία μας, το εφιαλτικό μας αδιέξοδο. Είναι ο μονόδρομος της χρήσης, όχι η προτεραιότητα της σχέσης, ο εταιρισμός των συμφερόντων, όχι το κατόρθωμα κοινωνίας της ζωής. O Ιστορικός Υλισμός εξομοίωσε πολιτικά τον Καραμανλή με τον Ανδρέα, τον Σημίτη με τον Μητσοτάκη, τον Σαμαρά με τον Κουβέλη.

Με άλλα λόγια: το ζητούμενο δεν είναι να μας «εμπιστευθούν» και πάλι οι μαφίες των δανειστών τοκογλύφων. Είναι να βρούμε οι Έλληνες τον εαυτό μας: αν κρύβεται ξεχωριστή ποιότητα ζωής στο να είσαι Έλληνας, αν είναι εμπειρικά ψηλαφητός ο ρεαλισμός του Καβάφη: «ιδιότητα δεν έχΆ η ανθρωπότης τιμιωτέραν».

Να είναι πολιτική αυτή η ψηλάφηση, μέσα από θεσμούς.






*********************************************************






Τι γεννάει έναν εμφύλιο

11-03-2007


Κάποτε η «Αριστερά» στην πολιτική σήμαινε κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες. Αυτοκαθοριζόταν η Αριστερά ως εναντίωση στις ατομοκεντρικές προτεραιότητες της «Δεξιάς». Η Δεξιά σκόπευε στην πολιτική κατασφάλιση της ατομικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, της ελευθερίας των ατομικών επιδιώξεων κέρδους. Όταν η αγορά αφήνεται να λειτουργήσει ελεύθερη, δίχως κεντρικό έλεγχο, τότε οι εγωιστικές επιδιώξεις των ατόμων αθροίζονται στο «πηλίκον μιας μέσης ευτυχίας» - ευζωίας για όλους.

Σε αυτή τη λογική της Δεξιάς η Αριστερά έβλεπε απειλή απανθρωπίας: την κατάφαση του νόμου της φυσικής επιλογής (επιβίωσης και επιβολής) του ισχυροτέρου, την ελευθερία της ζούγκλας. Αντέτασσε η Αριστερά μιαν αντίληψη της πολιτικής που αποβλέπει στον κοινωνικό (μέσω του κράτους) έλεγχο της οικονομίας, ώστε να αποτρέπεται η ασυδοσία της κερδοσκοπική από την οικονομική ανισότητα.

Κάθε μη δογματική (μη ολοκληρωτικού χαρακτήρα) Αριστερά σέβεται το αίτημα της οικονομικής ελευθερίας, δηλαδή του ελεύθερου ανταγωνισμού. Πιστεύει ωστόσο στην παρέμβαση του κράτους προκειμένου να εξασφαλίζεται για όλους η βασική και πρωταρχική ελευθερία, η ελευθερία από εκείνη την ανέχεια που γίνεται ανασταλτική κάθε δυνατότητας άλλων επιλογών και πρωτοβουλιών.

Βέβαια, η θεωρία και η πρακτική της πολιτικής Αριστεράς και της πολιτικής Δεξιάς γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν στον κόσμο της δυτικής Νεωτερικότητας, κόσμο παγιδευμένον (με εθισμούς αιώνων) στην ατομοκρατία - σε απολυτοποιημένες ατομοκεντρικές προτεραιότητες. Η ρωμαιοκαθολική θρησκευτικότητα (αυγουστίνεια, θωμιστική, καρτεσιανή), όσο και οι προτεσταντικές της αποφύσεις, είχαν παγιώσει στη Δύση την έμπρακτη επιδίωξη της ατομικής αξιομισθίας, της ατομικής δικαίωσης, της ατομικής σωτηρίας - ήταν ο άξονας οργάνωσης του ιδιωτικού και του κοινού βίου. Και η εξέγερση των Νεώτερων Χρόνων ενάντια στη βασανιστική αυτή θρησκευτικότητα απέρριψε μετά βδελυγμίας το μεταφυσικό «εποικοδόμημα», όχι όμως και τη βάση της ατομοκρατίας την παγιωμένη στη νοο-τροπία και στην πρακτική του δυτικού ανθρώπου. Η πολιτική Δεξιά και η πολιτική Αριστερά θεμελιώθηκαν και αναπτύχθηκαν πάνω στην ίδια και αδιαφοροποίητη βάση ιστορικά εμπεδωμένου ατομοκεντρισμού.

Έτσι, η Δύση μίλησε (και μιλάει) για «σοσιαλισμό», δηλαδή για «κοινωνισμό», αλλά με τις προδιαγραφές που επιβάλλει το νοηματικό περιεχόμενο της λατινικής societas: Societas ήταν και είναι ο «εταιρισμός ατόμων επί κοινώ συμφέροντι». Η σημασία της ελληνικής λέξης «κοινωνία», η θεωρία και η πρακτική που σημασιοδοτήθηκαν με αυτή τη λέξη μέσα στους αιώνες, έμειναν άγνωστες στην ευρωπαϊκή Αριστερά.

Με τα παιδαριώδη «μεταφυσικά» ιδεολογήματα του Μαρξισμού (την ιστορικο-υλιστική του ανθρωπολογία: τις ερμηνείες του για τη γένεση της συνείδησης και της γλώσσας από την ανάγκη καταμερισμού της εργασίας!) η societas ταυτίστηκε νοηματικά με το αριθμητικό άθροισμα αδιαφοροποίητων ατόμων και το «σοσιαλιστικό» όραμα με την κολλεκτίβα.

Δεν είναι τυχαίο που ο ατομοκεντρικός χριστιανισμός της Δύσης έσπευσε να συμμαχήσει με την πολιτική Δεξιά και όχι με την πολιτική Αριστερά. Τα «χριστιανοδημοκρατικά» κόμματα φιλοδόξησαν να αντιπαλέψουν τον κολλεκτιβιστικό σοσιαλισμό προκειμένου να διασώσουν κάποια «χριστιανική» (γράφε: ηθικιστική) και κάποια «δημοκρατική» (μη ολοκληρωτική) εκδοχή της πολιτικής.
Η απουσία του Ελληνισμού και της εκκλησιαστικής (της λεγόμενης «ορθόδοξης») εκδοχής του Χριστιανισμού από τις κοσμογονικές πολιτικές διεργασίες των δύο τελευταίων αιώνων συνιστούν αναπηρία για τον πολιτικό πολιτισμό της Ευρώπης. Η δυναμική του νοηματικού φορτίου της λέξης «κοινωνία» και οι ιστορικές της πραγματοποιήσεις (από την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία ώς την κοινότητα τη «βυζαντινή» και των χρόνων της Τουρκοκρατίας ή του λαϊκού σώματος της «ενορίας») είναι δεδομένα άγνωστα για τους πολιτικούς προβληματισμούς της Δύσης, αλλά και του μεταπρατικού (εν πολλοίς αφελληνισμένου) Νεώτερου Ελληνισμού.
Μιμητικός εκ γενετής ο Νεώτερος Ελληνισμός αναμηρυκάζει και πιθηκίζει τη γλώσσα και τις σκοποθεσίες της Δεξιάς και της Αριστεράς στη Δύση, απαράλλαχτα όπως όλες οι κοινωνίες του ιστορικού περιθώριου, οι «καθυστερημένες» μεταπρατικές κοινωνίες.

Αν και απομίμηση του δυτικού ατομοκεντρικού πρωτοτύπου η Αριστερά στη σύγχρονη Ελλάδα απηχούσε αρχικά (και ανεπίγνωστα) -κυρίως στα λαϊκά στρώματα τα λιγότερο ή καθόλου «διαφωτισμένα»- κάτι από τη βιωματική αίσθηση της ελληνικής λέξης «κοινωνία»: Να είσαι «αριστερός» σήμαινε θυσιαστική ανιδιοτέλεια, ετοιμότητα διακινδύνευσης, διωγμών, κακουχίας, φυλακίσεων, εξορίας για χάρη ενός κοινωνικού οράματος που ο ίδιος δεν θα προλάβαινες να το ζήσεις.

Αυτό το ήθος της Αριστεράς σαρώθηκε κυριολεκτικά και αφανίστηκε με την εμπέδωση και στην Ελλάδα της «εξατομίκευσης» που οργανικά συνεπέφερε η κυριαρχία της απόλυτης (και ηδονικής) προτεραιότητας του καταναλωτισμού. Η «Αριστερά» ταυτίστηκε «ανεπαισθήτως» με την πιο σκληρυμένη απαίτηση ατομοκεντρικών δικαιωμάτων. Σήμερα στην Ελλάδα, με την Αριστερά ως λεοντή και πρόσχημα, τα ωμά συμφέροντα συνασπίζονται σε συντεχνίες, εξωραΐζουν τις πιο χυδαίες πρακτικές αντικοινωνικής συμπεριφοράς σαν «μορφές πάλης» και «αγώνων». Στο όνομα της Αριστεράς ο πιο βάναυσος, κτηνώδης εκβιασμός του κοινωνικού συνόλου από θρασύτατες επιμέρους ομάδες μεθοδεύει απεργίες με το μεγαλύτερο δυνατό «κοινωνικό κόστος», σκοπεύει δηλαδή στον θελημένο σαδιστικό βασανισμό όσο γίνεται περισσότερων συνανθρώπων.

Πίσω από το προσωπείο της Αριστεράς συνωστίζονται οι πιο μανιασμένοι αρνητές της δημοκρατίας. Φανατισμένοι στην αρράγιστη πεποίθησή τους ότι ο κόσμος όλος πρέπει να υποταχθεί στο εγώ τους, στα θελήματα και αιτήματά τους: Όλοι οι υπόλοιποι να τους εξασφαλίζουν δωρεάν δασκάλους, δωρεάν βιβλία, δωρεάν σίτιση, δωρεάν στέγαση και συγκοινωνίες, οπωσδήποτε (σε οσαδήποτε χρόνια) πτυχίο και αμέσως μετά έτοιμη κερδοφόρα δουλειά. Στο μεταξύ αυτοί, όταν δυσαρεστούνται, να καίνε Τράπεζες, να καίνε τα σχολειά τους, να λεηλατούν μαγαζιά, να πυρπολούν αυτοκίνητα, με το «ακαδημαϊκό άσυλο» να προστατεύει (ως «κοινωνική κατάκτηση»!) κάθε έγκλημα, παρανομία και βαναυσότητα.

Βέβαια, από μια τέτοια ιταμή καπηλεία της Αριστεράς κάποιοι καρπώνονται προβολή, δημοσιότητα, τιμές «πολιτικών (ή συνδικαλιστικών) ηγετών», ζουν την ηδονή της εξουσίας με πλησμονή ασύγκριτα υπέρτερη από τα όσα απολαμβάνει ο πιο αχαλίνωτος καπιταλιστής ή άλλοτε ο φεουδάρχης, ο απόλυτος αυθέντης σωμάτων, ψυχών, συνειδήσεων. Αρκεί η τηλεοπτική εικόνα της ηγεσίας των αυτοαποκαλούμενων «αριστερών» κομμάτων ή του σοσιαλεπώνυμου «κινήματος» -εικόνα καθ' έξιν θρασύτατης φενάκης ή δογματισμού που καταλήγει σε αμβλύνοια- για να θρηνήσει απελπισμένα κάθε ειλικρινής εραστής κοινωνιοκεντρικών οραμάτων.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Οκτ 31, 2013 3:17 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Tο προνόμιο των αποτυχημένων του «παραδείγματος»

24-02-2013


Πολιτική «Δεξιά» δεν είχαμε ποτέ στην Ελλάδα, επομένως ούτε και πολιτική «Αριστερά». Δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις, τα ρεαλιστικά δεδομένα για τέτοια γεννήματα: Ούτε βαριά βιομηχανία που να προϋποθέτει «συσσώρευση κεφαλαίου» ως αναγκαία συνθήκη της παραγωγής ούτε «προλεταριάτο» ως διαμορφωμένη και πάγια κοινωνική «τάξη».

Είχαμε περιστασιακές και περιπτωτικές «δεξιές» ή «αριστερές» συμπεριφορές. Εισαγόμενες, μεταπρατικές. Τις βαφτίζαμε με αυτά τα δάνεια από τη Δύση ονόματα, για να μας δίνουν την ψευδαίσθηση «εξευρωπαϊσμού» μας. Υπεραναπλήρωση μειονεξίας, ξιπασιά. Το ψυχολογικό σύμπλεγμα του Κοραή, η θεωρία του για «μετακένωση» της ελληνικότητας από τη Δύση (τη μόνη κιβωτό) στους αφελληνισμένους «Γραικούς» του βαλκανικού Νότου, επιβλήθηκε σαν κυρίαρχη ιδεολογία στο ελλαδικό κρατίδιο.

Παιδαριώδες επίπεδο: Για να γίνουμε κι εμείς «Ευρωπαίοι», έπρεπε να έχουμε να επιδείξουμε (και αν όχι, να δημιουργήσουμε ή να φαντασιωθούμε) «πάλη των τάξεων», επομένως απρόσωπο «μεγάλο κεφάλαιο» και εξαθλιωμένο από την εκμετάλλευση «προλεταριάτο».
Μέχρι σήμερα η κυρία Παπαρήγα, γραφικά, σχεδόν χαριτωμένα εξωπραγματική, μιλάει μόνο για «εργαζόμενους» (αφού εργάτες, όπως τους προϋποθέτει ο Μαρξισμός της, δεν υπάρχουν) και εννοεί τα «ρετιρέ» της δημοσιοϋπαλληλικής μισθοδοσίας – τεχνικούς της ΔEH και του OTE, μηχανοδηγούς του OΣE και του «Mετρό» με μισθούς αρεοπαγιτών ή και πολλαπλάσιους.

Από γεννησιμιού του μεταπρατικό το ελληνώνυμο κρατίδιο (που όταν ιδρύθηκε άφηνε έξω από τα σύνορά του τα τέσσερα πέμπτα των ελληνικών πληθυσμών εκείνης της εποχής) βάλθηκε να πιθηκίζει τα «φώτα» της Δύσης. Αφού ο «πολιτισμός», η «πρόοδος» ήταν μόνο στην «Εσπερία», ο δρόμος που απέμενε για να εξωραϊστεί η «Ψωροκώσταινα» στα μάτια του ταπεινωμένου επί αιώνες Ελλαδίτη ήταν η μίμηση, η παθητική αντιγραφή, ο μεταπρατισμός.
O αιγυπτιώτης Ελληνισμός, ο μικρασιατικός, ο ποντιακός, της Μαύρης Θάλασσας, είχαν οργανικά προσλάβει όποια από τα επιτεύγματα της Δύσης ικανοποιούσαν ανάγκες των Ελλήνων, χωρίς την αλλοτρίωση του ξιπασμένου. H ξιπασιά του Κοραϊσμού στον ελλαδικό χώρο επέβαλλε την πρόσληψη της Δύσης ως αυταξίας – όχι για να υπηρετηθούν ανάγκες, αλλά για να παρηγορηθεί η μειονεξία.

Πολυκατοικίες
η Δύση; Τριτοκοσμική απομίμησή τους και στο Eλλαδέξ, ισοπεδωτική εξομοίωση του οικιστικού ιστού από άκρη σε άκρη της χώρας – η έκπαγλη και σοφή αρχιτεκτονική, η αιγαιοπελαγίτικη, η καστοριανή, η πηλιορείτικη, η αρκαδική, εξαλείφθηκαν. Αντιεξουσιαστικά κινήματα στη Δύση; Ψυχανώμαλες καρικατούρες απομίμησης και εδώ, υπάνθρωπου πρωτογονισμού. Αντικληρικαλισμός στη Δύση; Χλεύη και μυκτηρισμοί για οποιοδήποτε σέβας του «ιερού», από τους «προοδευτικούς» της καριέρας, στα χώματα που γέννησαν αυτό το σέβας.
H οργάνωση του κράτους, οι θεσμοί, η παιδεία, οι Τέχνες, κάθε πτυχή του συλλογικού βίου, κοπιάρισμα και μαϊμουδισμός, δίχως αιδώ ή λύπην. Αποτύπωσε ο Ελύτης τον «εκσυγχρονιστικό» εκβαρβαρισμό μας στο κείμενο - παρακαταθήκη που έχει τίτλο: «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά».

Στο πεδίο της πολιτικής το ελληνώνυμο κρατίδιο, τουλάχιστον στα πρώτα του βήματα, είχε την ειλικρίνεια να ονοματίζει απροσχημάτιστα την ξιπασιά του: Τα πρώτα κόμματα που σχηματίστηκαν ήταν το «Αγγλικόν», το «Γαλλικόν», το «Pωσικόν». Αργότερα προτιμήθηκε να δηλώνουν οι ονομασίες συντελεσμένο εξευρωπαϊσμό: ότι έχουμε κι εμείς κόμματα «δεξιά», «συντηρητικά», «φιλελεύθερα» ή «αριστερά», «σοσιαλιστικά», «κομμουνιστικά». Υιοθετήσαμε και την κενολογία των παραλλαγών: «κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά». Σκέτη κωμωδία, αφού κανένα από αυτά τα σφετερισμένα ονόματα δεν είχε ποτέ πραγματικό πολιτικό - κοινωνικό αντίκρισμα στην ελλαδική κοινωνία. Πρόσφατα αποκτήσαμε και κόμμα «εθνοκεντρικό», υποτίθεται, με ιδεολογία και πρακτικές Νεοναζισμού. Είμαστε η χώρα του πιο προηγμένου πολιτικού «δήθεν».

Φυσικά και έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο, που μάλλον σηματοδοτεί το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού. Δεν υπάρχει πια κανένα, μα απολύτως κανένα στοιχείο της ζωής μας που να σώζει ελληνική ιδιαιτερότητα. Όχι φολκλορική γραφικότητα, αυτή που πουλάμε στον χύδην τουρισμό, αλλά ετερότητα ιεράρχησης των αναγκών και νοηματοδότησης του βίου, ετερότητα γλώσσας, νοο-τροπίας, τρόπου της πολιτικής, της οικονομίας, της κρατικής οργάνωσης. Το κάθε τι στην κρατική μας συλλογικότητα είναι δάνειο, μίμηση, εισαγόμενο, όλα, μα όλα, έχουν τον χαρακτήρα των πολυκατοικιών μας: τη σφραγίδα της τριτοκοσμικής διεθνικής ομοιομορφοποίησης.

Ψάχνουμε σήμερα, μέσα στο λόφο του αδιεξόδου, να εντοπίσουμε τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή της ζωής μας. Ανήμποροι θεατές στο ψυχολογικό μαρτύριο της ανεργίας των παιδιών μας. Με την ανασφάλεια, ατσαλένια δαγκάνα στο στέρνο μας. Κάθε επαφή με την ελληνώνυμη συλλογικότητα, έναυσμα έκρηξης πανικού, οργής, σιχασιάς. Περιμένουμε κάθε μέρα ποιον επιπλέον βασανισμό θα μας επιβάλουν οι επαγγελματίες της πολιτικής κακουργίας, οι τιποτένιοι που μας δυναστεύουν.

Ψάχνουμε τα αίτια. Στα τυφλά. Δίχως την παιδεία και την πληροφόρηση που θα μας οδηγούσε σε ρεαλιστική αυτογνωσία: Μήπως ο ρεαλισμός θα δικαιολογούσε δύο και μόνο κόμματα στην Ελλάδα σήμερα; Το ένα να εξηγεί, συγκεκριμένα, χειροπιαστά, γιατί, διακόσια χρόνια τώρα, δεν κατορθώνουμε τον εκδυτικισμό μας, ενώ τόσο πολύ τον θέλουμε, τον εκθειάζουμε, τον προσπαθούμε. Ποιες πρακτικές, ποια μέτρα θα μεταμορφώσουν τη σισύφεια προσπάθειά μας σε οριστική κατάκτηση – να γίνουμε επιτέλους κι εμείς έστω ένα Βέλγιο, μια Ολλανδία, με άψογη την αποτελεσματικότητα του ατομοκεντρικού «παραδείγματος» , άψογη κατασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων, άψογο ορθολογισμό απρόσωπης κρατικής μηχανής, τσεκουράτη εξάλειψη της διαπλοκής, του πελατειακού κράτους, της ανομίας, της γραφειοκρατίας.

Και το δεύτερο κόμμα να κομίζει πρόταση εναλλακτική, με τεκμηριωμένο ρεαλισμό πολιτικής εφαρμογής: Να ξανακερδίσουμε, βήμα-βήμα, το ξεχωριστό που μπορούμε να εισφέρουμε στην κοινή ανθρώπινη πορεία: H ελληνικότητα ήταν και παραμένει το εναλλακτικό πολιτισμικό «παράδειγμα» απέναντι στο παγκοσμιοποιημένο (μονοδρομικό σήμερα) Δυτικό. Εκείνο σκόπευε πάντοτε και σκοπεύει στον ατομοκεντρισμό της κατασφάλισης «δικαιωμάτων», η ελληνικότητα αντέτασσε την κοινωνία των σχέσεων. Εκείνο θεμελιώνει τη συλλογικότητα στο «συμβόλαιο» με στόχο τη χρησιμότητα, η ελληνικότητα στο «κοινόν άθλημα» της «πολιτικής αρετής» με στόχο το «αθανατίζειν». Αυτονομώντας η Δύση την οικονομία και την εξουσία από την «κοινωνία» των αναγκών, είναι αδύνατο πια να ανταποκριθεί στις ανθρώπινες ανάγκες, οι λαοί βασανίζονται, εξεγείρονται, το «παράδειγμα» ολοφάνερα τρίζει.

Μια χώρα μικρή και αποτυχημένη στο «παράδειγμα» που καταρρέει θα μπορούσε ίσως να ξεκινήσει ταπεινά την αναζήτηση της εναλλακτικής πολιτικής αντιπρότασης. Την Ιστορία τη γράφουν οι λίγοι.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
Pflegeleicht
Πρύτανης


Εγγραφή: 01 Σεπ 2013
Δημοσιεύσεις: 1399

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Οκτ 31, 2013 5:16 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Τώρα τα γράφουν αυτά ???? Αφού φάγαμε την μεταπολίτευση και τα απόνερά της ? Μήπως η μεταπολεμική νότια ευρώπη αφέθηκε εξ επί τούτου σε νιρβάνα και κούρα ομορφιάς ?(όταν μεγαλώνεις μέσα στην ομορφιά δύσκολα επιστρατεύεσαι και άρα είσαι ετοιμος να καταναλώσεις παραδείσους και προϊόντα που έχουμε φυσικά εμείς οι Βορειοευρωπαίοι ήδη ετοιμάσει για σας Νότιοι ..)
_________________
Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο [Charles Baudelaire]

Truth springs from argument amongst friends
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Νοέ 03, 2013 2:36 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Όσοι δεν τα ξέρουμε, κάλλιο να τα μάθουμε αργά παρά αργότερα, έστω κι έτσι σχηματικά, ως αξιόλογα εναύσματα τουλάχιστον.
Αναλογίσου και το άλλο: πόσο αντισυμβατικός πια μπορεί να είναι κανείς; Τι θα μπορούσε να καταφέρει μόνος του ένας "τρελός Διογένης" που θα πήγαινε κόντρα στο σύστημα, με την συντριπτική πλειοψηφία να έχει εξαγοραστεί (ή αφομοιωθεί κιόλας) από αυτό;

Παγκοσμίως η οικονομία είναι πάνω απΆ όλα και ο καταναλωτισμός εδραιωμένος. Δεν καταλαβαίνω το "εξ επί τούτου" σου. Κανείς δεν μας επέβαλε το χρήμα ως προτεραιότητά μας, κανείς δεν μας έσπρωξε με το ζόρι στην κατανάλωση, οι κυρίαρχες συνθήκες το υπέβαλαν (μας βρήκαν κι ευάλωτους από μακροχρόνια κακοδαιμονία μας).
Εγώ ξέρω πως εποπτικές επιτροπές συγκροτήθηκαν για την θεσμοθέτηση κανόνων ελέγχου στις τράπεζες, μα η κατάχρηση και η αμετροέπεια των τελευταίων καλά κρατεί ' μόλις ζόρισαν τα πράγματα τα στενά κρατικο-εθνικο-οικονομικά συμφέροντα άρχισαν να μάχονται το ένα το άλλο για την επιβίωση/επικράτηση και η ευρωπαϊκή ενοποίηση (αν υπήρξε ποτέ τέτοιο όραμα επί της ουσίας) πήγε γρήγορα-γρήγορα στα αζήτητα Ά οι ευρωπαίοι ηγετίσκοι δίχως μακρόπνοα σχέδια, δίχως όραμα, με μόνο κριτήριο το μικροπολιτικό "βλέποντας και κάνοντας".
...
Χαριτολογώντας, αγαπητέ Pflgl, μακάρι να υπήρχαν κάποιοι ισχυροί που προετοιμάζουν και δρομολογούν στα παρασκήνια σχέδια μακροπρόθεσμης μαζικής υπονόμευσης!...
Αυτό θα σήμαινε πως αυτοί οι "κακοί" έχουν τουλάχιστον κάποιον έλεγχο βρε αδελφε!...
Σιγά τον έλεγχό που έχουν! Μάλλον υπερεκτιμούμε την ικανότητά τους.
Κανείς δεν κρατάει τα ηνία. Φαίνεται πως οδεύουμε στα τυφλά.
Στην άβυσσο
( ; )
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Κυρ Νοέ 03, 2013 3:51 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

O χαμένος πολιτισμός του «δημοσίου συμφέροντος»

16-12-2012


Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα υπήρξε μια έκρηξη ενδιαφέροντος, ερευνητών και κοινού, για τις ιστορικές καταβολές της σημερινής Ευρώπης. Αφορμή πρέπει να ήταν οι προσπάθειες της ευρωπαϊκής ενοποίησης: Το όραμα να οικοδομηθεί μια Ευρώπη ενωμένη, ύστερα από τόσους αιώνες πολυαίμακτων συρράξεων και με νωπή τη φρίκη δύο ενδοευρωπαϊκών πολέμων που έγιναν παγκόσμιοι βυθίζοντας την ανθρωπότητα σε απερίγραπτη θηριωδία.

Έγραφε ο κορυφαίος γάλλος μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff προλογίζοντας μια διεθνή εκδοτική σειρά με τίτλο «Χτίζοντας την Ευρώπη»: «Οικοδομείται η ενωμένη Ευρώπη. Είναι μια μεγάλη ελπίδα. Δεν θα πραγματωθεί το όραμα, αν αγνοήσουμε την Ιστορία. Μια Ευρώπη χωρίς την ιστορία της θα ήταν ορφανή και δυστυχισμένη. Γιατί το σήμερα έρχεται από το χθες και το αύριο βγαίνει από το παρελθόν. Ένα παρελθόν που δεν πρέπει να παραλύει το παρόν, αλλά να το βοηθάει να είναι διαφορετικό, με πιστότητα στις καταβολές του, και καινούργιο, επειδή σαρκώνει την πρόοδο».

Μια πλήθουσα βιβλιογραφία συνοδεύει την έκρηξη ενδιαφέροντος για τον πρώιμο Μεσαίωνα, τη μετα-ρωμαϊκή ή βαρβαρική Ευρώπη, μήτρα της σημερινής. Θα ήθελα να συστήσω στον αναγνώστη μου το σύντομο, συναρπαστικό μελέτημα του Michel Rouche, καθηγητή της πρώιμης μεσαιωνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Λίλλης αρχικά και της Σορβόννης μετέπειτα. Έχει τίτλο «O Δυτικός πρώιμος Μεσαίωνας» και περιέχεται στον συλλογικό τόμο «Ιστορία της ιδιωτικής ζωής» (του ιδιωτικού βίου σε σωστότερα ελληνικά) που κυκλοφορεί μεταφρασμένο από τις εκδόσεις «Κέδρος» (2010). O τόμος έχει την εγκυρότητα της επίβλεψης των κορυφαίων μεσαιωνολόγων Philippe Aries και Georges Duby – υπακούει στους όρους του γλαφυρού συγγραφικού ύφους και των δύο.

Ειδικά σήμερα ενδιαφέρει, νομίζω, τον Έλληνα αναγνώστη μια παράγραφος του μελετήματος του Rouche με τίτλο: «H αδυναμία των γερμανικών λαών να ξεχωρίσουν το ιδιωτικό από το δημόσιο». Την εποχή που τα γερμανικά φύλα (Φράγκοι, Γότθοι, Βάνδαλοι, Βουργούνδιοι, Τεύτονες, Λογγοβάρδοι) εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στα εδάφη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (4ος - 6ος μ. X. αι.) ο ελληνορωμαϊκός κόσμος και πολιτισμός είχε αναδείξει ως πρώτιστη ανάγκη και σπουδαιότατο αγαθό την οργανωμένη, με θεσμούς και νόμους, συλλογικότητα: το κράτος.
Το «δημόσιο» (η res publica), σε αντίθεση προς το ιδιωτικό, απέβλεπε στην «κοινωνία των αναγκών», δηλαδή προϋπέθετε ένα ποσοστό αυτοπαραίτησης του ατόμου από τον πρωτογονισμό των ενστίκτων κατοχής, κυριαρχίας-επιβολής, ηδονής. Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο για τους Βαρβάρους. Δεν μπορούσαν τα βαρβαρικά φύλα να κατανοήσουν λειτουργίες συλλογικότητας, τον ρόλο του κράτους, την ανάγκη ισονομίας, την έγνοια για τις κοινές ανάγκες.

Αδυνατούν οι Βάρβαροι να συλλάβουν το νόημα του «δημοσίου συμφέροντος», τονίζει ο Rouche. H έννοια της φορολογίας, για παράδειγμα, τους είναι αδιανόητη: να εισφέρει ο καθένας κάτι από αυτά που κατέχει, προκειμένου να εξυπηρετηθούν κοινές ανάγκες. Φόρο, για τους Βαρβάρους, πληρώνουν μόνο οι δούλοι σαν έμπρακτη βεβαίωση υποταγής, υποτέλειας στον ηγεμόνα.
Ως τα τέλη του Εκατονταετούς Πολέμου (14ος - 15ος αιώνας) η πρακτική της γενικής φορολόγησης ήταν αδιανόητη, τουλάχιστον στη Γαλλία.
Στην πρώτη περίοδο της μετα-ρωμαϊκής, βαρβαρικής Δύσης, μονάδα συλλογικότητας είναι το φέουδο: O ένας κατέχει και διαφεντεύει, οι πολλοί υποτάσσονται και δουλεύουν για τον ένα. Είναι ο πολεμικός αρχηγός (φεουδάρχης, βασιλιάς, πρίγκιπας, βαρώνος) που κατέχει μιαν έκταση γης και κομμάτια της παραχωρεί, ως αντάλλαγμα προσφοράς στρατιωτικών υπηρεσιών (beneficium) ή προς καλλιέργεια με ανταπόδοση του μέγιστου ποσοστού παραγωγής στον ιδιοκτήτη (vassalagium).

O ιστορικός της εποχής Γρηγόριος της Tours (6ος αι.) αποδίδει τον χαρακτηρισμό res publica μόνο στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με κέντρο τότε πια τη Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη. «Τα βασίλεια και οι ηγεμονίες της Δύσης είναι ατομικές ιδιοκτησίες ενός δυνάστη», όχι κοινωνικά μορφώματα με θεσμούς και νόμους που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. H «ιδιωτικοποίηση των πάντων», (ακόμα και του πολέμου) είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της Ευρώπης των Βαρβάρων -στους αντίποδες, κυριολεκτικά, του ελληνορωμαϊκού κόσμου που συνεχίζει την παράδοση της ελληνικής «πόλεως» της «πολιτικής τέχνης και επιστήμης», του κοινωνιοκεντρικού ελληνικού «παραδείγματος».

Ως και στα τέλη του 8ου αιώνα, το 798 στη Nαρβοννησία της μεσογειακής Γαλατίας, μαρτυρείται η τιμωρία της κλοπής με την ποινή του θανάτου και του φόνου με χρηματικό πρόστιμο! Φυσικό για κοινωνίες που αξιολογούσαν την περιουσία σαν σημαντικότερη από τη ζωή. Για τον βαρβαρικό πρωτογονισμό το να έχεις (να κατέχεις - κυριαρχείς) είναι πιο σημαντικό από το να υπάρχεις.

Σήμερα, ύστερα από δεκατρείς ολόκληρους αιώνες, με τα γερμανικά και πάλι φύλα στην πρωτοπορία της προσπάθειας για την «ευρωπαϊκή ενοποίηση», η βαρβαρική προτεραιότητα «ιδιωτικοποίησης των πάντων» (le phenomene de privatisation generale» κατά τη διατύπωση του Michel Rouche) επανέρχεται και επιβάλλεται εκβιαστικά στους λαούς της Ευρώπης. Ποιος μπορεί να αντισταθεί στην αδυσώπητη πλημμυρίδα του νεο-βαρβαρισμού;
Ελληνική αντιπρόταση δεν υπάρχει πια, ο στόχος να πραγματωθεί η «πόλις», η αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, η πολιτική ως «κοινόν άθλημα» για τον «κατΆ αλήθειαν βίο», είναι νοήματα ακατανόητα, στρεβλωμένα, φενακισμένα. Την ενοποίηση της Ευρώπης διαχειρίζονται ιδιωτικά συμφέροντα πολυεθνικά, που τις ευρωπαϊκές κοινωνίες τις μεταχειρίζονται με τη λογική και τις πρακτικές της βαρβαρικής φεουδαρχίας. Κάποια «Μνημόνια» αποδείχνουν ότι και σήμερα το να κατέχεις είναι ασυγκρίτως σπουδαιότερο από το να υπάρχεις.

Τελικά μπορούμε να μιλάμε για δύο και μόνο «παραδείγματα» πολιτισμού (τρόπου του βίου) στην Ιστορία: Το ελληνικό κοινωνιοκεντρικό - πολιτικό και το βαρβαρικό ατομοκεντρικό. Το δεύτερο αποδείχθηκε ακαταμάχητο, κατάπιε και εξαφάνισε πολλές και μακραίωνες παραδόσεις κοινοτισμού, κατορθώματα προτεραιότητας του δημόσιου απέναντι στο ιδιωτικό - είναι ο θρίαμβος του πρωτογονισμού των ενστίκτων, των ενορμήσεων θωράκισης του εγώ.
Κορυφαίο επίτευγμα του βαρβαρικού «παραδείγματος» μοιάζει ο ατομοκεντρικός χαρακτήρας της νεωτερικής «Αριστεράς»: Αυτής που μιλούσε για κοινωνιοκεντρισμό (σοσιαλισμό) και εννοούσε πληρέστερη θωράκιση του ατόμου στη μαζική, απρόσωπη εκδοχή του ως παραγωγικής και καταναλωτικής μονάδας, συντεχνιακά συντονισμένης στην τυφλή (αντικοινωνική) διεκδίκηση προνομίων.

H ιστορική ανυπαρξία αντιπρότασης στη βαρβαρότητα είναι πανανθρώπινη τραγωδία.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Δευ Νοέ 04, 2013 3:30 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Το Ελλαδιστάν και οι Ελληνώνυμοι

12/1/13

από το μπλογκ του Γιάννη Η. Χάρη


Πρώτα ήταν το περίφημο «Finis Graeciae»! Κοντά τρεις δεκαετίες τώρα, να το επαναλαμβάνει ο Χρήστος Γιανναράς από επιφυλλίδα σε επιφυλλίδα κι από βιβλίο σε βιβλίο, να προφητεύει έτσι κι έπειτα να πιστοποιεί το θάνατο της Ελλάδας, της γλώσσας, του έθνους, του Ελληνισμού…

Και αφού πια φίνις, η Ελλάδα μετονομάστηκε σε «Ελλαδέξ», για να δηλώνεται η ξενοδουλεία μας, εξού και πρότεινε κάποια στιγμή ο ονοματοθέτης να καθιερώσουμε επιτέλους τα αγγλικά και να γίνουμε Σιγκαπούρη.

Λίγο αργότερα το Ελλαδέξ έγινε «Ελλαδιστάν», προφανώς για να θυμίζει ( ρατσιστικό; ) π.χ. το Πακιστάν. Έπειτα οι Έλληνες, που πώς να είναι Έλληνες εφόσον φίνις, έγιναν «Ελληνώνυμοι», και το «θλιβερό ελλαδικό κρατίδιο» έγινε «ελληνώνυμο κρατίδιο».

Εσχάτως, η θεολογική-φιλοσοφική-ακαδημαϊκή ορολογία του κ. Γιανναρά μπολιάστηκε με αγοραία ψυχιατρική. Η «ψυχανωμαλία» και οι «ψυχανώμαλοι» ήρθαν να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν, ισοπεδωτικά βεβαίως, κοινωνικές και πολιτικοϊδεολογικές κατηγορίες: Ψυχανώμαλοι αυτοί που οδηγούν επικίνδυνα, ψυχανώμαλοι όσοι καταστρέφουν δημόσια κτίρια, ψυχανώμαλα τα Ελληνόπουλα ( μπα! δεν είναι Ελληνωνυμόπουλα αυτά; ) που μουτζουρώνουν τους φρεσκοβαμμένους τοίχους στο «ελλαδικό σχολειό», σΆ αυτήν τη χώρα που οδηγήθηκε στη «γελοιοποίηση της πολιτικής από την ψυχανωμαλία των [δύο] άκρων».

Θεολογία, φιλοσοφία, τίποτα δεν συνέδραμε τον ακαδημαϊκό δάσκαλο.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
Pflegeleicht
Πρύτανης


Εγγραφή: 01 Σεπ 2013
Δημοσιεύσεις: 1399

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Δευ Νοέ 04, 2013 1:13 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

antanion έγραψε:
Όσοι δεν τα ξέρουμε, κάλλιο να τα μάθουμε αργά παρά αργότερα, έστω κι έτσι σχηματικά, ως αξιόλογα εναύσματα τουλάχιστον.
Αναλογίσου και το άλλο: πόσο αντισυμβατικός πια μπορεί να είναι κανείς; Τι θα μπορούσε να καταφέρει μόνος του ένας "τρελός Διογένης" που θα πήγαινε κόντρα στο σύστημα, με την συντριπτική πλειοψηφία να έχει εξαγοραστεί (ή αφομοιωθεί κιόλας) από αυτό;

Παγκοσμίως η οικονομία είναι πάνω απΆ όλα και ο καταναλωτισμός εδραιωμένος. Δεν καταλαβαίνω το "εξ επί τούτου" σου. Κανείς δεν μας επέβαλε το χρήμα ως προτεραιότητά μας, κανείς δεν μας έσπρωξε με το ζόρι στην κατανάλωση, οι κυρίαρχες συνθήκες το υπέβαλαν (μας βρήκαν κι ευάλωτους από μακροχρόνια κακοδαιμονία μας).
Εγώ ξέρω πως εποπτικές επιτροπές συγκροτήθηκαν για την θεσμοθέτηση κανόνων ελέγχου στις τράπεζες, μα η κατάχρηση και η αμετροέπεια των τελευταίων καλά κρατεί ' μόλις ζόρισαν τα πράγματα τα στενά κρατικο-εθνικο-οικονομικά συμφέροντα άρχισαν να μάχονται το ένα το άλλο για την επιβίωση/επικράτηση και η ευρωπαϊκή ενοποίηση (αν υπήρξε ποτέ τέτοιο όραμα επί της ουσίας) πήγε γρήγορα-γρήγορα στα αζήτητα Ά οι ευρωπαίοι ηγετίσκοι δίχως μακρόπνοα σχέδια, δίχως όραμα, με μόνο κριτήριο το μικροπολιτικό "βλέποντας και κάνοντας".
...
Χαριτολογώντας, αγαπητέ Pflgl, μακάρι να υπήρχαν κάποιοι ισχυροί που προετοιμάζουν και δρομολογούν στα παρασκήνια σχέδια μακροπρόθεσμης μαζικής υπονόμευσης!...
Αυτό θα σήμαινε πως αυτοί οι "κακοί" έχουν τουλάχιστον κάποιον έλεγχο βρε αδελφε!...
Σιγά τον έλεγχό που έχουν! Μάλλον υπερεκτιμούμε την ικανότητά τους.
Κανείς δεν κρατάει τα ηνία. Φαίνεται πως οδεύουμε στα τυφλά.
Στην άβυσσο
( ; )


Αγαπητέ Antanion,
υπάρχουν σημεία που συμφωνώ και σημεία που διαφωνώ σε αυτά που έγραψες :
διαφωνώ στο να θέλεις και παρέα για να είσαι αντισυμβατικός και επίσης δεν είναι μονοσήμαντη έννοια η αντισυμβατικότητα. Δεν χρειάζεται να είσαι ζοσμένος με εκριητκικά για να είσαι αντισυμβατικός αλλά πολλές μικρές ενέργειες και κυρίως να μην αφήσεις τα παιδιά σου έρμαια αυτού του αχταρμά αλλά καθοδηγώντας τα.

Μεταπολεμικά η Ευρώπη διέθετε πλήθος ηγετών και ξαφνικά βλέπουμε ότι εξαφαντίστηκαν όλοι. Αυτό μου βρωμάει Αμερική. Όσο ήταν φρέσκος ο οδυρμός του πολέμου τότε και οι κοινωνίες, ο ένας έκαστος αλλά και οι ηγέτες σήκωναν ανάστημα, αλλά μόλις "μας πέρασαν" στην εποχή της κατανάλωσης αποσυντονιστήκαμε.
Σε αυτό δεν προετοιμάστηκε καλά η Ευρώπη. Αφέθηκε σε μια κούρσα με "ηθικό" ηγέτη λόγω νίκης στον πόλεμο, την Αμερική. Η παιδεία πείνασε κι αυτή στον πόλεμο και έγινε και δοσίλογη επίσης. ¶ργησε να επανέλθει. Θεωρώ ότι το "λάθος" είναι "σωστό" δηλαδή το ότι χόρτασε ψωμί ο δάσκαλος, ο καθηγητής, ο πανεπιστημιακός και έχασε τελικά το μέτρο θα τον βοηθήσει ιστορικά να βρει το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην Κατοχή και την προ-χρεοκοπίας εικονικοευμάρεια και να αρχίσει σε μια δυο γενιές να περνά τα σωστά μηνύματα ως αντίδραση.
Γενικά αρχίζω και πιστεύω πως ο εγκέφαλος του ανθρώπου έχει σε ένα θέμα απόλυτη ομοιότητα και καθόλου διαφοροποίηση με τα υπόλοιπα μέλη του σώματος. Αν δίνεις τακτικά ερεθίσματα εκγύμνασης στην καρδιά τότε αυτή σταδιακά ανταποκρίνεται και βελτιώνει αντανακλαστικά την λειτουργία της ειδάλλως χειροτερεύει (όσο δεν της ασκείς κανενός είδους πίεση). Το ίδιο και οι κοινωνίες. Η Ευρώπη πολύ καλώς γκρεμίζεται τρεχόντος διότι αν βρεις το θάρρος να μην εγκλοβιστεί η ματιά σου στα δράματα τότε θα δεις ότι ήταν μια ήπειρος χαμένη στην καρακοσμάρα της.
_________________
Ο ρομαντισμός δεν βρίσκεται ούτε στην επιλογή του θέματος ούτε στην ακριβή αλήθεια, αλλά περισσότερο σε έναν τρόπο να αισθάνεσαι τον κόσμο [Charles Baudelaire]

Truth springs from argument amongst friends
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Νοέ 06, 2013 5:15 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

λαχταράμε αεράκι αλλαγής σε μια απελπιστικά αδιόρθωτη καθυστερημένη μπανανία!!!
Όμως το λένε πολλοί, το ρωμάικο έχει σαπίσει!
Κι αν έχει σαπίσει τελείως, δεν ξε-σαπίζει. Θα διαλυθεί.


Ενώ αυτό το παγκόσμιο μαύρο χάλι όχι απλώς παραμένει αλλά χειροτερεύει και ο κόσμος δεν αντιδρά, πώς είναι δυνατόν οι διανοούμενοι, αντί περισσότερο να αφομοιωθούν (σύμπλευση με κατεστημένα, αναγνώριση, ακαδημαϊκή καριέρα κλπ), να ευαισθητοποιηθούν/ανεξαρτητοποιηθούν καλλιεργώντας μέσα τους έναν πιο κοινωνικό ρόλο;

Θα πρέπει να ξεσπάσουν κοινωνικές αναταραχές, αντιδράσεις (αν συμβούν στη μία χώρα, θα συμβούν και στην άλλη, θα συμβούν παντού) και το σύστημα θα α ν α γ κ α σ τ ε ί να βρει λύσεις, να συμβιβαστεί, να τροποποιηθεί, να αλλάξει στάσεις, δεν ξέρω, κάτι να κάνει. Για να ε π ι β ι ώ σ ε ι . Και οι διανοούμενοι δεν μένουν ασυγκίνητοι κι απαθείς από τέτοιες κοσμογονικές αλλαγές, αρχίζουν (έστω κι αργοπορημένα) να λένε αυτά που δεν θα έλεγαν πριν την κρίση.
Κι έτσι να ελπίζουμε να ξεκινήσουν ζυμώσεις που θα οδηγήσουν σε κάτι καλύτερο ( ; )

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Νοέ 06, 2013 6:15 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Πώς γεννιέται αντίδοτο στην κακουργία

04-11-2013


Ο «καταναλωτισμός» δεν είναι σύμπτωμα ή φαινόμενο «εξ αντικειμένου»: κάτι που συμβαίνει έξω από μας, συντελείται «έναντι», προκύπτει ως συνάρτηση ή αποτέλεσμα φυσικών ή περιστασιακών διεργασιών – όπως, λ.χ., ο πληθωρισμός, η ανεργία, μια επιδημία. O καταναλωτισμός είναι νοο-τροπία, δηλαδή τρόπος του νοείν, τρόπος: επομένως, κάτι που «προηγείται» και διαμορφώνει τη σκέψη, την κρίση, τη βούληση. Είναι εθισμός ανεπίγνωστος, ενεργείται αντανακλαστικά, αυθόρμητα, όπως κάθε ορμέμφυτο ενέργημα, κάθε αθέλητη ενορμητική ανάγκη. ΓιΆ αυτό και συνιστά ο καταναλωτισμός τρόπο ζωής, στάση ζωής.

Ζούμε στην Ελλάδα μια συντελεσμένη καταστροφή: Τη χρεοκοπία της οικονομίας, την απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας, την παράλυση του κράτους, τη διαφθορά και ολοσχερή ανικανότητα του κομματικού συστήματος. Ζούμε τη διάλυση κάθε ιστού κοινωνικής συνοχής, έναν εκβαρβαρισμό αγλωσσίας και αλογίας, μια λειτουργία της δικαιοσύνης «α λα καρτ». Το μισό του νεανικού εργατικού δυναμικού είναι σε ανεργία, η πληροφόρηση παραδομένη σε ιδιωτικά συμφέροντα, το ελληνικό όνομα διεθνώς ανυπόληπτο. Συμβαίνουν όλα αυτά και η αντίδρασή μας των πολιτών είναι τυπικά καταναλωτική. Δηλαδή:

Περιμένουμε τη «λύση», τη «σωτηρία» να μας τη σερβίρουν, να γεννηθεί αυτοματικά, να μας προσφερθεί εναλλακτική ποικιλία και εμείς να επιλέξουμε: Ένα καινούργιο κόμμα, έναν ταλαντούχο και ανιδιοτελή ηγέτη, να κατέβουν στην πολιτική οι «πνευματικοί άνθρωποι», να αναλάβουν την «κάθαρση» του δημόσιου βίου οι εισαγγελείς και οι δικαστές. Και κάποιοι που οσφραίνονται το ουτοπικό και ανέφικτο τέτοιων προσδοκιών, συμβιβάζονται άνευ όρων, τυφλά, με το σημερινό καραγκιοζιλίκι: Οι φυσικοί αυτουργοί του εφιαλτικού κακουργήματος να διαχειρίζονται την απαλλαγή μας από τις συνέπειες του κακουργήματος: «Προσπαθεί όσο μπορεί ο Σαμαράς» – «ο Tσίπρας θα αλλάξει τους όρους της διαπραγμάτευσης».

Είμαστε μόνο καταναλωτές έτοιμων προϊόντων, ξεμάθαμε να παράγουμε, να γεννάμε, να δημιουργούμε. Έχουμε πια εθισθεί μόνο να διαλέγουμε, η επιλογή είναι αυτονόητο «δικαίωμά» μας, είναι ο «τρόπος» της ζωής μας. Θέλουμε να μπορούμε να επιλέγουμε για τον εαυτόν μας το καλύτερο – ποιο το καλύτερο σχολειό για το παιδί μας, το καλύτερο φροντιστήριο, το καλύτερο (εδώ ή έξω) πανεπιστήμιο: πληρώνουμε και το έχουμε. Ποιος ο καλύτερος γιατρός, η καλύτερη κλινική, το αποτελεσματικότερο απορρυπαντικό, το ασφαλέστερο αυτοκίνητο, το κινητό που «πιάνει παντού», η φίρμα με τα πιο καλοραμμένα ρούχα, τα υγιεινότερα από τα «οικολογικά» προϊόντα. H σκέψη, η κρίση, η βούλησή μας λειτουργούν καθΆ έξιν, αυτοματικά, με τον «τρόπο» του καταναλωτή: Τα πάντα «οφείλουν» να μου προσφέρονται και εγώ να έχω το «δικαίωμα» να επιλέγω.

Βέβαια, η επιλογή δεν είναι μόνο ατομικό «δικαίωμα», είναι και συνάρτηση της καταναλωτικής ευχέρειας, επομένως του ατομικού εισοδήματος. Αλλά η καταναλωτική νοο-τροπία έγινε τόσο κυριαρχική, ώστε να καθιστά και την ευχέρεια (το επαρκές εισόδημα) αυτονόητο «δικαίωμα», όχι συνάρτηση της δημιουργικότητας, της παραγωγικότητας, της ποιότητας.
Το πελατειακό κράτος στην Ελλάδα βασίστηκε στην εκδοχή της «σίτησης στο πρυτανείο» (ουσιαστικά: της αργομισθίας) ως αυτονόητου «δικαιώματος» – έτσι βλάστησαν και οι αναρίθμητες μεθοδεύσεις «δικαιωματικής» καταλήστευσης του κοινωνικού χρήματος: πρόωρες συνταξιοδοτήσεις, επιδόματα ανύπαρκτης αναπηρίας, εικονικοί διορισμοί, ασύδοτος χρηματισμός δημοσίων υπαλλήλων, εισφοροδιαφυγή, φοροδιαφυγή και όσα ανάλογα μηχανεύματα.
H ανεργία μετριέται στατιστικά να αχρηστεύει το μισό από το εργατικό δυναμικό της νεολαίας, όμως, παντού στην Ελλάδα, η συγκομιδή των όποιων καρπών εξακολουθεί να είναι δυνατή μόνο χάρη στους αλλοδαπούς μετανάστες. Το ίδιο, σε μεγάλο ποσοστό, και η παραδοσιακή μαστορική για τη συντήρηση ή αναστήλωση των ελάχιστων πια λειμμάτων της ετερότητας πολιτισμού των Ελλήνων.

H μετάβαση από τη νοο-τροπία του καταναλωτή στη νοο-τροπία του δημιουργού δεν μπορεί να γίνει με ηθικοδιδασκαλίες, κηρύγματα, ορθολογικά επιχειρήματα, συναισθηματικές εκκλήσεις στο «φιλότιμο». O καταναλωτισμός έγινε ο κυρίαρχος τρόπος ζωής στην Ελλάδα, επειδή, μετά τη μεταπολίτευση, μοναδική ρεαλιστική χαρά ζωής για τον Έλληνα έγινε η κατανάλωση. «Χαρά ζωής» θα πει: μοναδικός στόχος ζωής, μοναδικός λόγος για να υπάρχει ο άνθρωπος, να ξεκινάει τη μέρα του κάθε πρωί έχοντας μιαν επιδίωξη, αυτή να τον δικαιολογεί που ζει. Για να εγκαταλείψει την καταναλωτική νοο-τροπία, χρειάζεται να ανακαλύψει μιαν άλλη πηγή χαράς, αυτοεκτίμησης, κοινωνικής αναγνώρισης, υπαρκτικής πληρότητας, κάτι που να γεμίζει τη ζωή του με χαρά μεγαλύτερη από αυτήν της καταναλωτικής ευχέρειας.

H ανάγκη να ξεπεράσει ο σημερινός Έλληνας τον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων (να κατέχει, να κυριαρχεί, να ηδονίζεται), θα μπορούσε να μεταφραστεί σε πολιτικό αίτημα. Αν η μετάφραση είναι ιδιοφυής, δηλαδή ρεαλιστική και σύγχρονη, θα συνιστούσε μια ριζοσπαστικά καινούργια πολιτική πρόταση απέναντι στο ενιαίο μέτωπο του Ιστορικού Υλισμού που συγκροτούν KKE, N.Δ., ΠAΣOK, ΣYPIZA – τα κωμικά απολειφάδια περιττό να μνημονεύονται.

H διαφορετική πολιτική πρόταση θα εντόπιζε (με επιτελικό σχεδιασμό) θεσμικές δυνατότητες για την πρόσβαση του πολίτη στη χαρά δημιουργικής μετοχής σε μικρή αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, σε ανακάλυψη της ποιότητας ζωής που είναι από μόνη της η στέρεα γνώση της γλώσσας, η χαρά να σπουδάζεις την Ιστορία όχι για να αφηγηθείς το παρελθόν, αλλά για να δηλώσεις αυτό που θέλεις να είσαι στο μέλλον. Μια πολιτική πρόταση που, πριν σχεδιάσει τη δημοσιονομική στρατηγική, θα οργάνωνε τον κοινωνικό ρόλο και τις αποφασιστικές εξουσίες του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου, και πρώτιστο στοίχημά της θα ήταν να απαλλάξει το εκπαιδευτικό σύστημα από τον παλαιοημερολογιτισμό του Ιστορικού Υλισμού. Πρόταση θεσμικών δυνατοτήτων, όχι φανφαρόνικων επαγγελιών, δυνατοτήτων να γίνουν οι πρότυπες καλλιέργειες και η εξαγώγιμη καινοτομία στίβος άμιλλας, πηγή δημιουργικής χαράς για τον Έλληνα.

Carthago delenda est – το σημερινό πολιτικό σύστημα πρέπει να καταστραφεί. Όσο συντηρείται χωρίς ρεαλιστικό πολιτικό αντίλογο ο Ιστορικός Υλισμός, ο Ελληνισμός δεν έχει ελπίδα συνέχειας, ούτε η ζωή μας προοπτικές χαράς. Αλλά αντίλογος δεν μπορεί να προκύψει, όταν παίζουμε με τους όρους που θέτει ο αντίπαλος και βασανιστής μας, στο γήπεδό του. Μικρές συσπειρώσεις, επιτελικές ομάδες σοβαρής σπουδής των θεσμικών δυνατοτήτων εξόδου στη χαρά της ζωής, μπορούν να υπάρξουν; Εξειδικευμένα επιτελεία οικονομολόγων, πολιτικών επιστημόνων, εκπαιδευτικών, διπλωματών, επιχειρηματιών, καλλιεργητών γης – αυτοδημιούργητα.

Να παλέψουν επιτελικό σχεδιασμό. Για να καρπίσει πολιτική πρόταση.









*************************************************









«Γεωπολιτική» της δουλοκτησίας

07-07-2013


Τι καταλαβαίνουμε σήμερα με τη λέξη «γεωπολιτική»; Το νοηματικό περιεχόμενο της λέξης το καθόριζε πάντοτε η διφυής καταγωγή της: Σημαίνει το ενδιαφέρον, τη σημασία - σπουδαιότητα που έχει μια χώρα ή περιοχή στο πλαίσιο της διεθνούς πολιτικής, των αναμετρήσεων ισχύος μεταξύ των εθνών.

Την αναμέτρηση ισχύος, επομένως και τη γεωπολιτική σημασία μιας χώρας ή περιοχής, την αντιλαμβανόμαστε συνήθως με προσλαμβάνουσες ενδεχόμενων πολεμικών συρράξεων: Τα Στενά των Δαρδανελλίων, π.χ., καταλαβαίνουμε ότι προσφέρονται για εύκολο και αποτελεσματικό έλεγχο από ξηράς της πρόσβασης στη Μεσόγειο πλοίων από τη Μαύρη Θάλασσα. Ή ότι η Κύπρος είναι ένα τεράστιο αεροπλανοφόρο (σταθερή αεροπορική βάση-ορμητήριο και βάση ανεφοδιασμού) που μπορεί να ελέγχει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Ότι κάτι ανάλογο ισχύει και για την Κρήτη ή για τη Λήμνο στο Αιγαίο. K.λπ., κ.λπ.

Σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη «γεωπολιτική» μάλλον καταχρηστικά ή μεταφορικά. Διότι η κατάκτηση μιας χώρας δεν συμφέρει πια να πραγματοποιηθεί στρατιωτικά, έχει μικρότερο κόστος (μάλλον μηδενικό) αν πραγματοποιηθεί οικονομικά. Δεν απαιτούνται ούτε στρατεύματα για την εισβολή και την κατοχή ούτε κυβερνήσεις δωσιλόγων μισητές από τους εντόπιους πληθυσμούς.

Οι κοινωνίες σήμερα παραδίδονται αυτοβούλως στην οικονομική εξάρτηση και συνωδά, στην πολιτική υποδούλωση, αρκεί να εξασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή καταναλωτική ευχέρεια. Στο πλαίσιο του πολιτισμικού μας «παραδείγματος» (που είναι γέννημα της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού) η ελευθερία κατανοείται ως δυνατότητα-ευχέρεια απεριόριστων ατομικών επιλογών – συνιστά ατομικό «δικαίωμα». Το δικαίωμα θωρακίζεται με συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, καθίσταται «εξαναγκαστό κατά πάντων». Πρότυπο και ιδεατός στόχος της ελευθερίας, ως ατομικού δικαιώματος απεριόριστων επιλογών, είναι η ανεμπόδιστη λειτουργία της Αγοράς.

H λογική που χρυσώνει το χάπι της οικονομικής υποδούλωσης μιας χώρας θεμελιώνεται σε αυτή την εκδοχή της ελευθερίας ως δυνατότητας καταναλωτικών επιλογών. Ακόμα και η επιλογή του κόμματος που ψηφίζω, της ιδεολογίας που προτιμώ, της πολιτικής πρακτικής που υποστηρίζω απηχεί και εκφράζει τη λογική του μάρκετινγκ, όχι την ευθύνη μετοχής στην κοινωνία των σχέσεων, όχι το κοινωνείν ως ποιότητα ζωής και χαρά ζωής. Αν κάποιος διεθνής παράγων ή κάποιο σύστημα εξασφαλίζει τη μεγιστοποίηση της ευχέρειας καταναλωτικών επιλογών (ή την υπόσχεται), θεωρούμε λογικό και αυτονόητο να του παραχωρούμε τη διαχείριση της ζωής μας, έστω κι αν τα πολιτικά μας δικαιώματα υποβιβάζονται σε κενές περιοχομένου συμβάσεις.

Όταν ένα κράτος ή εταιρισμός κρατών πετύχουν τον οικονομικό έλεγχο μιας άλλης χώρας (συνήθως μέσω της εξάρτησης από δανεισμό σε συνθήκες υπερχρέωσης), είναι αυτονόητο και σχεδόν «φυσιολογικό» ο πληθυσμός της ελεγχόμενης χώρας να ψηφίζει κυβερνήσεις που διευκολύνουν τους οικονομικούς κηδεμόνες-κυρίαρχους της χώρας πειθαρχώντας στη διεκπεραίωση των υποδείξεων και εντολών τους. Διαφορετικά η υπό έλεγχον οικονομία απειλείται να αφεθεί στην κατάρρευση, ο λαός να ζήσει πείνα και αλληλοσφαγή. Αυτονόητα λοιπόν και με τυπικά «δημοκρατικές διαδικασίες» οι κηδεμόνες-κυρίαρχοι εξυπηρετούνται από μιαν εκλεγμένη από τον λαό κυβέρνηση κομμάτων που μπορεί να αυτοκαθορίζονται ακόμα σαν «σοσιαλιστικά» ή «δημοκρατικής Αριστεράς». Αυτονόητα ορίζουν οι κηδεμόνες τον υπουργό Οικονομικών της κηδεμονευόμενης χώρας, αποφασίζουν το εύρος των ορίων του κοινωνικού κράτους, την κατανομή του πλούτου, χειραγωγούν έμμεσα αλλά επιδέξια τα MME (τη μετάδοση της πληροφορίας) και, οπωσδήποτε, τον «εθνικό» σχεδιασμό παιδείας και άμυνας.

Είπαμε ότι η λογική που χρυσώνει το χάπι της οικονομικής (και πολιτικής) υποδούλωσης είναι ατόφια η λογική του μάρκετινγκ: της διαφήμισης που διεγείρει και καθιστά αυτονόητη, σαν απόλυτη προτεραιότητα ζωής, τη μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας. Όπως πείθονται ευκολότατα οι μάζες να προτιμήσουν μια οδοντόκρεμα «με διπλό φλουόρ-ράιντ», χωρίς να καταλαβαίνουν τι αυτό σημαίνει, έτσι είναι εύκολο να πεισθούν οι ίδιες μάζες (παραιτημένες από την ελευθερία της σκέψης και της κρίσης για χάρη της «ελευθερίας» των ατομικών επιλογών) ότι η χώρα τους γίνεται «ενεργειακός κόμβος» (!), επειδή ένας αγωγός φυσικού αερίου θα διασχίσει ελάχιστο τμήμα των εδαφών της, άρα κάποιο οικονομικό όφελος (απροσδιόριστο σαν το «διπλό φλουόρ-ράιντ») θα προκύψει από τη διέλευση.

Είναι μάλλον φανερό ότι η λέξη «γεωπολιτική» έχει χάσει το νόημά της. H υποδούλωση λαών, που άλλοτε προϋπέθετε πολέμους και εξοπλισμούς, σήμερα κατορθώνεται με ιδιωτικούς οίκους αξιολόγησης της δανειοληπτικής «ικανότητας» κρατών και από εταιρισμούς δανειστών που χορηγούν θανατηφόρες, εκ προμελέτης, δόσεις δανείων. H υπερχρέωση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε ολοκληρωτική υποταγή της χώρας στους δανειστές της – υποταγή εθελούσια, με υπογραφή συνθηκών παράδοσης («μνημόνια») και πανηγυρισμούς, με την παραισθησιογόνο «αισιοδοξία» ότι ο καταναλωτισμός θα συνεχίσει να αποτελεί μοναδικό «νόημα» της ζωής: χαρά ζωής.

Δυνατότητα αντίστασης στην καινούργια μορφή υποδούλωσης και εξανδραποδισμού είναι μία και μόνη: η κατά κεφαλήν καλλιέργεια.
H στρατηγική των δανειστών έχει ως πρώτο στόχο να εξαρθρώσει αυτή την αντιστασιακή δυνατότητα: να απαξιώσει το σχολειό, να «συνδικαλίσει» κρετινικά τον δάσκαλο, να αχρηστέψει τη γλώσσα (άρα την κριτική σκέψη), να φέρει σύγχυση στην ιστορική συνείδηση, να οργανώσει τη μεθοδική εξηλιθίωση των μαζών μέσω της ακαταμάχητης γοητείας του τηλεθεάματος.

Έχουμε μπει σε μια ιστορική περίοδο που ενδεικτικά θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε καινούργιο Μεσαίωνα, τρομακτικό, ζοφερό, αν και κανένας παραλληλισμός δεν μπορεί να καταδείξει την απανθρωπία του επικαιρικού εφιάλτη. Το ξεχωριστό και μοναδικό σήμερα είναι ο ηδονικός χαρακτήρας της καταναλωτικής εθελοδουλείας, η τέλεια απουσία εναλλακτικού «νοήματος» της ύπαρξης, άλλου «τρόπου» χαράς της ζωής. O βίαιος περιορισμός της καταναλωτικής ευχέρειας προκαλεί στερητικό σύνδρομο, το οποίο με τη σειρά του επιτείνει ραγδαία την εξηλιθίωση της κρίσιμης μάζας των ψηφοφόρων πολιτών, τους τρέπει σε επιλογές οργής, εκδίκησης του «συστήματος». O νομοτελειακός δωσιλογισμός που συνοδεύει τη διαχείριση της εξουσίας αποτρέπει την είσοδο στην πολιτική υγιών κοινωνικών δυνάμεων, ο πολιτικός στίβος, σε διεθνές επίπεδο, κατακλύζεται από συμπλεγματικές μετριότητες ή αρρωστημένους ψυχικά ανθρώπους: εξουσιολάγνους, λαμόγια, επιδειξίες.

Όπως και στον μεταρωμαϊκό, βαρβαρικό Μεσαίωνα του πρωτόγονου ατομοκεντρισμού (κυρίως θρησκευτικού: της ατομικής σωτηρίας) έτσι και σήμερα, η ανθρωπιά του ανθρώπου θα σωθεί κρυμμένη σε περιθωριακούς πυρήνες κοινωνίας σχέσεων, θυσιαστικής αυταπάρνησης, έρωτα που κατορθώνει την ελευθερία από το εγώ. Πυρήνες ταλαντούχων της κοινωνούμενης Τέχνης και της μεθεκτής τίμιας γλώσσας.

Την ποιότητα δεν τη νικάει κανένας ολοκληρωτισμός. Ούτε ο θηριωδέστερος: του καταναλωτισμού.

_
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Νοέ 28, 2013 5:30 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Ο πολιτικός ρεαλισμός της ανιδιοτέλειας

29-06-2008


[...]
Γιατί η ανιδιοτέλεια, η τιμιότητα, η ειλικρίνεια; Γιατί ο έμπορος να μην κλέψει επιτήδεια, ο εφοριακός να μη λαδωθεί, ο εργολήπτης να μην υπεξαιρέσει, ο υπουργός να μην καταχραστεί, ο συνδικαλιστής να μην εκβιάσει, ο δικαστής να μην δωροδοκηθεί; Γιατί, αν στη μία και μοναδική ζωή μας, μία και μόνη φορά δοθεί σε κάποιον η δυνατότητα «να κάνει δώρο στον εαυτό του πεντακόσια εκατομμύρια», γιατί να αρνηθεί; Πρέπει να υπάρχει κάτι ασύγκριτα πολυτιμότερο από την αλλαγή που θα επέφεραν στη ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου τα πεντακόσια εκατομμύρια – ποιο είναι αυτό το (ρεαλιστικό, καθόλου ψευδαισθητικό) κάτι;

Η αδέξια αποπομπή του κ. Κώστα Σημίτη από το ΠΑΣΟΚ (πολλοστό τεκμήριο ηγετικής ανεπάρκειας του σημερινού, ολίγιστου αρχηγού) δημιούργησε κάποια ευφορία ελπίδων για συγκρότηση ενός καινούργιου κόμματος συνεπών εκσυγχρονιστών. Στο παρελθόν και για βραχύ διάστημα, ο κ. Σημίτης έπεισε πολλούς ότι θέλει να είναι (όχι οπωσδήποτε με ανιδιοτέλεια) εκσυγχρονιστής. Έπεισε, κυρίως εξ αιτίας του επιτελείου συνεργατών που κατόρθωσε να συγκροτήσει – μια εντυπωσιακών ικανοτήτων ομάδα συνεπών εκσυγχρονιστών: Θόδωρος Καρατζάς, Τάσος Γιαννίτσης, Δημήτρης Παπούλιας, Γιάννης Σπράος, Νίκος Γκαργκάνας, Πλ. Τήνιος.

Το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της ομάδας Σημίτη δεν κατόρθωσε να έχει ούτε διάρκεια ούτε συνέπεια – δεν άντεξε καν μια δεύτερη τετραετία που οι ψηφοφόροι, έτσι κι αλλιώς, του πρόσφεραν. Ο λόγος, νομίζω, φανερός: Δεν υπήρχε «νόημα» στον εκσυγχρονισμό που να δικαιολογεί ειλικρινή ανιδιοτέλεια, να γεννάει τη χαρά της δημιουργικής αυταπάρνησης. Οι ικανότητες και η δουλειά της επιτελικής ομάδας θάφτηκαν στην ατολμία και στις πολύ φθηνές αναχρονιστικές σκοπιμότητες ψηφοθηρίας, κοντόφθαλμου επαρχιωτισμού, ξυπασιάς και διαφθοράς του σοσιαλεπώνυμου κόμματος. Με κωμικοτραγική κατάληξη, να παραδώσει ο κ. Σημίτης το δαχτυλίδι της διαδοχής (έντρομος μπροστά στις επερχόμενες εκλογές και δίχως καμιά διάθεση να δώσει μάχη για τα «πιστεύω» του) σε αρχηγό – ετικέτα απαράμιλλης μετριότητας. Και μάλιστα, με την απαίτηση να απολογείται ο ολίγιστος διάδοχος για το Βατερλώ της δεύτερης τετραετίας Σημίτη.

Το εγχείρημα Σημίτη πρέπει να έδειξε στους νουνεχείς ότι οι φερόμενοι ως εκσυγχρονιστές δεν κρίνονται από τις ιδεολογικές τους φιλοδοξίες, κρίνονται από τη συνέπειά τους. Η συνέπεια είναι συνάρτηση της ανιδιοτέλειας και η ανιδιοτέλεια αποτέλεσμα πίστης σε «κάτι» που μπορεί να δώσει χαρά, ποιότητα και πληρότητα στη ζωή του ανθρώπου πολύ περισσότερο από ό,τι η ηδονή της εξουσίας, ο ναρκισσισμός, οι απολαύσεις του πλούτου. Το «κάτι» της πίστης (κοινωνικός στόχος, πολιτιστική επιδίωξη, ιστορικό κληροδότημα) είναι το μέσον ή η αφορμή, κυρίως ζητούμενο και αυταξία μόνο η ανιδιοτέλεια. Όχι με απαιτήσεις του ιδεατού και τέλειου. Η αποτελεσματική πολιτική είναι άθλημα ανιδιοτέλειας και το άθλημα προϋποθέτει εξ ορισμού αδυναμίες, παραπτώματα, οπισθοδρομήσεις. Αλλά όχι παραίτηση, όχι να μειώνεται το πείσμα της στόχευσης.

[...]
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Δεκ 05, 2013 6:16 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Η αμφιλεγόμενη επιστολή Θ. Τζήμερου προς A. Μέρκελ


Στη δημοσιότητα δόθηκε ολόκληρη η επιστολή που απηύθηνε Ο κ. Θάνος Τζήμερος, στις 20 Οκτωβρίου του 2011, στην καγκελάριο Μέρκελ.

Αναλυτικά η επιστολή:





«Εξοχότατη,


Σας ευχαριστούμε για τις προσπάθειες που κάνετε να προσφέρετε αίμα στην Ελλάδα, για να βγει από την εντατική, αλλά, όπως διαπιστώνετε κάθε μέρα, δεν θα έχουν κανένα αποτέλεσμα αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα η αιμορραγία: το διεφθαρμένο, σπάταλο, και εχθρικό σε κάθε προσπάθεια παραγωγής, κράτος. Αν δεν έχετε βρεθεί σε ελληνική υπηρεσία ζητώντας ένα οποιοδήποτε πιστοποιητικό δεν μπορείτε να φανταστείτε ούτε τον βαθμό της διαφθοράς ούτε την έκταση του παραλογισμού αυτού του καφκικού μηχανισμού. Το κράτος αυτό που αποτελείται κατά κύριο λόγο από τους πρώην αφισοκολλητές των δύο κομμάτων τρώει, όπως ο γύπας στην τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης», τα σπλάχνα του παραγωγικού δυναμικού αυτής της χώρας.

Θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι υπάρχουν δύο Ελλάδες: Ελλάδα δεν είναι μόνο οι απατεώνες πολιτικοί και οι γραφειοκράτες που μας έχουν κάνει να ντρεπόμαστε για τη χώρα μας. Η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο δυναμικό ευφυών, δημιουργικών, εργατικών και ηθικών ανθρώπων που στραγγαλίζονται κάθε μέρα από την κομματική μαφία. Αν στην Ιταλία η Μαφία έχει συναλλαγές με το κράτος, στην Ελλάδα, Μαφία είναι το ίδιο το κράτος! Όλα αυτά τα χρόνια, οι πολιτικοί σε συνεργασία με τους εργολάβους δημοσίων έργων που είναι παράλληλα ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, κλέβουν ασύστολα τις επιδοτήσεις της Ε.Ε. και τους φόρους όσων Ελλήνων δεν μπορούν να φοροδιαφύγουν, ενώ προσφέρουν εξοργιστική ασυλία σε κάθε γκάγκστερ του συναφιού τους.

Τι θα κάνατε εσείς αν ακούγατε τον εφοριακό που ήρθε στην επιχείρησή σας για έλεγχο και τα βρήκε όλα άψογα, να σας λέει ότι είναι αδύνατον να γυρίσει στην εφορία με «άδεια χέρια» και ότι πρέπει οπωσδήποτε να γράψει πρόστιμο και να πάρει κι αυτός τη μίζα του; Κι όμως, υπάρχουν πολλοί πρώην δημόσιοι υπάλληλοι που παραιτήθηκαν γιατί δεν άντεχαν να περνούν όλη τη ζωή τους σε ένα γραφείο χωρίς να κάνουν απολύτως τίποτε, παρά μόνο ρουσφέτια διορισμών και παρανομιών με την ευλογία του πολιτικού τους προϊσταμένου!

Δεν υπάρχει ούτε ένας τομέας σήμερα στην Ελλάδα που να θυμίζει δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Η Παιδεία, το μέλλον κάθε χώρας είναι πεδίο αισχρής συναλλαγής καθώς οι φοιτητές με νόμο του Ανδρέα Παπανδρέου που μόλις τώρα καταργήθηκε, ψήφιζαν για τους Πρυτάνεις και πουλούσαν τις ψήφους τους με αντάλλαγμα τα θέματα στις εξετάσεις και τις θέσεις για τις διδακτορικές διατριβές.

Οι αγρότες όλα αυτά τα χρόνια, με πολιτική κάλυψη, εξαπατούσαν την Ε.Ε εμφανίζοντας εκτάσεις που δεν καλλιεργούσαν και ψεύτικη παραγωγή για να εισπράττουν τις επιδοτήσεις, ενώ τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων αντί να αξιοποιηθούν στην αναμόρφωση των καλλιεργειών και στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής γινόντουσαν πολυτελή αυτοκίνητα και γλέντια στα νυχτερινά κέντρα της επαρχίας.

Σε ένα τέτοιο όργιο παρανομίας δεν είναι καθόλου περίεργο που ο μεγαλύτερος παράνομος στην Ελλάδα είναι το ίδιο το κράτος μη εφαρμόζοντας τους νόμους που το ίδιο ψηφίζει. Δεν πληρώνει ποτέ εμπρόθεσμα, οδηγώντας επιχειρήσεις σε κλείσιμο και επιχειρηματίες στην αυτοκτονία (κυριολεκτικά: αναφέρομαι σε πραγματικά περιστατικά) δεν τηρεί τις συμφωνίες του, δεν επιστρέφει το ΦΠΑ (χρωστάει αυτή τη στιγμή 6 δις ευρώ) ενώ αν κάποιος πολίτης στραφεί νομικά εναντίον του εξοντώνεται οικονομικά από την «Δικαιοσύνη» η οποία χρειάζεται 20 περίπου χρόνια για να ολοκληρώσει μια απλή αίτηση αποζημίωσης.

Ξέρετε ότι υπάρχουν ιδιωτικές εκτάσεις που το κράτος έχει δεσμεύσει για απαλλοτρίωση το 1990 και ακόμα δεν έχει αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες της, παρότι υπάρχει νόμος που το υποχρεώνει να το κάνει; Ταυτόχρονα εδώ και χρόνια, τις δημόσιες εκτάσεις τις οικειοποιούνται και τις πωλούν συμμορίες κρατικών υπαλλήλων στις πολεοδομίες και τις δασικές υπηρεσίες σε συνεργασία με επίορκους δικηγόρους, συμβολαιογράφους και πολιτικούς «νονούς».

Είναι τόσο μεγάλα τα έσοδα των διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών που διευθυντές εφοριών με πολύ «ψωμί» αφού πρώτα έτρωγαν όσα μπορούσαν, λίγο πριν συνταξιοδοτηθούν έβγαζαν στη δημοπρασία τη θέση τους την οποία πουλούσαν σε όποιον διευθυντή «φτωχής» εφορίας έδινε την μεγαλύτερη προσφορά! Τυπικά η πώληση καλύπτονταν με αμοιβαία μετάθεση.

Κανένας ηθικός και αξιοπρεπής άνθρωπος δεν δέχεται να εργαστεί σε τέτοιο περιβάλλον. Έτσι, ο Δημόσιος Τομέας καταλήφθηκε από τους κομματικούς στρατούς οι οποίοι, ανεξάρτητα από το κόμμα στο οποίο ανήκουν, έχουν κοινά χαρακτηριστικά:
θεωρούν ότι πληρώνονται επειδή υποστηρίζουν τον βουλευτή που τους διόρισε και όχι επειδή οφείλουν να προσφέρουν υπηρεσίες στο κοινό
οι περισσότεροι είναι αμόρφωτοι και χαμηλής νοημοσύνης χωρίς καμία ικανότητα αλλά και διάθεση για εργασία έχοντας στενή επαφή με την εξουσία λειτουργούν υπεράνω νόμων και αισθάνονται πως ό,τι κι αν κάνουν οι πολιτικοί φίλοι τους θα τους καλύψουν
οι πιο πονηροί από αυτούς εκμεταλλεύονται την πολυνομία και τη δαιδαλώδη γραφειοκρατία για να στήσουν συμμορίες κλοπής εκατομμυρίων από τα ταμεία του Δημοσίου ενώ οι λιγότερο δικτυωμένοι απαιτούν από τους πολίτες χρήματα απλώς και μόνο για να κάνουν τη δουλειά τους. Αυτό τον παράνομο, αλλά ευρύτατα διαδεδομένο χρηματισμό ο λαός τον βάφτισε «γρηγορόσημο». Αν δεν πληρωθεί στον υπάλληλο, η υπόθεση του πολίτη θα αφεθεί να λιμνάσει στο απέραντο τέλμα της γραφειοκρατίας για χρόνια ή και δεκαετίες!

Είναι προφανές ότι το ΣΥΜΦΕΡΟΝ του πολιτικού κόσμου είναι να διατηρεί αυτό το καθεστώς εκβιασμών και παρανομίας. Δύο περιπτώσεις, τα αυθαίρετα και οι φοροδιαφυγή, είναι case studies. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ εκτενέστερα, γιατί η ουσία κρύβεται και στις λεπτομέρειες.


Αυθαίρετα


Στην Ελλάδα ουδέποτε υπήρξε χωροταξικός σχεδιασμός. Τα πρώτα αυθαίρετα χτίστηκαν μετά τον εμφύλιο, στη δεκαετία του Ά50 κυρίως από κυνηγημένους αριστερούς που έφυγαν από την επαρχία και προσπαθούσαν να φτιάξουν τη ζωή τους όπως – όπως στην ανωνυμία της Αθήνας. Όμως στη συνέχεια αυθαίρετα έχτιζαν οι πάντες, παντού: σε παραλίες, σε δάση, σε δημόσια γη, σε καμένες εκτάσεις, ή καταπατώντας ιδιοκτησίες άλλων που δεν μπορούσαν να ελέγχουν συχνά τα οικόπεδά τους διότι ήταν π.χ. μετανάστες στην Αμερική. Πολλά από αυτά εξυπηρετούν πραγματικές οικιστικές ανάγκες: η Αθήνα του 2011 προφανώς δεν μπορεί να έχει τα όρια της Αθήνας του 1950 και ο πλεονάζων πληθυσμός κάπου θα πρέπει να στεγαστεί. Ποτέ όμως το επίσημο κράτος δεν όρισε πού και πώς μπορείς να χτίσεις και πού όχι. Η Ελλάδα είναι άλλωστε η μοναδική χώρα της Ε.Ε. που δεν διαθέτει ακόμα Εθνικό Κτηματολόγιο. Κάθε φορά, μάλιστα που κάποιος πολιτικός, μεμονωμένα, αναλάμβανε σχετική πρωτοβουλία, όπως το 1983 ο αείμνηστος Αντώνης Τρίτσης, αποπέμπονταν από την κυβέρνηση. Παράξενο; Καθόλου! Τα αυθαίρετα είναι εδώ και 30 χρόνια μια τεράστια βιομηχανία με πολλά δις ευρώ ετήσιο τζίρο – φυσικά μαύρο, τον οποίο καρπώνονται οι συμμορίες σε πολεοδομίες, νομαρχίες, Δήμους, Δασαρχεία, Υπηρεσίες Ηλεκτρισμού, Ύδρευσης, Αποχέτευσης κ.λ.π. για να κάνουν τα «στραβά μάτια».

Μάλιστα, σε περιοχές αυθαιρέτων, υπάρχουν και διαφημίσεις μεσολαβητών που θα «κανονίσουν το θέμα» με την ΔΕΗ την ΕΥΔΑΠ κ.λ.π.! Αλλά και το ίδιο το κράτος χρησιμοποιεί τους αυθαίρετους οικιστές ως ομήρους κάθε φορά που χρειάζεται πρόσθετα έσοδα. Σύμφωνα με τον νόμο Τρίτση του 1983 καθορίζονταν με σαφήνεια και αυστηρότητα οι όροι νομιμοποίησης των μέχρι τότε αυθαιρέτων ενώ όλα τα αυθαίρετα από εκείνη την ημερομηνία και μετά, θεωρούνται κατεδαφιστέα.
Όμως από το 1983 έχει υπολογιστεί ότι μόνο στην Αττική έχουν χτιστεί 100.000 αυθαίρετα. Πόσα κατεδαφίστηκαν; Κανένα! Κάθε 5-6 χρόνια παίζεται το ίδιο έργο: μια κυβέρνηση που χρειάζεται χρήματα λέει «ως εδώ, πληρώστε για να σώσετε τα σπίτια σας, αλλά από δω και μπρος όλα θα κατεδαφίζονται». Ακόμα και η σημερινή «εκσυγχρονιστική», υποτίθεται κυβέρνηση το ίδιο ακριβώς έκανε: δημιούργησε τον Απρίλιο του 2010 μια υπηρεσία κατεδαφίσεως αυθαιρέτων, η οποία πήγε με τον πρωθυπουργό επικεφαλής και με όλα τα τηλεοπτικά συνεργεία και κατεδάφισε ένα νυχτερινό κέντρο! Αυτό ήταν όλο! Στη συνέχεια σκέφτηκαν ότι χρειάζονται χρήματα και επανέλαβαν το ίδιο κόλπο με τους ιδιοκτήτες αυθαιρέτων: πληρώστε για να μην σας ενοχλήσουμε! Μάλιστα είναι τέτοια η ξεφτίλα και του επίσημου Κράτους, που σε όσους πληρώσουν δεν θα δώσουν χαρτιά νομιμοποίησης, αλλά αναστολή κατεδάφισης για 30 χρόνια! Και μέσα σΆ όλα αυτά έρχεται μια απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που θεωρεί όλα τα αυθαίρετα μετά τον νόμο Τρίτση του 1983 κατεδαφιστέα και αντισυνταγματικούς τους νόμους όλων των ετών από το 1983 και έπειτα που τα νομιμοποιούσαν έναντι είσπραξης προστίμου! Η απόλυτη σχιζοφρένεια!


Φοροδιαφυγή


Σε όλον τον πολιτισμένο κόσμο, φόρους πληρώνεις όχι επειδή το όρισε ο Μωυσής με τις 10 εντολές, αλλά για να χρηματοδοτείς τις Δημόσιες Υπηρεσίες οι οποίες υποτίθεται εξυπηρετούν και προστατεύουν τον πολίτη. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με επίσημες έρευνες, το 85% των φόρων καταλήγουν σε παράνομους διορισμούς σπατάλες και μίζες. Ένας δρόμος κοστίζει 6 φορές περισσότερο απΆ όσο ένας αντίστοιχος των ίδιων προδιαγραφών σε κάποιο άλλο κράτος της Ε.Ε. Όσο για το τι είδους Υπηρεσίες προσφέρονται στους πολίτες, έχω ήδη γράψει αρκετά. Το ίδιο το φορολογικό είναι τερατωδώς άδικο, παράλογο και αντιφατικό, και σαν να μην φτάνουν όλα αυτά αλλάζει κάθε λίγους μήνες (μέσα στο 2011 ψηφίστηκαν 11 φορολογικά νομοσχέδια!). Οι εφοριακοί και να θέλουν δεν μπορούν να μάθουν όλες αυτές τις αλλαγές, ενώ ο πολίτης αισθάνεται όπως κάθε θύμα ένοπλης συμμορίας εκβιαστών: πρέπει να πληρώσει γιατί το Κράτος θα του κάνει κακό αν δεν πληρώσει, ξέροντας ότι τα χρήματά του θα καταλήξουν στις τσέπες των φίλων του κόμματος και στις βίλες των πολιτικών.

Επίσης πρέπει να κρατήσεις χρήματα για να πληρώσεις τον εφοριακό που θα σου κάνει έλεγχο, τον γιατρό που θα σε εγχειρήσει, τον υπάλληλο που θα σε «εξυπηρετήσει». Έτσι η φοροδιαφυγή έχει και λογικό και ηθικό έρεισμα, σαν τα χρήματα που αρνείται να δώσει ένας Σικελός στην Μαφία. Επίσης, η κυρίαρχη ιδεολογία που επέβαλαν το ΠΑΣΟΚ, τα σταλινικά κόμματα της αριστεράς, αλλά ασπάσθηκε και η λαϊκίζουσα Νέα Δημοκρατία είναι πως επιχειρηματίας = εχθρός του λαού και κέρδος = κλοπή. Σε κανένα άλλο μέρος της Ευρώπης (τουλάχιστον) το επιχειρείν δεν αντιμετωπίζεται με τέτοια εμφανή εχθρότητα.

Η πολυνομία, οι 100 φορείς που είναι αρμόδιοι και θα πρέπει να πάρεις τις υπογραφές τους για να φτιάξεις έναν στάβλο, τα στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που αντιτίθενται σε οτιδήποτε χαλάει τη νιρβάνα τους, οι οικολόγοι που θα ανακαλύψουν ότι οι έλικες των ανεμογεννητριών ενοχλούν τις μέλισσες (ναι, έτσι έγινε!) και θα καταθέσουν προσφυγή, τα δικαστήρια που για να μην φανούν «φίλοι του κεφαλαίου» θα διατάξουν αναστολή των εργασιών έχουν διώξει δισεκατομμύρια επενδύσεων από αυτή τη χώρα. Όσες επιχειρήσεις καταφέρνουν και λειτουργούν υφίστανται διαρκή πόλεμο από την απίστευτα παράλογη νομοθεσία (μπορώ να σας ενημερώσω για εκατοντάδες νόμους που θα ζήλευε κι ο Ιονέσκο!) τους ελεγκτές που θέλουν το λάδωμά τους, ενώ το θεσμικό πλαίσιο, που αλλάζει συνεχώς, δεν τους αφήνει να ξέρουν τι θα ξημερώσει αύριο. Επιπλέον, αντί η κυβέρνηση να επιβραβεύει όσους δηλώνουν τα εισοδήματά τους, τους απομυζεί κάθε φορά που χρειάζεται έσοδα με έκτακτους φόρους, απίθανες εισφορές και ληστρικά ποσοστά φορολόγησης. Είναι χαρακτηριστικό το απόλυτα ανήθικο και βλακώδες, μακροοικονομικά, σύστημα της «περαίωσης» – ελληνική πατέντα: επειδή το Κράτος δεν μπορεί ούτε να εισπράξει ούτε να ελέγξει, κάθε 2-3 χρόνια λέει στους φορολογούμενους: ελάτε να πληρώσετε ένα ποσό για κάθε έτος και δεν θα σας ελέγξουμε! Αλλά αυτή θα είναι η τελευταία φορά που το κάνουμε αυτό. Το κάνουν κάθε 2-3 χρόνια!

Είναι προφανές ότι όσοι έχουν αποκρύψει μεγάλα εισοδήματα πληρώνουν ευχαρίστως, όσοι έχουν κρύψει λίγα πληρώνουν με δυσφορία, ενώ όσοι δήλωσαν τα πάντα αισθάνονται ακόμα μια φορά εξαπατημένοι, ενώ έχουν επιπλέον και τον φόβο του ελέγχου που δεν υπάρχει περίπτωση να φύγει χωρίς «κάτι να πάρει». Ουσιαστικά, το ίδιο το κράτος σε ωθεί στη φοροδιαφυγή. Κι όμως το να πιαστούν οι κραυγαλέες τουλάχιστον περιπτώσεις (μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι, ελεύθεροι επαγγελματίες, συνδικαλιστές) είναι πάρα πολύ απλό: αρκεί η διασταύρωση των περιουσιακών στοιχείων με τις φορολογικές δηλώσεις και το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών.

Γιατί δεν το αποφασίζει καμία κυβέρνηση; Διότι πολύ δύσκολα θα αποφύγουν το άνοιγμα και των δικών τους λογαριασμών! Οπότε θα ξηλωθεί όλο το πουλόβερ της διαφθοράς και της διαπλοκής! Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ένας δημοσιογράφος άρχισε να βιντεοσκοπεί με κρυφή κάμερα περιπτώσεις διαφθοράς κρατικών λειτουργών, η Βουλή αντέδρασε με πρωτοφανή ταχύτητα ψηφίζοντας νόμο που απαγορεύει την δημοσιοποίηση αυτού του υλικού, ορίζει ότι τα δικαστήρια δεν θα το λαμβάνουν υπόψη και τιμωρεί τον δημοσιογράφο για παράνομη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων! Αν μάλιστα η δημοσιογραφική έρευνα ενοχλήσει περισσότερο, η λύση είναι η δολοφονία, όπως συνέβη πρόσφατα με τον αμφιλεγόμενο αλλά ενοχλητικό για πολλούς Σ. Γκιόλια. Μόλις τώρα, η είσοδος μηχανογραφικών συστημάτων σε κάποιους τομείς της Δημόσιας Διοίκησης (οι περισσότερες Υπηρεσίες δεν διαθέτουν καν μηχανογράφηση) αποκάλυψε απίστευτα πράγματα. 4500 πεθαμένοι (κάποιοι από το 1975!) συνέχιζαν να πληρώνονται! Είναι τέτοια η αδιαφορία των Δ. Υπαλλήλων, που κανένας δεν αναρωτήθηκε, από περιέργεια έστω, ποιος είναι αυτός ο παππούς που, με χρονολογία γέννησης 1890, είναι ακόμα ακμαίος και πηγαίνει στην Τράπεζα κάθε μήνα να εισπράξει τη συνταξή του! Τώρα μάθαμε επίσης για τη βιομηχανία παραγωγής δήθεν «αναπήρων» με συμμετοχή γιατρών και νομαρχιακών υπαλλήλων που έφτασε να δώσει σύνταξη τυφλού σε τερματοφύλακα ποδοσφαιρικής ομάδας!

Ωστόσο κανένας ακόμα δεν έχει θίξει τις συντάξεις που δίδονται σε ανύπαντρες κόρες αξιωματικών, σε όλη τους τη ζωή, ακόμα κι αν εργάζονται! Ούτε τις συντάξεις σε δήθεν αντιστασιακούς του ΒΆ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίοι τότε δεν είχαν καν γεννηθεί! Εξακολουθούν να συνταξιοδοτούνται: γυναίκες που δούλεψαν μόλις 15 χρόνια αν είναι μητέρες έστω και ενός παιδιού, 45άρηδες στρατιωτικοί, 55 ετών δημόσιοι υπάλληλοι, επειδή, λέει, έχουν «ώριμο» δικαίωμα, την ίδια στιγμή που η χώρα βουλιάζει από τα χρέη. Ο ελληνικός στρατός έχει περισσότερους συνταξιούχους στρατηγούς από τον στρατό των HΠΑ!

Μια τέτοια κρατική «φιλοσοφία» είναι επόμενο να αδιαφορεί παντελώς για την προστασία της Δημόσιας περιουσίας. Πριν μερικές μέρες, στον καταχρεωμένο ΟΣΕ, συνέβη μια απίστευτη κλοπή: άγνωστοι ( ; ) έκλεψαν έξι ολόκληρες ντιζελάμαξες, κάθε μία από τις οποίες ζυγίζει 50 τόνους, βαγόνια αλλά και δεκάδες μέτρα σιδηροτροχιάς! Οι κλέφτες τα τεμάχισαν όλα αυτά, με σκοπό την εκποίησή τους ως σκραπ, χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανένας!

Η λέξη τιμωρία απουσιάζει από το λεξιλόγιο της Δημόσιας Διοίκησης. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις που αναφέρει στην πρόσφατη έκθεσή του, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης κ. Λέανδρος Ρακιντζής, ένας δραστήριος και τίμιος Ανώτατος Δικαστικός, που προσπαθεί να φωτίσει, τουλάχιστον, αυτό το καρκίνωμα:

- Παθολόγος Γενικού Νοσοκομείου του Εθνικού Συστήματος Υγείας, εγκατέλειπε τη θέση του, αφήνοντας παράνομα ως αντικαταστάτη, ειδικευόμενο γιατρό, με μικρότερη εμπειρία. Ως αποτέλεσμα, ασθενής που εισήχθη με πονοκέφαλο πέθανε λόγω λανθασμένης διάγνωσης. Ποινή: Καμία!

- Υπάλληλος δήμου, ελεγκτής εσόδων-εξόδων παραπέμφθηκε για έλλειμμα 59.200.000 ευρώ στη διαχείριση του Γραφείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Ποινή: Καμία!

- Υπάλληλος πανεπιστημίου, υπεύθυνος για την παραλαβή πετρελαίου, παρήγγειλε τεράστιες ποσότητες τις οποίες έκλεβε και πουλούσε στην αγορά. Η ζημιά που προκάλεσε στο Πανεπιστήμιο ήταν 7.000.000 ευρώ! Ποινή: Καμία!

- Δύο ελεγκτές εσόδων-εξόδων έκλεψαν περισσότερα από 18 εκατομμύρια ευρώ το διάστημα 1996 έως και το 2001! Ποινή: 6 μήνες προσωρινή παύση από τα καθήκοντά τους!

Το γιατί αυτές οι εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις διαφθοράς έμειναν ατιμώρητες από τις Δημόσιες Υπηρεσίες που υπέστησαν τη ζημία, είναι προφανές: οι συνένοχοι είναι περισσότεροι και σε υψηλότερα κλιμάκια Διοίκησης. Ο υπάλληλος που εμφανίζεται ότι έχει την ποινική ευθύνη συνήθως είναι ένα «χαμηλόβαθμο» στέλεχος της συμμορίας και «νονοί» είναι οι διευθυντές του, αυτοί που θα έπρεπε να τιμωρήσουν τη διαφθορά!

Το εντυπωσιακό είναι ότι ο κ. Ρακιντζής επί σειρά ετών υποβάλλει ανάλογες εκθέσεις προτείνοντας θεσμικές αλλαγές για να μην υπάρχει πρόσφορο έδαφος διαφθοράς. Καμία από τις προτάσεις του δεν υιοθετήθηκε από το Κράτος! Είναι τόσο βαθειά ριζωμένη στους Δημόσιους ληστές η αντίληψη ότι «τα χρήματα του κράτους είναι δικά μου» που ακόμα και οι τελευταίες οριζόντιες μειώσεις μισθών του επέβαλε η Κυβέρνηση στο μισθολόγιο των Δημοσίων Υπαλλήλων είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών μισθοδοσίας στα περισσότερα Υπουργεία! Σας φαίνεται περίεργο; Δεν είναι καθόλου: οι υπάλληλοι φρόντισαν να υπερκαλύψουν την απώλεια των εσόδων τους υπογράφοντας μεταξύ τους βεβαιώσεις ότι συμμετείχαν σε επιτροπές, ότι δούλευαν υπερωριακά, εκτός έδρας κ.λ.π. – κόλπο διαδεδομένο στους ληστές της Δημόσιας Διοίκησης. Διευθύντρια του υπουργείου Υγείας συμμετείχε με αμοιβή σε 31 επιτροπές (!) καταγράφει σε έκθεσή του ο κ. Ρακιντζής. Διαπιστώθηκε, επίσης, η ύπαρξη πλήθους επιτροπών και υποεπιτροπών στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και στο υπουργείο Υγείας, οι οποίες δεν είχαν αντικείμενο εργασίας… Μάλιστα είναι τέτοιο το θράσος τους που το κύκλωμα εξέδιδε βεβαιώσεις συμμετοχής σε επιτροπές ακόμα και τις ημέρες της κανονικής τους άδειας! Δεν μπήκαν καν στον κόπο να δουν πότε απουσίαζε ο καθένας!

Και γιατί να ενδιαφερθούν; Παίρνουν παράδειγμα από τους ηγέτες τους: σύμφωνα με τα όσα ανακοίνωσε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Πάγκαλος, ο Δημόσιος Οργανισμός ΑΓΡΟΓΗ, από το 1998 μέχρι το 2009 είχε μόλις 73 υπαλλήλους και, ξαφνικά, μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο λίγο πριν τις εκλογές του 2009, απέκτησε άλλους 269! Ποιος ήταν υπεύθυνος γιΆ αυτή την εξώφθαλμη παρανομία; Ο Υπουργός Δικαιοσύνης (2008) και Αγροτικής Ανάπτυξης (2009) της Ν. Δημοκρατίας Σωτήρης Χατζηγάκης! Στην Ελλάδα δεν έχει βρωμίσει μόνο το κεφάλι του ψαριού αλλά όλη η κρατική θάλασσα!

"Ευτυχώς που δουλεύουμε με βάρδιες και δεν χτυπάμε κάρτα, οπότε κάποιοι μπορεί να έρχονται σπανίως στα γραφεία. Διότι αν κάποια μέρα έρθουμε όλοι μαζί, όχι μόνο θα μείνουμε πολλοί όρθιοι, αλλά θα δημιουργηθεί… μποτιλιάρισμα στο Σύνταγμα και η ουρά των αυτοκινήτων που θα περιμένουν να μπουν στο υπόγειο πάρκινγκ της Βουλής θα σχηματίζει χιλιόμετρα…", ανέφερε συνδικαλιστής σε παλαιότερο ρεπορτάζ της εφημερίδας «Το Βήμα», αναφερόμενος στους… άπειρους συναδέλφους του στη Βουλή! Νομίζετε ότι έπαψαν οι διορισμοί στη Βουλή των συγγενών των βουλευτών; Λάθος! Με την 3987/2708/22-3-2010 κοινή απόφαση της κ. Μαριλίζας Ξενογιαννακοπούλου και του προέδρου της Βουλής κ. Φίλιππου Πετσάλνικου, διορίστηκε στη Βουλή χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένο αντικείμενο και χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού, η δακτυλογράφος στο Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος «Σωτηρία», κ. Σοφία Ανδριτσοπούλου, ως μόνιμη πλέον υπάλληλος της Βουλής, με Α΄ βαθμό. Σας θυμίζω ότι την περίοδο της πρόσληψης η κοινή γνώμη συγκλονιζόταν από τις αποκαλύψεις για το όργιο προσλήψεων στη Βουλή και για τα προκλητικά προνόμια των χιλιάδων υπαλλήλων της – όλοι τους συγγενείς βουλευτών, τους οποίους, σε πλήρη αντίθεση με το δημόσιο αίσθημα, υπερασπίζονται οι πολιτικοί συγγενείς τους. Η κ. Σ. Ανδριτσοπούλου είναι η σύζυγος του βουλευτή Λακωνίας του ΠΑΣΟΚ κ. Λεωνίδα Γρηγοράκου.

Ποιος θα σπάσει αυτό το απόστημα; Όχι αυτοί που το δημιούργησαν!
Αλλά ακόμα κι αν το ήθελε, κανένα από τα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει το σύστημα.
Διότι η διοίκηση μιας χώρας απαιτεί την ύπαρξη στη Δημόσια Διοίκηση 2000 ανώτερων κρατικών στελεχών που θα αναλάβουν να προωθήσουν και να επιβάλλουν όπου χρειαστεί τις μεταρρυθμίσεις. Ούτε η Δημόσια Διοίκηση ούτε τα κόμματα τους διαθέτουν. Τόσα χρόνια αναξιοκρατίας και διαφθοράς έχουν απομακρύνει τους σοβαρούς ανθρώπους από την δημόσια ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι και τα δύο κόμματα παρουσιάζουν τα ίδια στελέχη εδώ και 20 χρόνια. Ποιος σοβαρός άνθρωπος δέχεται να συναλλάσσεται με κομπιναδόρους, να συζητάει με ανόητους και να παλεύει μάταια με τον πιο παράλογο γραφειοκρατικό μηχανισμό της υφηλίου μετά την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ;

Είναι χαρακτηριστική η επιλογή διοικητών νοσοκομείων από τη σημερινή κυβέρνηση: ούτε ένας στους τρεις δεν έχει διοικητική εμπειρία και ούτε ένας στους δέκα σχετική εκπαίδευση. Ως διοικητές επιλέχθηκαν θεολόγος, φιλόλογος, γεωλόγος, εκπαιδευτικός, ναυπηγός, διαιτολόγος, στρατιωτικός χημικός, τελωνειακός, ηλεκτρολόγος…

Και ο Γιώργος; Τι κάνει ο Γιώργος με την διεθνή κουλτούρα και το εκσυγχρονιστικά οράματα; Ο Γιώργος Παπανδρέου ακόμα και να θέλει να αλλάξει το σκηνικό (δεν έχει δείξει καμία ανάλογη πρόθεση) δεν μπορεί. Τον εμποδίζει το ίδιο του το κόμμα – ακόμα και οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του! Είναι μάλλον τίμιος και καλών προθέσεων αλλά δεν διαθέτει την πυγμή του ηγέτη. Θα ήταν καλός ενδεχομένως για πολιτικός της Σουηδίας ή του Καναδά, όμως είναι απολύτως ακατάλληλος για να τα «βάλει» με τα πιτ-μπουλ που εξέθρεψε ο κομματικός μηχανισμός του πατέρα του. Στηρίζεται σε όσους θα έπρεπε να αποκλείσει για πάντα από την πολιτική ζωή – ακόμα και να στείλει στη φυλακή.

Ο ¶κης Τσοχατζόπουλος, ο άνθρωπος που λίγο έλειψε να γίνει πρωθυπουργός, ήταν γνωστό σε όλη την επιχειρηματική «πιάτσα» ότι χρηματίζονταν. Οι πάντες το ήξεραν – προφανώς το ήξερε και ο Γιώργος Παπανδρέου, αλλά τον «τιμώρησε» αποκλείοντάς τον από το ψηφοδέλτιο στις προηγούμενες εκλογές. Τέτοια αυστηρότητα! Κι επειδή όλοι είναι βουτηγμένοι στη διαφθορά, ο ένας «κρατάει» τον άλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι ο κατάπτυστος νόμος περί ευθύνης υπουργώνπου παραγράφει σε 5 χρόνια κάθε αξιόποινη πράξη όχι μόνο των Υπουργών αλλά και των συνεργατών τους (!), βάσει του οποίου έχουν παραγραφεί οι ποινικές ευθύνες και του ¶κη και των νεοδημοκρατών, ψηφίστηκε και από τα δύο κόμματα εξουσίας και ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας του Β. Βενιζέλου, του σημερινού Υπουργού Οικονομικών και του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης και σημερινού Προέδρου της Βουλής, Φίλιππου Πετσάλνικου!

Μη σας κάνει εντύπωση γιατί δεν υπάρχει συναίνεση των πολιτικών στην Ελλάδα. Η εξήγηση είναι απλή: γιατί ουδέποτε οι διαφορές τους ήταν ιδεολογικές. Πάντα, η εκάστοτε αντιπολίτευση, αντιδρούσε σε κάθε θέση της εκάστοτε κυβέρνησης μόνο και μόνο για να την φθείρει ώστε να έρθει και η σειρά της να κλέψει τα δημόσια έσοδα.

Από την μια πλευρά, λοιπόν, της αντίδρασης σε κάθε μεταρρύθμιση είναι η κρατική μαφία και από την άλλη οι ομιλούντες σκελετοί του Σταλινικού Μουσείου: τα τριτοκοσμικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της Αριστεράς. Η μισή κυβέρνηση είναι εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων, που υποτίθεται ότι καλείται να εφαρμόσει! Οι συνδικαλιστές του ίδιου του ΠΑΣΟΚ που όλα αυτά χρόνια θεωρούσαν τις δημόσιες υπηρεσίες «χωράφι τους», απεργούν σε κάθε απόπειρα αλλαγής των απαράδεκτων προνομίων τους βυθίζοντας τη χώρα στο χάος. Οι απεργίες τους είναι αυταπόδεικτα παράνομες, κανένας όμως δεν εφαρμόζει τον νόμο. Οι τραμπούκοι της ομάδας κρούσης του ΚΚΕ, του ΠΑΜΕ, εμποδίζουν πλοία να αποπλεύσουν, απαγορεύουν σε εργαζόμενους να πάνε στη δουλειά τους, κλείνουν δρόμους, λιμάνια, αρχαία μνημεία, όποτε το αποφασίσουν χωρίς κανείς να τους ενοχλεί.

Εξοχότατη,
αν ήμουν στη θέση σας θα έλεγα "να πάει στο διάολο αυτή η απαίσια χώρα". Εμείς, οι σκεπτόμενοι και αξιοπρεπείς Έλληνες σάς είμαστε ευγνώμονες που δεν έχετε πάρει (ακόμα) αυτή τη θέση και εξακολουθείτε να μας στηρίζετε. Αλλά για να μπορέσουμε να σας το ανταποδώσουμε και να ξεπληρώσουμε το χρέος που συσσώρευσαν η ανικανότητα και οι μίζες των πολιτικών μας, σας παρακαλούμε: υποχρεώστε τους σε ένα και μόνο πράγμα: να αλλάξουν το κράτος-τέρας που δημιούργησαν. Να καταργήσουν την μονιμότητα της κομματικής τους πελατείας που έχουν διορίσει με απίστευτους μισθούς και προνόμια (θα γνωρίζετε υποθέτω για το «επίδομα έγκαιρης προσέλευσης» που έπαιρνε όποιος απλώς πήγαινε στην ώρα του στη δουλειά του!). Να υποχρεωθούν να εφαρμόσουν κανόνες οικονομικής διαφάνειας στα ίδια τα κόμματα και σε κάθε συναλλαγή του Δημοσίου. Αν δεν τους υποχρεώσετε δεν υπάρχει περίπτωση να το κάνουν μόνοι τους! Μην τους δώσετε ούτε ένα ευρώ παραπάνω, χωρίς αυτή την προϋπόθεση, θα σας το κλέψουν!


Εξοχότατη,
παρΆ όλα αυτά η Ελλάδα μπορεί να μεγαλουργήσει, όπως το έχουν κάνει χιλιάδες Έλληνες μετανάστες, σε χώρες όπως η δική σας, όπως το έχει καταφέρει η ελληνική ναυτιλία. Μόλις το κράτος – αγχόνη σταματήσει να πνίγει όσους έχουν και ιδέες και διάθεση και παραγωγικό σφρίγος, η Ελλάδα θα ανθίσει. Βοηθήστε μας να το πετύχουμε. Απαγορέψτε στους διεφθαρμένους και ανίκανους πολιτικούς μας εσάς να εξαπατούν, εμάς να εξευτελίζουν και να στερούν από τον κόσμο του αύριο τον πλούτο που μπορεί να προσφέρει το αληθινό Ελληνικό πνεύμα – αυτό που ποτέ δεν έσβησε σ΄αυτόν τον τόπο.

Θάνος Τζήμερος»

-
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
Bugman
Πρύτανης


Εγγραφή: 03 Ιούλ 2003
Δημοσιεύσεις: 13585
Τόπος: Καλλιθέα

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Δεκ 05, 2013 11:38 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

O κ. Τζήμερος δεν τα λέει καλά, για μένα.
Θα συνοψίσω τη θέση μου σε αυτό που ονομάζω κοινωνικός αυτοματισμός. Όχι δεν εννοώ για την μέθοδο να ρίχνεις το πρόβλημα αλλού σε φανταστικούς εχθρούς...αλλά για τον αυτοματισμό στον οποίο όλοι συμμετέχουμε και που μας κάνει να αδυνατούμε να δούμε το μακροχρόνιο κέρδος και έτσι εφησυχάζουμε τον εαυτό μας με πρόσκαιρο κέρδος.
Το να λέει λοιπόν ο κ. Τζήμερος όλο αυτό το κατεβατό για να δείξει ότι οι επιλογές μας μακροχρόνια δεν μας ωφελούν...δεν χρειάζονταν. Το έχουμε καταλάβει. Στο δια ταύτα λοιπόν ζητάει έναν μπαμπούλα για να μας προγραμματίσει...σε νέους αυτοματισμούς! Δεν έχει σημασία π.χ. πόσο διάφανα θα γίνουν τα κόμματα αλλά πόσο αποτελεσματικά. Τι περιμένει κανείς από ένα κόμμα; Να λέει αλήθειες και να προτείνει λύσεις όπου εύκολα να ελέγχονται. Σήμερα τα κόμματα τσακώνονται στο πρώτο σκέλος, στο τι είναι αλήθεια. Θεωρούν πολλοί τις προθέσεις ως την αλήθεια ενός κόμματος. Π.χ. αν ένα κόμμα δηλώνει εργατικό..θεωρούν την πρόθεση αυτή αληθινή επειδή δηλώθηκε! Ομοίως θεωρούν ένα κόμμα φασιστικό επειδή δηλώθηκε από δικούς τους ανθρώπους. Αλήθεια λοιπόν σημαίνει ότι λέει ο δικός μας. Ποιες είναι οι αλήθειες όμως; Οι αλήθειες κατά πρώτον δεν κρύβονται. Οι αλήθειες κατά δεύτερον πονούν. Το κοριτσάκι που πέθανε από το μαγκάλι δεν μπορούσε να κρυφτεί ως γεγονός και πονάει το κόσμο. Όποιος λέει λοιπόν αλήθειες, σημαίνει ότι λέει για γεγονότα που πονάνε. Οι λύσεις δεν θα σβήσουν τις αλήθειες. Πρέπει να διαβάζουμε από τις αλήθειες για να βρούμε λύσεις. Είναι αλήθεια ότι έχουμε άνεργους...Τι διαβάσαμε από από αυτήν την αλήθεια; Τι ἀνεργους έχουμε, που μένουν, τι μπορεί να δημιουργηθεί εκεί που μένουν για να δουλέψουν;
Περιμένει λοιπόν ο κ. Τζήμερος να έλθει ένας θηριοδαμαστής να μας υποχρεώσει να σκεφτόμαστε;
Δεν υπάρχει περίπτωση οι Γερμανοί ή οποιοιδήποτε άλλοι να σκέπτονται για μας. Σκέπτονται μόνο γι΄αυτούς, με οικονομικά και πολιτικά μεγέθη για μας, γιατί τους ενδιαφέρει η εταιρική τους σχέση με μας και τίποτα άλλο για μας. Οι επίτροποι ζητάνε για παράδειγμα άλλα πέντε δις και μεις κάνουμε πως δεν τα βρίσκουμε και μας προτείνουν τι να κάνουμε; Δεν έχουν δικαιοδοσία να μας προτείνουν τίποτα! Απλά εμείς πρέπει να πούμε τι θα κάνουμε και εκείνοι ελέγχουν αν οι προτεινόμενες λύσεις είναι βατές! Μπορεί και να είναι και να κάνουν λάθος. Πρέπει το λάθος να είναι εντός των περιθωρίων στην επιστήμη τους! Τότε είναι αποδεκτό! Και στις προτάσεις μας το περιλαμβάνουν!

Επανέρχομαι στο θέμα του κοινωνικού αυτοματισμού. Εδώ πρέπει να υπάρξει ένα ρεύμα που θα ανατρέψει τον υφιστάμενο αυτοματισμό για χάρη ενός αποδοτικότερου. Οι αυτοματισμοί μπορεί να προκληθούν με το καλό ή με το κακό. Το μέσον δεν μετράει! Όταν δηλαδή στοχεύουμε στην απόδοση...στο αποτέλεσμα..το μέσον εξ ορισμού δεν μετράει. Όμως το πόσο αποδοτικότεροι θα γίνουμε πρέπει να το ορίσουμε ώστε να μπορούμε να εξετάζουμε ανά πάσα στιγμή αν έχουμε λύσει το ζήτημα ή όχι! Κύριο λοιπόν θέμα για να βρούμε τον σωστό αυτοματισμό είναι να καθορίσουμε τη μετάβαση στην απόδοση. Πρώτα λοιπόν πρέπει να δούμε την αλήθεια...και μετά να ορίσουμε στο που θέλουμε να φτάσουμε. Στο τέλος βλέπουμε το πως, και στην πορεία το ξαναβλέπουμε.

Ας αναλογιστεί λοιπόν ο καθένας...την αλήθεια που αντιλαμβάνεται για τον εαυτό του. Που είναι και αν εκεί που είναι τον αντιπροσωπεύει το μέρος, ή είναι αποκλεισμένος, ή είναι υποχρεωμένος....να είναι εκεί! Και για να μην μακρηγορώ, να αμφισβητήσουμε όλοι ότι οι όποιες επιτυχίες μας και οι αποτυχίες μας ήταν αποδεχτές, δηλαδή έπρεπε να συμβούν, και να ξανασκεφτούμε το τι θα θέλαμε, να το σχηματίσουμε στο νου μας και να ξεκινήσουμε από το πρώτο βήμα που σκεφτόμαστε ότι θα μας πάει εκεί!
Τότε θα αρχίσουμε όλοι να "επιτηρούμε" τον εαυτό μας και θα αρχίσει η Ελλάδα να πηγαίνει μπροστά!
_________________
Σκορπίστε γνώση, μαζέψτε χαρά!

Η γνώση δεν μπορεί να πουληθεί: Γιατί ενώ κάθε εμπόρευμα μπορεί να επιστραφεί, η γνώση δεν μπορεί να επιστραφεί!
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος Επίσκεψη στην ιστοσελίδα του Συγγραφέα
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Δεκ 18, 2013 10:27 pm    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Bugman έγραψε:
[...] να ξανασκεφτούμε το τι θα θέλαμε, να το σχηματίσουμε στο νου μας και να ξεκινήσουμε από το πρώτο βήμα που σκεφτόμαστε ότι θα μας πάει εκεί!
Τότε θα αρχίσουμε όλοι να "επιτηρούμε" τον εαυτό μας και θα αρχίσει η Ελλάδα να πηγαίνει μπροστά!


Μια ζωή λιμνάζουμε κοιτώντας την πάρτη μας (και το πρόσκαιρο κέρδος, όπως λες).
Ακόμα και οι πλατείες με τους αγανακτισμένους, τα κινήματα, ο ξεσηκωμός να μην κλείσει η ΕΡΤ… έσκασαν σαν πυροτεχνήματα και μετά εξαφανίστηκαν.
Εδώ δεν γεννιούνται οράματα που να ενώνουν και να καθοδηγούν πολύ κόσμο για πολύ καιρό. Κάθε λόγος για αλλαγή είναι κούφια ρητορεία ή ευχολόγιο.

Ο ένας βλέπει τον άλλον να πεθαίνει, κι ελπίζει απλώς να την γλιτώσει με λιγότερα τραύματα κοιτώντας την πάρτη του σαν αυτό να είναι το μόνο πια που του μένει να κάνει.
Πιθανότερο είναι νΆ αλλάξει ο Μανωλιός και να βάλει τα ρούχα του αλλιώς,
ή αν πάμε και λιγάκι μπρος να το κανουμε με βήματα χελώνας (αν δεν μας τσαλαπατήσει η ιστορία, που δεν περιμένει εμάς πότε θα ξυπνήσουμε).

-
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
antanion
Πρύτανης


Εγγραφή: 13 Φεβ 2008
Δημοσιεύσεις: 500

ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Δεκ 19, 2013 2:11 am    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με Συμπερίληψη

Παναγιώτης Κονδύλης: Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους



Αποσπάσματα από το βιβλίο του «Πλανητική Πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Προϋποθέσεις, Παράμετροι και Ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» (Θεμέλιο, 1992)



Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σΆ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απΆ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.

Ακόμα και όταν η συζήτηση μετατοπίζεται στον κυρίως χώρο της εξωτερικής πολιτικής, κυριαρχεί το στιγμιαίο, το κυμαινόμενο και το κοντινό, όχι η προσεκτική και τεκμηριωμένη στάθμιση μακρόπνοων γενικότερων τάσεων, οι οποίες ίσως μια μέρα βαρύνουν πάνω στις τύχες των Ελλήνων τουλάχιστον τόσο, όσο και τα διαδραματιζόμενα αυτή την ώρα στα όμορα κράτη. Έτσι, ενώ ξαφνικά (σε μια χώρα όπου οι εθνικά ζωτικές αλβανολογικές, σλαβολογικές και τουρκολογικές σπουδές εκπροσωπούνται εμβρυωδώς μόνον) ο τόπος γέμισε από εμβριθείς και εμπαθείς βαλκανολόγους, δεν γίνεται καμία σοβαρή και διαρκής συζήτηση για το φλέγον όσο ποτέ άλλοτε ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για το ποιές δυνάμεις για ποιούς λόγους την προωθούν και ποιές γιατί ενδεχομένως θα τη ματαιώσουν, για τις συναφείς ελληνικές απόψεις και προτάσεις ( υπάρχουν; ) και για τη θέση του ελληνικού έθνους μέσα σΆ αυτές τις εξαιρετικά αντιφατικές διαδικασίες — όχι για τη θέση μιας φανταστικής Ελλάδας μέσα σε μιαν εξ ίσου φανταστική Ευρώπη, αλλά μιας επαρχιακής και παρασιτικής Ελλάδας με τεράστιες, κι ίσως ανυπέρβλητες, δυσχέρειες προσαρμογής σε μιαν έντονα δύστροπη απέναντι της και βαθύτατα διχασμένη ως προς τη δική της την ταυτότητα και τις δικές της τις προοπτικές Ευρώπη.

Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία.

Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: Ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: Ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απΆ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται νΆ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απΆ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο• επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις.

Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπΆ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις,τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα.

Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμιά προστασία και καμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σΆ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφΆ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα, αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Μιλώντας για τις προϋποθέσεις και τις παραμέτρους μιας ελληνικής εθνικής πολιτικής μέσα στη σημερινή πλανητική συγκυρία δεν είναι δυνατό να µην ανασκοπήσουμε την πορεία πού οδήγησε στη σημερινή κρίση η απίσχνανση της ελληνικής εθνικής οντότητας. Για να μείνουμε µε κάθε δυνατή συντομία στα ουσιώδη σηµεία, θα πούµε ότι η πορεία αυτή περιλαμβάνει δύο μεγάλες φάσεις: Η πρώτη αναφέρεται στη συνεχή και αμετάκλητη γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού μετά την καταστροφή του 1922, την οποία ελάχιστα μόνον ανέστειλε η ένωση της Δωδεκανήσου µε την Ελλάδα. Μια κεντρική ιδιομορφία της νεοελληνικής ιστορίας ήταν το ασύμπτωτο έθνους και κράτους, όχι επειδή το κράτος, το οποίο βρισκόταν υπό τον έλεγχο της ελληνικής εθνότητας, περιείχε σε αξιόλογο βαθµό και εθνότητες ξένες, όχι δηλαδή επειδή το κράτος ήταν ευρύτερο από το έθνος, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. τη ρωσική), αλλά για τον αντίθετο ακριβώς λόγο: το έθνος ήταν εξ αρχής κατά πολύ ευρύτερο από το κράτος.

Τούτο το χάσµα μεταξύ έθνους και κράτους έκλεισε, πάλι, μόνον εν μέρει µε την επέκταση του κράτους, έτσι ώστε να συμπεριλάβει το σώµα του έθνους. Αυτό έγινε µε την ένωση των Ιονίων Νήσων και προ παντός µε τους Βαλκανικούς Πολέµους, έκτοτε όμως η πορεία αντιστράφηκε: το έθνος συνέπιπτε όλο και περισσότερο µε το κράτος επειδή εξολοθρευόταν ή εκτοπιζόταν σε όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από το κράτος, δηλαδή επειδή συρρικνωνόταν γεωπολιτικά. Η γεωγραφική σύμπτωση έθνους και κράτους, όπως σε μεγάλο βαθµό υφίσταται σήμερα, πραγματοποιήθηκε όταν, μετά τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, αφανίσθηκε ο Ελληνισμός της Ρωσίας, των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Η προσωρινά τελευταία πράξη αυτής της τραγωδίας διαδραματίσθηκε στην Κύπρο, όπου, πολύ πριν από το ολέθριο πραξικόπημα του 1974, η ελληνική διπλωματία έδειξε πόσο είναι ανίκανη να κάνει μακρόπνοη και τελέσφορο εθνική πολιτική εμπνεόμενη όχι από συναισθηματισμούς και ρητορείες περί «εθνικών δικαίων», αλλά από τη γνώση και τη φρόνιμη στάθμιση των διεθνών παραγόντων.

Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ιδιαίτερα τι πλεονεκτήματα έχει ένα έθνος επεκτεινόμενο πέρα από τα όρια του κράτους του. Όχι μόνον ο κύριος κορμός του έθνους, που ζει μέσα στο κράτος, δέχεται συνεχώς ζείδωρες μεταγγίσεις αίματος απΆ έξω, αλλά και το ίδιο το εθνικό κράτος, έχοντας το µάτι στυλωμένο στους ομοεθνείς του εξωτερικού, έχει μιαν αίσθηση ευρύτερης ιστορικής ευθύνης και αποστολής. Όποιος θα κατανοήσει χωρίς προκαταλήψεις τι οφείλει ο σημερινός τουρκικός δυναμισμός στην αίσθηση αυτή, θα καταλάβει εύκολα για ποιο πράγμα μιλάμε, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες ελληνικές εμπειρίες φαίνονται να έχουν εξανεμισθεί από καιρό. Πράγματι, ένα καθοριστικό γνώρισμα της σημερινής ελληνικής εθνικής ζωής, δηλαδή της εθνικής ζωής μετά τη γεωπολιτική συρρίκνωση του Ελληνισμού, είναι η απουσία ιστορικών στόχων ικανών να κινητοποιήσουν συνειδητά και μακροπρόθεσμα συλλογικές δυνάμεις. Πάνω σΆ αυτό δεν πρέπει να ξεγελιέται κανείς ούτε από τυποποιημένες πατριωτικές κορώνες ούτε από τις ανόρεχτες μάχες οπισθοφυλακής πού δίνονται για το Κυπριακό – ούτε επίσης πρέπει να εκλαμβάνει ως τέτοιο στόχο την «ένταξη στην Ευρώπη»: γιατί προς αυτήν ωθεί µια μαζική επιθυμία καταναλωτικής ευζωίας, η οποία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί, δεν θα δίσταζε και πολύ να μετατρέψει την ένταξη σε ταπεινωτική εθνική εκποίηση.

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σΆ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σΆ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση.

Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απΆ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό.

Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απΆ αυτήν.

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: Το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απΆ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων.

Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων.

Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιες μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα: Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω.

Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απΆ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες, βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις.

Έτσι, ό,τι θα έπρεπε νΆ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο¬θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σΆ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατΆ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού.

Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατΆ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.

Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σΆ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφΆ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση, οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απΆ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού.

Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.

Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομα του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο ή διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες – απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σΆ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον· η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθµό εξαρτάται από την ικανότητα του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού µας». Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες µας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι µε τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευµατική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν µια περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν· µάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και µάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τούς άλλους επαιτούν επιείκεια γιΆ αυτούς τούς ίδιους.

Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο µε ειδικά συμφέροντα, µε μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων.

Η ακραία και ολεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόµο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού µε αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας. Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά – είναι ο ίδιος όχι µόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεως του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο.

Πέρα απΆ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απΆ ότι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό· αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά µε τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδουμένων. Οι λίγοι, που έχουν γνώση και συνείδηση, που κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν µε πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες – διαιωνίζοντάς την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια του ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός µε τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της µε ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων.

ΣΆ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο νΆ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ότι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος».
Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότηση της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο:
επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική µε βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων. Πλείστοι όσοι «αριστεροί» διανοούμενοι πέρασαν τη ζωή τους κανοναρχώντας ότι η οικονομία είναι η «βάση» και τα υπόλοιπα το «εποικοδόμημα», χωρίς ωστόσο ποτέ τους να πληροφορηθούν τι σημαίνει εθνικό εισόδημα ή ισοζύγιο πληρωμών και χωρίς ποτέ να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα της χώρας τους ξεκινώντας (και) από τέτοια μεγέθη. ΓιΆ άλλους πάλι, οι οποίοι κηρύσσουν την υπεροχή ή και την παντοδυναμία του «πολιτισμού» ή του «πνεύματος», η αφΆ υψηλού θεώρηση ή η άγνοια οικονομικών, γεωπολιτικών ή στρατιωτικών παραγόντων μπορεί και νΆ αποτελεί περίπου τίτλο τιμής.

Ως κυρίαρχη και ευρύτερα αποδεκτή εθνική πολιτική εμφανίζεται σήμερα ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας, µε τελικό του σκοπό την οργανική της ένταξη σε μιαν οικονομικά και πολιτικοστρατιωτικά ενοποιημένη Ευρώπη, µε τη βοήθεια της οποίας η Ελλάδα και την οικονομία της θα εκσυγχρόνιζε και την ακεραιότητά της θα διασφάλιζε –κοντολογής θα έλυνε– το πρόβλημα της εθνικής της βιωσιμότητας. Πολύ φοβούμαι ότι στην προοπτική αυτή κατά κύριο λόγο αντανακλώνται όχι πραγματικές δυνατότητες παρά ευσεβείς πόθοι ανάμεικτοι µε μυθολογικές κατασκευές. Όπως δηλαδή η ακάματη ελληνική μυθολογική φαντασία πριν από λίγο ακόμη απέδιδε όλα τα δεινά στα ζοφερά σχέδια και τεχνάσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, έτσι τώρα αναμένει όλα τα αγαθά από το αντίθετο μυθολόγηµα, εκείνο της γενναιόδωρης και αλληλέγγυας «Ευρώπης». Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη μεταμφίεση του όψιμου επιχώριου ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί απΆ όλες τις πλευρές και να «την αράξει».

Θα ήταν πολύ αξιοπρεπέστερο –και γονιμότερο– αν το ελληνικό έθνος έσφιγγε τα δόντια και αντλούσε ένα πικρό, αλλά ζωτικό διπλό συμπέρασμα: ότι η σημερινή Ελλάδα αποτελεί στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας µια παρακατιανή επαρχία, η οποία, κατά μέγα μέρος από δική της υπαιτιότητα, είναι όχι μόνον ανίσχυρη, αλλά και ανυπόληπτη, και ότι γιΆ αυτόν τον λόγω σε κάθε μεγάλη κρίση θα βρεθεί εξ ίσου μόνη όσο λ.χ. και το 1974.
Βεβαίως, µια τέτοια νηφάλια διαπίστωση κάθε άλλο παρά πρέπει να οδηγήσει σε µια –διόλου νηφάλια– διάθεση αποκοπής από κάθε συμμαχία και κάθε είδους ένταξη σε υπερεθνικούς οργανισμούς.

Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο που φαντάζονται πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε µια ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι µεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφΆ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται µε διάφορες ανιστόρητες ανοησίες που αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κτλ.

Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορά σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν νΆ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία.

Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι µια τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί νΆ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non.

Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του. Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια· το πού, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό· πράγματι, µια νηφάλια εκτίµηση µάλλον θα κατέληγε στο πόρισµα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα µπει στον επίπονο και τραχύ δρόµο της εσωτερικής ανόρθωσης, που µόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής νΆ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας». Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της. Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν νΆ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απΆ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.

-
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
Επισκόπηση όλων των Δημοσιεύσεων που έγιναν πριν από:   
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    www.filosofia.gr Αρχική σελίδα -> Κουβεντούλα Όλες οι Ώρες είναι GMT + 2 Ώρες
Μετάβαση στη σελίδα Προηγούμενο  1, 2, 3, 4, 5, 6  Επόμενο
Σελίδα 3 από 6

 
Μετάβαση στη:  
Δεν μπορείτε να δημοσιεύσετε νέο Θέμα σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Δεν μπορείτε να επεξεργασθείτε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν μπορείτε να διαγράψετε τις δημοσιεύσεις σας σ' αυτή τη Δ.Συζήτηση
Δεν έχετε δικαίωμα ψήφου στα δημοψηφίσματα αυτής της Δ.Συζήτησης





Μηχανισμός forum: PHPBB

© filosofia.gr - Επιτρέπεται η αναδημοσίευση του περιεχομένου της ιστοσελίδας εφόσον αναφέρεται ευκρινώς η πηγή του.

Υλοποίηση, Φιλοξενία: Hyper Center